Thursday, February 9, 2023
spot_img
HomeΣυνεντεύξειςΣυνέτευξη της Ρένης Πιττάκη

Συνέτευξη της Ρένης Πιττάκη

«Πάντα θα σκέφτομαι τον ρόλο σαν το άλογο που θα με βοηθήσει να καλπάσω».

Το σαλόνι της έχει υπέροχη θέα. Όλη η Πλάκα ανοίγεται μπροστά στα μάτια μας – για λίγο χάρισμα μας. Με την τέντα σηκωμένη, ο απογευματινός ήλιος εισβάλλει μέσα, αντανακλώντας ζέστη από το ξύλινο πάτωμα. Το φως την τυφλώνει, μα δεν δυσανασχετεί. «Τόσα χρόνια στα σκοτάδια της σκηνής και των υπογείων, έπρεπε να χαρώ κι εγώ τον ήλιο» λέει. Η Ρένη Πιττακή – πράγματι ένα γνήσιο παιδί του Υπογείου και δη του Θεάτρου Τέχνης – είναι κατά τα άλλα, μια πολύ φωτεινή γυναίκα. Κουρνιάζει στον καναπέ της – αφού προηγουμένως έχει αφήσει στο τραπεζάκι μπροστά μας σοκολατάκια και δροσερό νερό – κι είναι έτοιμη να απελευθερώσει κάτι από τη λάμψη της. Βέβαια, θα έρθει η ώρα που στην κουβέντα θα ομολογήσει και τις σκοτεινιές της. Είναι η ώρα, που κατά σύμπτωση, ο ήλιος δύει και που εκείνη θ’ ανάψει το πορτατίφ.

Όλη σας η ζωή το Θέατρο Τέχνης;
Αν κάτσω να μετρήσω τα χρόνια, χωρίς να υπολογίζω τα χρόνια της σχολής, έχω ζήσει 40 χρόνια μέσα στο Τέχνης. Βεβαίως, δεν μέτρησαν εξίσου όλα αυτά τα χρόνια μέσα μου.

Τα χρόνια δίπλα στον Κουν φαντάζομαι πως είχαν την μεγαλύτερη βαρύτητα.
Ναι, η πρώτη περίοδος που έζησα εκεί με έφερε στο πλευρό του Κουν ο οποίος ήταν ακόμα μέσα στην ενέργεια – παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Από την πρώτη στιγμή, το Πάσχα του ’66 που πάτησα το πόδι μου πάνω στη σκηνή του Υπογείου, τότε ως τριτοετής μαθήτρια της σχολής για να παίξω στο «Μαρά Σαντ» κι έζησα την εξαιρετική εμπειρία της παράστασης και της διδασκαλίας του Κουν. Ήταν, αυτό που λέμε, μια απόλυτη εμπειρία. Και παρότι δεν ήμουν έτοιμη να παίξω ο Κουν μου έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο στον «Γυρισμό» του Πίντερ, κάτι που τότε αισθάνθηκα βαρύ φορτίο στην πλάτη μου. Όμως ο Κάρολος Κουν τολμούσε να εμπιστεύεται νέους ανθρώπους.

Πόσο σας καθόρισε;
Ήταν ένα τεράστιο κεφάλαιο στην πορεία μου. Είχε πολύ μεγάλη σημασία αυτή η εμπιστοσύνη που μου έδειξε, με βοήθησε να είμαι σωστή μαθήτρια πριν γίνω ηθοποιός. Ο Κάρολος Κουν με βοήθησε να υπάρξω, να σταθώ στα πόδια μου, να εκπαιδευτώ σωστά γιατί με τον χαρακτήρα που είχα ίσως να μην είχα αντέξει τους κανόνες της αγοράς. Ξέρετε, δεν ήμουν ένα παιδί που θα έμπαινε στο χώρο και για να επικρατήσει θα παραγκώνιζε τους άλλους. Ήμουν κάτω από τις φτερούγες του, προστατευμένη. Κι από την άλλη, ήταν όλο αυτό το περιβάλλον γύρω από τον Κουν: Οι συγγραφείς, Έλληνες και ξένοι, οι ποιητές, οι μεταφραστές. Φαντάσου να έχεις δασκάλους τον Πλωρίτη και τον Ελύτη, τον Τσαρούχη, τον Χατζιδάκι. Καταλαβαίνετε τι πρόλαβα να ζήσω; Με ποιες προσωπικότητες συναναστράφηκα;

