συντευξη της Κατερίνα Ευαγγελάτου

Είναι μία παράσταση που δεν σου αφήνει μόνο πολιτική γεύση, αλλά και ανθρώπινη… Τόσο ανθρώπινη, όσο και βαθιά απάνθρωπη, που μόνο η ελπίδα μπορεί να γλυκάνει…»

Από μόνη της μία νέα δουλειά της Κατερίνας Ευαγγελάτου αποτελεί είδηση, χάρη σε μία πορεία που μας έχει δώσει εξαιρετικές παραστάσεις, όπως τον «Φάουστ», το «1984» και την «Άλκηστη». Όταν, όμως, αυτή η «υπογραφή» μπαίνει σε ένα ολοκαίνουργιο έργο ελληνικής όπερας – και μάλιστα με πολιτικό θέμα – τότε ίσως και να μιλάμε για το καλλιτεχνικό γεγονός που όλοι περιμένουν.

Λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα του «Ζ» των Χατζηγιαννίδη και Μπορμπουδάκη στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, η Κατερίνα Ευαγγελάτου μιλά στο www.tospirto.net για τις «ριψοκίνδυνες» επιλογές της, την «άγνωστη» σύγχρονη ιστορία που «κρύβουμε κάτω από το χαλάκι», τον ηρωισμό του Γρηγόρη Λαμπράκη, τους απογοητευτικούς σημερινούς πολιτικούς και το καλλιτεχνικό έργο που ποτέ δεν αποκλείει μέρος του κοινού από την κριτική απόλαυσή του.

Επιλέξατε για το ντεμπούτο σας στην Επίδαυρο ένα από τα πιο δύσκολα αρχαία δράματα, την «Άλκηστη», και τώρα αναλαμβάνετε στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής τη σκηνοθεσία μίας ολοκαίνουργιας, ελληνικής, πολιτικής όπερας, του «Ζ». Πρόκειται για επιλογές υψηλού καλλιτεχνικού ρίσκου…
Είναι πρόκληση να αναλαμβάνεις ένα νέο έργο ή να παρουσιάζεις με διαφορετικό τρόπο κάποιο περίπλοκο παλιό. To 2010 είχαμε κάνει το «Spanish Tragedy» του Thomas Kyd στο Αμφιθέατρο, την πρώτη «τραγωδία εκδίκησης» του 16ου αιώνα που ενέπνευσε τον Σαίξπηρ για να κάνει τον Άμλετ. Το έργο δεν είχε καν μεταφραστεί μέχρι τότε στα ελληνικά. Ξεκινήσαμε λοιπόν από το απόλυτο μηδέν, όπως και τώρα με το «Ζ»… Μάλλον έχω μία αγάπη στο να παρουσιάζω κείμενα για πρώτη φορά ή να «συστήνω» στο κοινό παλαιότερα με έναν διαφορετικό τρόπο.

Τώρα κάνετε και τα δύο. Παρουσιάζετε ένα έργο για πρώτη φορά, «συστήνοντας» στο κοινό με διαφορετικό τρόπο την ιστορία που έγραψε ο Βασίλης Βασιλικός το 1966 και έκανε ταινία ο Κώστας Γαβράς το 1969.
Η πρόταση για το «Ζ» ήρθε από τον Γιώργο Κουμεντάκη και τον Αλέξανδρο Ευκλείδη, που κι αυτοί με τη σειρά τους, αναζητούσαν ένα καινούργιο και ελληνικό θέμα, καταλήγοντας στην παραγγελία του «Ζ». Το έργο του Βασιλικού (και κατόπιν η ταινία του Γαβρά) είχαν κάνει παγκόσμια γνωστή την ιστορία πίσω από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, μία δολοφονία που στιγμάτισε τη σκοτεινή εποχή των παρακρατικών μηχανισμών και έφερε σαρωτικές αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας. Η όπερα των Χατζηγιαννίδη (λιμπρέτο) και Μπορμπουδάκη (σύνθεση και μουσική διεύθυνση) είναι το τρίτο «φιλτράρισμα» της ιστορίας. Είχαμε το βιβλίο, την ταινία και τώρα την όπερα.

Αλήθεια, πιστεύετε ότι ο μέσος Έλληνας / Ελληνίδα της ηλικίας σας γνωρίζει την ιστορία του Γρηγόρη Λαμπράκη;
Οι μεγαλύτεροι σίγουρα τη γνωρίζουν. Της ηλικίας μου… μπορώ να πιθανολογήσω ότι είναι σαφώς λιγότεροι.

