Thursday, February 9, 2023
spot_img
HomeΣυνεντεύξειςΗ Συντεύξη της Λουκίας Μιχαλοπούλου

Η Συντεύξη της Λουκίας Μιχαλοπούλου

 

      Η Συντεύξη της Λουκίας Μιχαλοπούλου

«Ναι, μπορείς κάλλιστα να ξοδέψεις το ταλέντο σου».

Από τα μεγάφωνα στο Green Room της Στέγης, ξεκινούν να δίνονται οι πρώτες οδηγίες σε ηθοποιούς και τεχνικούς. Μια ώρα απομένει μέχρι το ξεκίνημα του «Post Inferno – Προς Δαμασκόν» και η κινητικότητα στα παρασκήνια μεγαλώνει. Οι διάδρομοι γεμάτοι, οι πόρτες στα καμαρίνια ορθάνοιχτες, τα φώτα στους καθρέφτες αναμμένα και το ασανσέρ μόνιμα κατειλημμένο. Η Λουκία Μιχαλοπούλου προς το παρόν – παρότι ανυπομονεί να πάει να ετοιμαστεί – κάθεται δίπλα μου, στο πιο απομονωμένο τραπέζι της αίθουσας για να μοιραστεί την εμπειρία της σε μια από τις πιο πληθωρικές θεατρικές σεζόν που έχει ζήσει ως τώρα: Την συμμετοχή της στην μεγάλη επιτυχία του «Θεού της Σφαγής» – όπου έμαθε ότι μπορεί να κάνει «το κοινό να γελάσει» μαζί της – και το πέρασμα σ’ ένα από τα δυσκολότερα κείμενα που έχει ποτέ μελετήσει, τo αυτοβιογραφικό ονειρόδραμα του Στρίντμπεργκ.
Ούτε κωμική μα ούτε και δραματική ηθοποιός, η ίδια θέλει να ισορροπεί και να κουρνιάζει σ’ ένα ενδιάμεσο, ακαθόριστο κάπως, χώρο, να εμπνέεται από τους ανθρώπους που την καθοδηγούν, να μαθαίνει από τους συνομιλητές της επί σκηνής και να ωριμάζει μέσα στην ελευθερία του θεάτρου. «Ταλέντο είναι όσα κουβαλάς» λέει.

Πώς ήταν η ακροβασία ανάμεσα σε μια λεπτά κεντημένη τραγική κωμωδία όπως ο «Θεός της Σφαγής» και σε ένα τόσο υπαρξιακό κείμενο σαν τη «Δαμασκό»;
Βίωσα το «Θεό της Σφαγής» ως μια από τις σημαντικότερες εμπειρίες μου στο θέατρο, γιατί εκτιμώ πολύ τους άλλους τρεις συμπρωταγωνιστές μου αλλά και γιατί δουλέψαμε συλλογικά κι ήταν πολύ δημιουργικό αυτό. Πόσω μάλλον εφόσον αυτό συνέβη σ’ ένα καινούργιο πεδίο στο οποίο δεν είχα δοκιμαστεί. Από την άλλη, με την Ρούλα Πατεράκη, έχω ξαναδουλέψει στο παρελθόν, ξέρω το σύστημα της και με την ίδια έχουμε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση, επομένως τίποτα δεν μου ήταν ανοίκειο• αισθανόμουν δηλαδή πως η παράσταση είναι πιο κοντά μου, είναι πιο γνώριμη η συνθήκη. Εκείνο που με δυσκόλεψε περισσότερο απ’ όλα ήταν η μετάβαση σ’ έναν άγνωστο για μένα χώρο όπως η Στέγη. Αισθανόμουν πως δεν έχει τη θεατρική ενέργεια σε σχέση με τους άλλους χώρους που έχω δουλέψει. Έχει κάτι απρόσωπο και χρειαζόμουν περισσότερο χρόνο εξοικείωσης. Ξεφοβήθηκα πάντως, στην πορεία.

Αυτό το έζησες και παίζοντας σε ένα αστικό θέατρο όπως το «Αθηνών»;
Πιστεύω πάρα πολύ στο χώρο που ανεβαίνει μια παράσταση. Δεν μπορείς να λειτουργήσεις ερήμην του χώρου. Θυμάμαι ας πούμε, πως όταν παίζαμε στο «Studio» της Ρούλας και αργότερα μετακομίσαμε σ’ έναν άλλο χώρο στο «Φως» η απόδοση μας ήταν διαφορετική.