Και παρόλα αυτά δεν σκεφτήκατε ποτέ να αναλάβετε την διεύθυνση του θεάτρου.
Όχι, ποτέ. Αφενός γιατί υπήρξαν διάφορες εμπλοκές τότε κι αφετέρου γιατί πάντα ήμουν διστακτική κι επιφυλακτική σε διευθυντικές και διοικητικές θέσεις. Πάντα αισθανόμουν μεγαλύτερη ασφάλεια από τη θέση του ηθοποιού και της μαθήτριας.

Ακόμα κι όταν μαθητεύετε στο πλευρό ενός νέου σκηνοθέτη όπως είναι ο Δημήτρης Καραντζάς;
Όταν εμπιστεύομαι κι εκτιμώ κάποιον, προσφέρομαι γιατί είναι η δοκιμασία και η περιπέτεια που έχει επίσης σημασία στην καλλιτεχνική μου διαδρομή. Και τώρα που μόλις βγαίνω από μια σκληρή διαδικασία προβών κι έχω ακόμα την φόρτιση της δουλειάς συνειδητοποιώ πως ο Δημήτρης είναι από τα δυνατότερα χαρτιά του θεάτρου μας.

Πώς οργανώθηκε η επιστροφή σας στο Τέχνης, δεδομένου πως και η καλλιτεχνική διευθύντρια Μαριάννα Κάλμπαρη είναι επίσης μαθήτρια σας.
Όταν ανέλαβε η Μαριάννα – η οποία εκτός από μαθήτρια είναι και φίλη μου – υπήρξε από την πρώτη στιγμή η κοινή διάθεση για ένα ζωντάνεμα της σχέσης μου με το Τέχνης. Ήταν εκείνη που με πλησίασε με πολύ τρυφερότητα και ζεστασιά και έτσι φτάσαμε στον Ίψεν. Η φετινή είναι μια πολύ σημαντική χρονιά για το Τέχνης νομίζω• έχει επιστρέψει ο Βασίλης Παπαβασιλείου με μια εξαιρετική παράσταση, η Λυδία Κονιόρδου, ο Νίκος Μαστοράκης – δεν θα μπορούσα να λείψω κι εγώ.

Θα λέγατε ότι έχετε ζήσει τις πιο έντονες στιγμές της καριέρας σας μέσα στο Τέχνης;
Νομίζω ότι ήταν μια σύνθεση στιγμών και όχι απαραίτητα κάτω από μια στέγη. Φεύγοντας από το Τέχνης βγήκα πραγματικά στην αγορά. Συνεργάστηκα με το Κεφαλληνίας, το Κυκλάδων – οι οποίοι φυσικά ήταν χώροι συγγενικοί για τον τρόπο που αντιμετώπιζα το θέατρο. Νομίζω πάντως, πως δεν επιλέγουμε τις εποχές της ανθοφορίας μας. Και μέσα στο Τέχνης και έξω από αυτό, έζησα στιγμές άνθησης αλλά και κάμψης. Πάντως, σίγουρα, εκείνο το συναίσθημα της εκτίναξης το βίωσα μέσα στο Τέχνης.