Η δεκαετία του ’60 δεν αναφέρεται στα σχολικά βιβλία της Ιστορίας. Ένας νέος θα πρέπει να ψάξει μόνος του για να τη γνωρίσει…
Η εκπαίδευσή μας έχει επιλέξει τη «σιγουριά» να σταματά την Ιστορία στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το διαπίστωσα ανεβάζοντας το συνταρακτικό πολιτικο-κοινωνικό έργο του Μάριου Ποντίκα «Θεατές». Τότε μελέτησα πολύ την ιστορία μεταξύ ‘45-’55 και κατάλαβα ότι ήταν τόσο σκοτεινή εποχή, που προτιμάμε να τη θάβουμε «κάτω από το χαλάκι». Το ίδιο ισχύει και για την περίοδο που έλαβε χώρα η δολοφονία Λαμπράκη με το παρακράτος που οδήγησε στη δικτατορία. Από τη νεότερη ιστορία, οι νέοι μαθαίνουν μόνο κάποιες ηρωικές στιγμές, όπως η εξέγερση στη Νομική και το Πολυτεχνείο, χωρίς να γνωρίζουν τις διεργασίες μέσα από τις οποίες φτάσαμε στη Χούντα.

Δεν είναι εξαιρετικά ανησυχητικό για την επανάληψη τέτοιων καταστάσεων;
Μα βέβαια. Το λιμπρέτο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη αναδεικνύει τόσο ζωντανά εκείνη την εποχή που αυτόματα γίνονται οι συνειρμοί με το σήμερα, όπου κάποιοι εκμεταλλεύονται την αμάθεια και τη φτώχεια ενός κομματιού της κοινωνίας για να διαδώσουν ακραίες θεωρίες και πρακτικές.

Μιλάτε για τη Χρυσή Αυγή…
Όλος αυτός ο εσμός του παρακράτους τότε, με επικεφαλής τον ακροδεξιό Γιοσμά, έχει πολλές αναλογίες με τα τάγματα της Χρυσής Αυγής σήμερα.

Ίσως υπάρχει και μία σύνδεση με τον κόσμο του «1984», όπου παρακολουθούμε την επικράτηση του ολοκληρωτισμού;
Είναι αλήθεια ότι αρκετές στιγμές στην προετοιμασία της παράστασης μου ήρθαν στο μυαλό ιδέες και «ατμόσφαιρες» από τον Όργουελ. Εδώ όμως έχουμε μία όπερα που βασίζεται σε ένα πραγματικό πολιτικό περιστατικό και ταυτόχρονα επιχειρούμε τη διείσδυση στα πρόσωπα, τους χαρακτήρες πίσω από τα δράματα των θυμάτων και τη σαπίλα των δραστών. Ο Χατζηγιαννίδης με τον Μπορμπουδάκη μπαίνουν βαθιά στον εσωτερικό κόσμο του Λαμπράκη, της γυναίκας του, του ανακριτή, του Αρχιδεινόσαυρου (που είναι η συμπύκνωση όλων των μορφών εξουσίας – αστυνομικής και στρατιωτικής) αλλά και των λούμπεν προσώπων (δολοφόνοι, κλέφτες και παιδεραστές) τα οποία ήταν τα εκτελεστικά όργανα. Οι δημιουργοί έσκυψαν πάνω στη σκιαγράφηση αυτών των χαρακτήρων. Είναι ένα έργο που στο τέλος δεν σου αφήνει μόνο πολιτική γεύση. Θέλω να πιστεύω ότι αφήνει ανθρώπινη γεύση. Και ταυτόχρονα απάνθρωπη.

Τι θα δούμε λοιπόν στην σκηνή της Εναλλακτικής;
Θα δείτε την πλοκή που υπάρχει και στο βιβλίο, εμβολισμένη από σκέψεις του Λαμπράκη και της γυναίκας του που παγώνουν τον χρόνο και διατρέχουν όλη την ιστορία. Κάνουμε μία γραμμική αφήγηση του πως οργανώθηκε η δολοφονία, παρακολουθούμε την ημέρα της ομιλίας και της δολοφονίας του Λαμπράκη στο πρώτο μέρος και στο δεύτερο μέρος βλέπουμε τις ανακρίσεις μέχρι και την κηδεία του Λαμπράκη, που σχηματικά την έχουμε τοποθετήσει μετά τις ανακρίσεις. Στην παράσταση υπάρχει ένα πάντρεμα του ρεαλισμού με την ποίηση από το λιμπρέτο, τη μουσική και το όλο στήσιμο της παράστασης. Υπάρχουν ακόμα στιγμές σαρκαστικής ειρωνείας που μου αρέσει πάντα να φωτίζω στις παραστάσεις μου.

Επέρχεται κάθαρση στην παράσταση;
Έτσι όπως είναι γραμμένη η μουσική και το λιμπρέτο, η παράσταση κλείνει με μία ελπίδα: ότι οι άνθρωποι που γαλουχήθηκαν με τις ιδέες του Λαμπράκη για την ειρήνη, την αδελφοσύνη, την ισότητα και το δικαίωμα στην παιδεία, θα κρατούν πάντα ζωντανό τον Λαμπράκη και οι ιδέες του θα εμπνέουν συνεχώς ανθρώπους για να παλεύουν γι αυτές.

