Tuesday, February 27, 2024
spot_img
HomeUncategorizedΣύντευξη του Μιχάλη Κωνσταντάτου

Σύντευξη του Μιχάλη Κωνσταντάτου

«Ο φόβος είναι η μεγαλύτερη αρρώστια της εποχής. Φοβόμαστε να ζήσουμε, να τολμήσουμε».

Γνωριστήκαμε το 2009 στο φουαγιέ του Bios. Εκεί όπου φιλοξενήθηκε η πρώτη του θεατρική σκηνοθεσία, μια σπουδή πάνω στην «Πτώση» του Αλμπέρ Καμύ. Κι αν έχουν περάσει πέντε γεμάτα χρόνια και τρεις ακόμα παραστάσεις για το θέατρο που φέρουν την υπογραφή του, εξακολουθεί να μου φαίνεται πιο «νορμάλ» να μιλάμε για σινεμά με τον Μιχάλη Κωνσταντάτο. Ευτυχώς ο ίδιος δεν διαψεύδει αυτή την αίσθηση. Απεναντίας λέει πως για τον ίδιο ο κινηματογράφος λειτουργεί σαν καλλιτεχνικός αυτοματισμός. «Προέρχομαι και υπάρχω ενεργά στο χώρο του σινεμά. Η ματιά μου αναπόφευκτα είναι σαν να έχει πάντα ένα φακό μπροστά της. Οι τεχνικές σε όλα τα στάδια δημιουργίας που δανείζομαι -από την επεξεργασία του κειμένου μέχρι τους τελικούς φωτισμούς- είναι από τον κινηματογράφο. Ταυτόχρονα η βασική μου συνεργάτης, Γιώτα Αργυροπούλου, προέρχεται από το χώρο του θεάτρου, άρα η συνδιαλλαγή μας καταλήγει πάντα σε αυτή τη σύζευξη». Κάπως έτσι, πιο ομαλά δηλαδή, κοιτάζουμε στα μάτια την «Εντα Γκάμπλερ» του Ιψεν, το νέο του εγχείρημα στο θέατρο που παρουσιάζεται από 22 έως 30 Δεκεμβρίου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Μέσα από γκρο πλαν, εννοείται.

Επιστρέφεις στα θεατρικά πράγματα με ένα κλασικό ιψενικό έργο. Επιδιώκεις θαρραλέες χειρονομίες όταν κάνεις θέατρο ή κινηματογράφο;
Επιδιώκω να σκηνοθετώ ιστορίες που μου αρέσουν, να καταπιάνομαι με χαρακτήρες που με αγγίζουν. Αυτό συμβαίνει και με την ιστορία της Έντα Γκάμπλερ. Είναι ένα κείμενο με σύγχρονους χαρακτήρες, αριστοτεχνικά γραμμένο και δομημένο. Μου αρέσουν ιδιαίτερα οι ήρωες που χτίζουν ένα σκληρό περίβλημα για να αντιμετωπίσουν το περιβάλλον τους. Όταν αρχίζω να δουλεύω πάνω σε αυτούς, βρίσκω μια μεγάλη και ιδιαίτερη ευαισθησία που έχουν απέναντι στην ύπαρξη, απέναντι στη ζωή. Με ιντριγκάρει να παρατηρώ και να μελετώ πώς και με ποιο κόστος αυτοί οι άνθρωποι συναλλάσσονται με το κοινωνικό τους περιβάλλον.

Κινείσαι σταθερά τα τελευταία χρόνια γύρω από θεματικές της κοινωνίας της κρίσης και των παθογενειών της. Ποιο είναι το δημιουργικό σκεπτικό σου;
Κινούμαι γύρω από συμπεριφορές χαρακτήρων που δημιουργούν και αυτεγκλωβίζονται σε μια παθογόνα κατάσταση. Αυτές οι συμπεριφορές αποτελούν μια στάση απέναντι στην πραγματικότητα που δημιουργεί την κρίση σε προσωπικό επίπεδο και κατ’ επέκταση σε κοινωνικό. Πάντα πίστευα ότι το πρώτο βήμα για αλλαγή και εξέλιξη είναι η συνειδητοποίηση. Μια διαδικασία η οποία, όπως φαίνεται γενικά, δεν είναι αυτονόητη. Προσπαθώ πρώτα ο ίδιος και μετά επιδιώκω και οι θεατές να σταθούν λίγο σ’ αυτή τη διαδικασία, όχι με μια μαζοχιστική πρόθεση του να βλέπουμε ξανά και ξανά το πρόβλημα, αλλά, με κριτική ματιά απέναντι στα πράγματα και τους εαυτούς μας. Γενικότερα, μας λείπει ο απαιτούμενος χρόνος και το θάρρος για να δούμε καθαρά, και τις ενδεχόμενες διεξόδους.