Στη διαδρομή σας έχει οδηγήσει η όρεξη για διάκριση ή η ανάγκη να υπάρξετε στο θέατρο;
Μάλλον το δεύτερο. Το θέατρο δεν ήταν για μένα μια εύκολη ή ακαριαία επιλογή. Κι ούτε έπαψα να έχω αμφιβολίες. Είχα πλέον μπει στη σχολή όταν ένιωσα σίγουρη πως το θέατρο πραγματικά με εκφράζει. Μέχρι τότε πίστευα πως ήταν το πάθος για να σπουδάσω που με οδηγούσε. Όμως κατάλαβα πως, ναι, έτσι θέλω να υπάρχω. H επιτυχία από την άλλη, είναι συνεπακόλουθο αυτής της επιλογής. Ξέρω φυσικά πως και στην γενιά μου υπήρχαν ηθοποιοί που έλεγαν εξ αρχής «εγώ θα γίνω αυτό». Εγώ από την άλλη είπα «θα γνωρίσω τα πράγματα με αυτό τον τρόπο και με αυτό το μέσο».

Πότε αισθανθήκατε ικανή ως ηθοποιός;
Για πρώτη φορά αισθάνθηκα ότι είχα αρχίσει να φτιάχνω ένα στίγμα ερμηνευτικό το 1971. Δηλαδή, πέντε χρόνια αργότερα από το ντεμπούτο μου, μετά από σκληρή μαθητεία και ζύμωση. Από εκεί και ύστερα ξεκίνησα να κάνω ρόλους, έπαιξα στο «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» την Τιτάνια κι ύστερα στην «Οπερέτα» του Γκομπρόβιτς όπου μάλιστα τιμήθηκα ως νέα ερμηνεύτρια με το βραβείο Κοτοπούλη.

Βλέπατε πέρα από το Τέχνης;
Ούτε κατά διάνοια! Δεν υπήρχε ούτε διάθεση, σκέψη ή ψυχικό απόθεμα• όλο το είναι μου ήταν απορροφημένο από το θέατρο Τέχνης. Ήμουν αδιαπραγμάτευτα εκεί. Μόνο μέσα στη δεκαετία του ’80 όπου το Τέχνης είχε αρχίσει πια να αποτελεί μέρος του θεατρικού κατεστημένου, να χάνει την επιδραστικότητα του παρελθόντος και να παίρνει δημιουργικά την κατιούσα κάτι συνέβη μέσα μου. Όταν πια πέθανε κι ο Κουν ένιωσα πως δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, παρά να ψαχτώ. Βέβαια, ενώ με «έτρωγε» το παραπέρα δεν ήθελα να εγκαταλείψω τη διάδοχη κατάσταση. Έκανα λοιπόν, κάποιες εξόδους από το «πατρικό» του Τέχνης. Δούλεψα για το Φεστιβάλ της Πάτρας επί Μικρούτσικου, δούλεψα με τον Μαρμαρινό στο «Δάγκωμα του φιδιού»,απευθύνθηκα μέχρι και στο εμπορικό θέατρο δουλεύοντας στο «Παρκ» στις «Σφαίρες πάνω από το Μπρόντγουεϊ».

Και η οριστική ρήξη πότε προκύπτει;
Μετά από μια έντονη διαφωνία. Τότε άρχισα να απομακρύνομαι. Δεν είχα καλή συνεννόηση με την τότε διοίκηση. Όταν δε, πέθανε και ο Μίμης Κουγιουμτζής, ο τελευταίος μου συνδετικός κρίκος με το θέατρο Τέχνης, αποφάσισα την οριστική μου αποχώρηση. Έπαιξα για τελευταία φορά το 2002 στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ»• τη θυμάμαι πολύ έντονα αυτή την, τελευταία στην Επίδαυρο, παρουσία μου.

Αναπολείτε ρόλους;
Ασφαλώς. Δεν τους αναπολώ με την έννοια ότι επιζητώ τις αναμνήσεις αλλά ξέρω ότι υπήρξαν στιγμές πολύ σημαντικές. Η αλήθεια, είναι πως περνούν τα χρόνια και καμιά φορά μπορεί να σκεφτώ σιωπηρά ότι δεν έκανα αυτόν ή εκείνον το ρόλο – αλλά, και πάλι, δεν μετανιώνω. Ήταν σκέψεις που έφυγαν μαζί με την εποχή τους. Εξάλλου, δεν είναι εποχές που πλέον βάζεις μπροστά ένα ρόλο, έχουν όλα σημασία, οι συντελεστές, η κοινωνία γύρω μας. Βέβαια, ηθοποιός είμαι και πάντα θα σκέφτομαι τον ρόλο σαν το άλογο που θα με βοηθήσει να καλπάσω.