Έχεις καταλήξει αν είσαι δραματική ηθοποιός;
Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν έχω κάνει κάτι light στο θέατρο. Όμως, ο τρόπος που δουλέψαμε πάνω στο «Θεό της Σφαγής» δεν ήταν μια δήλωση ότι «κάνουμε κωμωδία», οπότε δεν αισθάνθηκα ότι μπαίνω στα χωράφια ενός διαφορετικού είδους. Δεν αντιμετωπίσαμε το κείμενο της Ρεζά ως light υλικό. Παρόλα αυτά, δεν θα μου άρεσε να ορίσω την περιοχή μου στο θέατρο. Αν με ρωτήσεις τι επιλέγω θα σου απαντήσω ότι προτιμώ τον ενδιάμεσο χώρο, εκείνο που οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να στραφεί σε κάθε κατεύθυνση.

Τι είναι αυτό που καθορίζει τη ζωή σου στο θέατρο επί της ουσίας;
Πάντα πίστευα στις συναντήσεις και ήμουν πολύ τυχερή που κατάφερα να βρεθώ με ανθρώπους τους οποίους πάντα θαύμαζα Έχω ανάγκη να με εμπνεύσουν οι άνθρωποι. Μεγαλώνοντας, αρχίζω να απολαμβάνω το να βγαίνω από το νοιάξιμο για τον εαυτό μου και να χαίρομαι τη σκηνική συνάντηση, τη στιγμή που συμβαίνει. Συνειδητοποιώ τι σημαίνει να ξεχνάς τον εαυτό σου και να ασχολείσαι με τον άλλο που βρίσκεται στη σκηνή μαζί σου.

Χρειάζεσαι την καθοδήγηση; Θα έλεγες πως είσαι γέννημα των σκηνοθετών;
Νομίζω πως ανθίζω κάτω από μια καλή καθοδήγηση. Κι αν όχι τη στιγμή που ανεβαίνει η παράσταση – επειδή οι πληροφορίες είναι πάρα πολλές κι επειδή οι προσωπικότητες που έχω κατά καιρούς συνεργαστεί είναι πολύ ισχυρές. Όμως, στην επόμενη δουλειά που βρίσκομαι διαπιστώνω πράγματα που έχω αφομοιώσει από την προηγούμενη διδασκαλία.

Από την άλλη, είχες ποτέ την εμπειρία ενός σκηνοθέτη που επιχείρησε να σε καταργήσει;
Παρόλο που είμαι αρκετά ανασφαλής, υπάρχει ένα κομμάτι μου που επιδιώκει πάντα να συνδεθεί με τον δάσκαλο, με την παράσταση, το έργο. Αν δεν συμβεί αυτό, δεν μπορώ να προχωρήσω στη δουλειά – οπότε πάντα προσπαθώ να εντάξω το προσωπικό μου στοιχείο ακόμα και μέσα σε μια σαρωτική καθοδήγηση. Δεν έχω αισθανθεί δηλαδή ότι μπαίνω σε μια διαδικασία χωρίς να είμαι εγώ, ή νιώθοντας χειραγωγούμενη. Στις περισσότερες συνεργασίες μου με σκηνοθέτες ήμουν καλά, ανέπνεα πάντα. Κι ούτε έχω δουλέψει για μια παράσταση που δεν με αντιπροσώπευε. Δεν έκανα ποτέ κάτι απλώς για να το κάνω.

Θα έλεγες πως είσαι αθόρυβη πρωταγωνίστρια;
Είμαι αθόρυβη λόγω χαρακτήρα. Με αντιπροσωπεύει ο χαμηλός τόνος. Δεν κραυγάζω κάτι – κι ήμουν έτσι από μικρή. Δεν προέκυψε μέσα στο θέατρο δηλαδή.

Δηλαδή, δεν έχεις πανηγυρίσει εσωτερικά ούτε για μιαν επιτυχία;
Δεν πανηγυρίζω εύκολα. Ίσως έχει να κάνει και με την αντίληψη με την οποία βγήκα στο επάγγελμα ως απόφοιτη του θεάτρου Τέχνης. Αμέσως μετά συνεργάστηκα με τον Λευτέρη Βογιατζή ο οποίος ήταν η απόλυτη γείωση για τους μαθητές του και στη συνέχεια όλοι όσοι με σκηνοθέτησαν δεν μου επέτρεψαν να αισθανθώ σίγουρη για τον εαυτό μου. Τελούσα διαρκώς σε καθεστώς ανασφάλειας, γεγονός που είναι από την μια πολύ δημιουργικό αλλά από την άλλη δεν σου δίνει τη δυνατότητα να ευχαριστηθείς γι’ αυτό που έχεις πετύχει.

Στιγμές βεβαιότητες δηλαδή για τον εαυτό σου δεν είχες;
Όχι. Πριν από κάθε παράσταση ζω μια πολύ έντονη κατάσταση. Είναι σαν να προετοιμάζομαι για μια βουτιά στο κενό. Ποτέ δεν έχω πει «αχ, ωραία, πάω να παίξω». Εκείνη την ώρα, έρχομαι αντιμέτωπη με τον εαυτό μου, σαν να μπαίνω σε μια μάχη άγνωστη. Δεν θα μπορούσα ποτέ να ισχυριστώ ότι απολαμβάνω τις στιγμές πριν βγω στη σκηνή, μόνο ότι ρισκάρω και συγκρούομαι. Το βιώνω σαν κάτι πολύ οριακό κι επικίνδυνο. Όμως, από τη στιγμή που θα βγω στη σκηνή νιώθω πιο ασφαλής.