Το θέμα της βίας που σε απασχολεί επίσης σταθερά ενυπάρχει με κάποιο τρόπο στην παράσταση;
Η βία είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ανθρώπινη φύση και θέση, οπότε μια πτυχή της αναπόφευκτα με απασχολεί και στην παράσταση. Εξάλλου το προσωπικό αδιέξοδο, το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει ο βασικός χαρακτήρας του έργου έγκειται στο ότι έχει συσσωρεύσει μεγάλη ποσότητα βίας μέσα του και μια από τις προθέσεις μου είναι, να εκφραστεί μέσα από όλη τη σύνθεση της παράστασης.

Πώς συνδέεις την «Εντα Γκάμπλερ» με το σύγχρονο κοινωνικό πλαίσιο;
Μα η Έντα Γκάμπλερ είναι ένα σύγχρονο πρόσωπο, όπως και όλοι οι χαρακτήρες του έργου. Το περιβάλλον στο οποίο την έχω βάλει να κινείται στην παράσταση είναι, με ένα παράδοξο και αφαιρετικό τρόπο, ένα περιβάλλον που αντικατοπτρίζει τελικά κατά πολύ τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Πόσο ρόλο παίζει το βάρος της κοινωνίας και του συστήματος στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς της;
Η συμπεριφορά της Έντα Γκάμπλερ είναι μια κατασκευή της κοινωνίας και του συστήματος. Είναι ο άνθρωπος που μαθαίνει να υπάρχει μόνο μέσα από τον κοινωνικο-οικονομικο του ρόλο. Η ψευδαίσθηση της ανωτερότητας που έχει η Έντα -εξαιτίας της ευρωστίας που κάποτε διέθετε- την κάνει να χτίζει ένα τοίχο απέναντι στους άλλους. Αποστασιοποιείται συναισθηματικά και πρακτικά από τον κόσμο, και θεωρώντας τον εαυτό της ανώτερο, αφήνεται στη δικαιολογία της μη δράσης. Φτιάχνει μια γυάλα γύρω της που νομίζει ότι την προστατεύει, αλλά ταυτόχρονα την παγιδεύει. Από την άλλη πλευρά, η κοινωνία του συστήματος, εκμεταλλεύεται το φόβο της για πραγματική επικοινωνία, για τη ζωή όπως και το φόβο και την αμηχανία για τη νέα της οικονομική και κοινωνική κατάσταση. Εξάλλου είναι πιο εύκολο να πιάσεις ένα ψάρι μέσα στη γυάλα.

Αρα η Γκάμπλερ είναι ένας άνθρωπος της εποχής μας: Χωρίς θάρρος, εγκλωβισμένη σε επαναστατικές θεωρίες και τελικά αυτοκαταστροφική…
Και όχι μόνο αυτό. Είναι ένας άνθρωπος κυριευμένος από φόβο. Και ο φόβος είναι η μεγαλύτερη αρρώστια της εποχής. Φοβόμαστε να ζήσουμε, να τολμήσουμε. Η κοινωνικοπολιτική κατασκευή έχει ενεργοποιήσει το μεγαλύτερο όπλο της, τον κίνδυνο της οικονομικής κατάρρευσης που, κατά τα λεγόμενά της, θα σημάνει το τέλος του ανθρώπου. Αναρωτιέμαι αν έχουμε συνειδητοποιήσει πόσο ανόητο είναι αυτό…

Είναι αυτή η κατάσταση στην οποία εντοπίζεις τον πιο επικίνδυνο εγκλωβισμό του σημερινού ανθρώπου;
Λίγο πολύ ναι. Να νομίζει πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα για όσα συμβαίνουν γύρω του. Πως δεν συνδιαμορφώνει τα πράγματα και πως όλα όσα συμβαίνουν, βρίσκονται μακριά του.

Το ζήτημα της ταξικότητας που κάποτε έμοιαζε παρωχημένο έχει επιστρέψει με έναν αναπάντεχο τρόπο στην καθημερινότητά μας… Πώς σε βρίσκει αυτό το φαινόμενο;
Το ζήτημα της ταξικότητας υπήρχε και θα υπάρχει πάντα. Ήταν περίοδοι που οι εντυπωσιακές βιτρίνες των καταστημάτων, οι οικονομικές δυνατότητες που όλοι φαινόταν να έχουμε και το lifestyle κομμάτι του διαδικτύου, έκαναν το ζήτημα της ταξικότητας να μοιάζει παρωχημένο. Είναι καλό όμως νομίζω να γνωρίζουμε πού πατάμε• και μετά ας περπατάμε με όποιο τρόπο θέλουμε…

Η Γκάμπλερ αρνείται να δράσει και να υπάρξει. Ποια από τις δύο καταστάσεις θεωρείς τη μεγαλύτερη παγίδα για τη ζωή ενός ανθρώπου;
Όταν πιστεύει ότι με το να αρνείται να δράσει, μπορεί να υπάρξει.

Η ηρωίδα αναφωνεί «Επιτέλους μια πράξη!» Ποια λέξη θα τοποθετούσες δίπλα στο επίρρημα «επιτέλους»;
Θα κρατούσα τη φράση ως έχει: «Επιτέλους μια πράξη». Είναι δυναμική και πολυδιάστατη

Πηγή : Tospirto

RELATED ARTICLES

Most Popular

WE RECOMMENT FOR YOU