«Καίγεστε» ακόμα για το θέατρο;
Σίγουρα αθροίζεται η κούραση των χρόνων αλλά νιώθω πως υπάρχει ακόμα μια φλόγα μέσα μου. Δεν είναι φλόγα που θα βάλει φωτιά, αλλά μια φλόγα που σιγοκαίει.

Υπήρξε εποχή που νιώθατε ότι το θέατρο ήταν η μία και μόνη προτεραιότητα σας;
Μα έτσι ήταν, όπως τα λέτε. Τρελαινόμουν για το θέατρο. Δεν με ενδιέφερε τίποτε άλλο.

Χάσατε πράγματα μέσα από αυτή την αφοσίωση;
Όχι. Κι εδώ έρχομαι σε σύγκρουση με τους ήρωες του Ίψεν στο «Όταν ξυπνήσουμε εμεις οι νεκροί» οι οποίοι μετανιώνουν για τα χρόνια που έδωσαν στην τέχνη. Φυσικά και διέθεσα πολύ από το χρόνο μου αλλά ακόμα κι εκείνη την ώρα που το έκανα ήξερα ότι το θέατρο είναι η ζωή μου. Δεν ξεστόμισα ποτέ πως άλλο είναι η ζωή κι άλλο η δουλειά. Για μένα ήταν ένα σχήμα. «Η ζωή και η τέχνη μπερδεύονται και δεν υπάρχει προσωπική ζωή για έναν καλλιτέχνη έξω από την τέχνη του. Υπάρχει;». Αυτό είναι απόσπασμα από το «Ταξίδι μακριά» της Λούλας Αναγνωστάκη. Έτσι ένιωθα κι εγώ. Όλα ήταν πολύ συγγενικά, ακόμα κι ο γάμος μου με τον Μίμη (Κουγιουμτζή) συνέβη μέσα στο θέατρο. Από την άλλη, έχω και κάποιους φίλους εξωθεατρικούς κι εκεί έρχεται μια ισορροπία.

Ούτε μετανιώσατε;
Βεβαίως και κρίνω στιγμές της ζωής μου που έπρεπε να γίνουν έτσι ή αλλιώς. Έχω αρκετό σκοτάδι και θλίψη από παιδί μέσα μου ώστε να αυτομαστιγώνομαι για παρόμοιους λόγους. Όμως δεν θα καθίσω πάνω στη μεταμέλεια μου. Δεν πίστεψα ποτέ ότι όλα στη ζωή μου είναι καλά καμωμένα. Μπορεί ερήμην μου να με καταβάλουν πράγματα. Μπορεί η κούραση που καμιά φορά νιώθω να είναι άθροισμα και τέτοιων καταστάσεων γιατί είμαι βαθιά ενοχικό άτομο. Από την άλλη, φροντίζω να παίρνω αποστάσεις από τα πράγματα.