Το στοιχείο του ηρωισμού για έναν άνθρωπο που κάνει ή παθαίνει κάτι, αναδεικνύεται στο έργο;
Σαφώς εμφανίζεται ως ήρωας ο Λαμπράκης. Μην ξεχνάμε ότι ήταν μία προσωπικότητα πολύ φωτεινή. Αγαπήθηκε για το επιστημονικό έργο του, αλλά και την κοινωνική του δράση. Οργάνωνε αγώνες για να υποστηρίξει άπορες οικογένειες, εξέταζε άπορους δωρεάν στο ιατρείο του και ταυτόχρονα είχε μία σπουδαία πορεία ως αθλητής. Οι ιδέες του για την ειρήνη ήταν απεχθείς για το κοινωνικό κατεστημένο της εποχής, που ήταν έντονα παθιασμένο.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, προκειμένου να αποσείσει κάθε ευθύνη από πάνω του για τη δολοφονία, είχε χαρακτηρίσει τον Λαμπράκη «ασήμαντο πολιτικό παράγοντα», με άλλα λόγια δεν άξιζε να οργανωθεί κάποιο σχέδιο δολοφονίας του…
Η Φρειδερίκη πάντως είχε αναφωνήσει δημοσίως «ποιος θα με απαλλάξει από αυτόν τον άνθρωπο;», όταν ο Λαμπράκης είχε φτάσει μέχρι το Λονδίνο για να την πιέσει να απελευθερώσει πολιτικούς κρατούμενους. Ο Λαμπράκης, όχι απλώς δεν ήταν ασήμαντος, αλλά ίσως ήταν ο πιο επικίνδυνος από όλους διότι δεν ήταν επαγγελματίας πολιτικός, αλλά ένας ανεξάρτητος, ανήσυχος άνθρωπος με συγκροτημένες ιδέες που συνεργαζόταν με την ΕΔΑ. Τέτοιοι πολιτικοί είναι οι πιο «επικίνδυνοι». Πιστεύω πως αν ζούσε ο Λαμπράκης, θα ήταν ένας μεγάλος ηγέτης. Μην ξεχνάτε ότι στην εποχή του τα πολιτικά πρόσωπα γίνονταν αγαπητά με πάθος και μισητά με πάθος.

Υπάρχει κάποια αναλογία με τη σημερινή εποχή;
Η προσωπική μου αίσθηση είναι ότι σήμερα δεν υπάρχει κάτι ανάλογο, δεν συσπειρωνόμαστε δηλαδή μαζικά γύρω από πολιτικά πρόσωπα. Ίσως να υπάρχει πολύ μεγάλη απογοήτευση που δεν μας αφήνει να επενδύσουμε σε πρόσωπα – ίσως και να μην υπάρχουν τέτοια πρόσωπα… Εμφανίστηκαν διάττοντες αστέρες για να επιβεβαιώσουν ότι ήταν… διάττοντες αστέρες. Προσωπικά, έχω τρομερή αμηχανία κάθε φορά που πρέπει να ψηφίσω… Και νομίζω ότι είναι πολλοί άνθρωποι που έχουν αυτή την αμηχανία και από τη δική μου γενιά και από τη γενιά της «προδομένης αριστεράς» των γονιών μας…

Επιστρέφοντας στην παράσταση, πιστεύετε ότι μπορεί να την παρακολουθήσει κάποιος που αναγνωρίζει τον εαυτό του στον δεξιό πολιτικό χώρο; Το ρωτώ, γιατί, όπως συζητήσαμε και νωρίτερα, αφορά σε μία πολιτική περίοδο που ακόμα «τελεί υπό συσκότιση» στην επίσημη Ιστορία.
Ένα έργο τέχνης – γιατί πρόκειται για έργο τέχνης και όχι για πολιτικό δρώμενο – μπορούν να το δουν όλοι και απευθύνεται σε όλους. Ο καθένας βέβαια μπορεί να κάνει τις δικές του σκέψεις και κρίσεις, όπως συμβαίνει για όλα τα έργα τέχνης. Η όπερα «Z» πάντως δεν φιλοδοξεί να είναι πολιτικό έργο, αλλά καλλιτεχνικό έργο – μουσικό πρωτίστως – και γι αυτό ανοιχτό προς όλους.

Η παράσταση έχει κι ένα «μυστικό»;
Καθώς ετοιμάζαμε την παράσταση, μου έστειλε γράμμα μία κοπέλα η οποία είναι εγγονή του Γρηγόρη Λαμπράκη. Την καλέσαμε αμέσως να αναλάβει το ρόλο της «στενογράφου» που παρακολουθεί όλη τη διαδικασία των ανακρίσεων ως βωβό πρόσωπο. Είναι πολύ ιδιαίτερη και συγκινητική η παρουσία της για όλους μας, σαν να έχουμε τη φυσική συνέχεια του Λαμπράκη στη σκηνή – του μοιάζει κιόλας…

Γνωρίζετε ότι υπάρχει μεγάλη αδημονία – και περιέργεια βέβαια – στο κοινό για την παράσταση…
Ελπίζω να δικαιώσουμε θετικά την αναμονή γιατί πραγματικά είναι ένα πολύ δύσκολο και περίπλοκο εγχείρημα, για το οποίο δουλέψαμε με αγάπη και πάθος πολλοί άνθρωποι.

Πηγή:tospirto