Μεγαλώνεις μέσα στο θέατρο. Ωριμάζεις όμως, μέσα στο θέατρο; Σε διαμορφώνει και αξιακά;
Δεν μπορώ να αποσπάσω την τέχνη από την υπόλοιπη ζωή μου. Στο θέατρο μπορώ να πω ότι αισθάνομαι και λειτουργώ πιο ελεύθερη. Εδώ μπορώ να δω πιο καθαρά και να επικοινωνήσω καλύτερα τη γνώμη, τις απόψεις και τα αισθήματα μου. Η εμπειρία μου στο θέατρο με επηρεάζει σε βαθμό καθοριστικό, τόσο που πιστεύω ότι δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά.

Στην «Δαμασκό» απευθύνεις στον Άγνωστο ένα ερώτημα, για το «αν έχεις πετάξει το ταλέντο του». Σε αφορά αυτό το ερώτημα;
Μπορείς κάλλιστα να ξοδέψεις τη δυνατότητα σου, ναι. Είναι πολύ επικίνδυνο να παρασυρθείς, να επαναπαυθείς ή να δοθείς πάρα πολύ, σε σημείο που να χάσεις τον εαυτό σου. Υπάρχουν πάρα πολλές σειρήνες που «έλκουν» το ταλέντο – και λέγοντας ταλέντο εγώ εννοώ αυτό που είσαι, αυτό που έχεις. Νομίζω ότι ο ηθοποιός πρέπει να είναι αρκετά προσεκτικός σε σχέση με το πόσο και το τι διαθέτει. Κάποτε θεωρούσα ότι στη ζωή δεν υπάρχουν όρια και ότι δίνουμε απλόχερα ότι θέλουμε να δώσουμε. Αυτό άλλαξε μεγαλώνοντας. Μπήκα σε μια άλλη ισορροπία: Από την μια να διατηρώ την αθωότητα μου, να είμαι ανοιχτή κι από την άλλη να είμαι υποψιασμένη για το ότι μπορεί να φθαρώ, να στεγνώσω.

Η ηρωίδα σου εδώ, η Κυρία λειτουργεί σαν οίστρος για καθετί που κάνει ο Άγνωστος του Στρίντμπεργκ. Πιστεύεις πως οι γυναίκες έχουν αυτή την εξουσία στις ζωές των ανδρών;
Παρότι ακούγεται επικίνδυνο, είναι ωραίο να αφήνουμε τις συναντήσεις μας στη ζωή να μας μετακινούν. Πιστεύω πολύ σ’ αυτή τη δύναμη των σχέσεων, αλλιώς τι νόημα έχει το πέρασμα μας από αυτό τον κόσμο;

«Για να αγαπήσω πρέπει πρώτα τα ταπεινώσω τον εαυτό μου» λέει η Κυρία σου. Αυτός είναι ο παράγοντας που κρίνει την «επιτυχία» ή την «αποτυχία» μιας αγάπης;
Όχι, δεν νομίζω. Γενικά, δεν με αντιπροσωπεύει η έννοια της ταπείνωσης. Η Κυρία βασανίζει τον Άγνωστο για να τον κατακτήσει. Αυτό που νομίζω ότι έχει αποτέλεσμα είναι να ρίχνουμε το εγώ μας για να μπορέσουμε να κοιτάξουμε τον άλλο στα μάτια.

Όταν αγαπάς τι σου συμβαίνει;
Δεν είμαι ο άνθρωπος που ανοίγεται πολύ εύκολα στον άλλο. Όταν ωστόσο αυτό συμβεί, δεν βάζω κανένα όριο. Η πίστη μου σ’ έναν άνθρωπο με οδηγεί τυφλά σχεδόν.

Σε τι άλλο πιστεύεις;
Στη δουλειά. Θεωρώ πως ούτε το ταλέντο, ούτε οι δυνατότητες επαρκούν για να καταφέρεις κάτι. Πιστεύω στη δουλειά, στο πάθος. Ο δάσκαλος μου στη σχολή, ο Δημήτρης Οικονόμου μου έλεγε πως «η πίστη θέλει τεχνική», ότι δηλαδή δεν φτάνει να λες πως πιστεύεις σε κάτι, μα πρέπει να δουλεύεις γι’ αυτή σου την πίστη. Δουλεύω πάρα πολύ για ό,τι πιστεύω.

 

Πηγή:Tospirto

 

RELATED ARTICLES

Most Popular

WE RECOMMENT FOR YOU