Την επίμαχη φράση, ότι ζείτε χωρίς θέατρο, την έχετε τολμήσει;
Αυτό παίζεται… Άλλοτε μπορώ. Όταν έμεινα ένα χρόνο εκτός, χωρίς να παίξω, δεν διαταράχθηκε η ισορροπία μου. Άλλοτε πάλι έχω μια ανησυχία γενικότερη γιατί έχει λείψει κάθε ασφάλεια στη ζωή μου. Τα τελευταία χρόνια, ας πούμε, αισθάνομαι φρικτά παραζαλισμένη από όλο αυτό που βιώνουμε ως χώρα. Πρέπει να είσαι παχύδερμο για να μην επηρεάζεσαι. Είναι ένα μόνιμο αγκάθι μέσα μου. Τρομάζω ότι συνηθίζουμε σε αυτό, στην ασχήμια, στη φτώχεια, στη μιζέρια και κυρίως συνεχίζουμε να προσπερνάμε ανθρώπους που κοιμούνται στο δρόμο. Με τρελαίνουν όλα αυτά. Αναρωτιέμαι τι λέω, τι κάνω εγώ; Παίζω στο θέατρο; Μιλάω για τον Ίψεν; Τελικά όμως, κατευνάζω όλη μου τη θλίψη με δουλειά. Το έχω ανάγκη. Δεν μπορώ να σκεφτώ ότι δεν χρειαζόμαστε κάτι πολύτιμο όσο το θέατρο. Το χρειαζόμαστε όπως όλα, όπως την βοήθεια στο διπλανό, στον πρόσφυγα. Πολιτική είναι και ο τρόπος που στέκεσαι απέναντι στα πράγματα, δεν είναι μόνο να τρέξεις στην άμεση ανάγκη. Σίγουρα προέχει αυτό – αλλά δεν είναι το μόνο.

Στον Ίψεν υποδύεστε τη μούσα ενός γλύπτη την ώρα που έχετε υπάρξει μούσα πολλών σκηνοθετών.
Ναι κάτι το οποίο έζησα με μεγάλη χαρά, όσο πιο πολύ μπορούσα, ως κάτι φυσικό. Μου δόθηκε απλόχερα, ήταν μια μεγάλη ευλογία. Μεγαλώνοντας, όταν πέρασα σε μια άλλη εποχή και συνθήκη, συνειδητοποίησα την αξία αυτής της σχέσης: Είσαι εκεί και κάποιος εμπνέεται από σένα. Είναι μια διαρκής κινητοποίηση από δύο ανθρώπους που σου δίνει ευτυχία με όλες τις σκοτεινιές της.

Είναι ευθύνη να περιμένει κάποιος να εμπνευστεί από σένα;
Φυσικά αισθάνθηκα κι ευθύνη όταν εισέπραξα κάτι τέτοιο από τον Κουν. Μια εποχή στο Τέχνης με φώναζαν «μοναχοκόρη». Τότε φοβήθηκα μην εφησυχάσω. Σταδιακά βέβαια, απορροφάς την ένταση, το συνηθίζεις.

Στην ομορφιά σας παγιδευτήκατε;
Δεν θεώρησα ποτέ όμορφο τον εαυτό μου – ακόμα κι όταν ήμουν νέα. Δεν πίστευα ότι ήμουν άσχημη αλλά ποτέ δεν λάνσαρα τον εαυτό μου ως ωραία. Πάντα υπήρχαν πολύ ωραιότερες γύρω μου.

Το πέρασμα του χρόνου το αντιμετωπίσατε ήπια;
Κι αυτό έχει τις στιγμές, τις εποχές του. Ανακαλώ φορές που ήμουν πιο βαριά, πιο σκοτεινή επειδή μεγάλωνα. Μετά ελάφρωνα, είχε να κάνει με τη διάθεση της ζωής. Ο χρόνος είναι ένα ζήτημα άλυτο. Ποιος δεν στέκεται μπροστά στον καθρέφτη να δει τι γίνεται, που βρίσκεται… Είναι φορές που δεν θέλεις να κοιτάξεις τον εαυτό σου απέναντι, λες «δεν». Όμως παρηγορούσα τον εαυτό μου λέγοντας του πως δεν είναι αυτή η τελική ετυμηγορία. Μην νομίζεις πως σκεφτόμουν σαν την Σκάρλετ Ο’ Χάρα, δήθεν πως «αύριο είναι μια άλλη μέρα», όχι. Πάντως το μετέθετα για να το ξανακοιτάξω με άλλο, πιο φιλικό μάτι.

RELATED ARTICLES

Most Popular

WE RECOMMENT FOR YOU