Συντευξης της Έλλης Παπακωνσταντίνου

«Άλλος είναι ο διαχειριστής της Ιστορίας μας».

Μου στέλνει μια φωτογραφία της από το Ζάγκρεμπ. Στέκεται μπροστά σε μια σπαρμένη από graffiti σιδερένια πύλη, μέσα στο λεοπάρ αδιάβροχο της κι ένα ψυχεδελικό φόρεμα. Το Ζάγκρεμπ είναι η τέταρτη, ευρωπαϊκή πόλη, στην οποία η Έλλη Παπακωνσταντίνου ταξιδεύει με την τελευταία σκηνοθεσία της, το «Revolt Athens» ύστερα από την Βαρκελώνη, το Βερολίνο και την Βιέννη. Και πριν σταθμεύσει στην Αθήνα του Ελληνικού Φεστιβάλ, στην πατρίδα αυτού του πολιτικού project – του συχνά προβοκατόρικου, όπως και η ίδια παραδέχεται. «Μέσα στην παράσταση, στο πλαίσιο μιας δράσης, ο μουσικός Τηλέμαχος Μούσας προτείνει να πουλήσουμε τις ελληνικές βραχονησίδες για να πληρώσουμε το χρέος. Πάνω σε αυτό, μια κριτικός της Βιέννης, αφού εκθειάζει την παράσταση, αναφέρει πως την ίδια πρόταση έχει κάνει κι εκείνη στο ελληνικό προξενείο! Κι εκεί συνειδητοποιείς ότι έχεις ν’ αντιμετωπίσεις μια κατάσταση on block» διαπιστώνει η σκηνοθέτις, που πριν από δέκα χρόνια επέλεξε συνειδητά την Αθήνα για μόνιμη κατοικία της, εγκαταλείποντας το Βερολίνο. Σήμερα, με την κρίση να έχει διαμορφώσει καθοριστικά τη στάση και την αισθητική της μέσα στο θέατρο, κάνει το τώρα της πόλης παράσταση, επιλέγοντας να μην μείνει ουδέτερη απέναντι στις σαρωτικές αλλαγές. Κι όπως λέει «δεν μου αρέσει αυτό που ακούω από συναδέλφους μου ότι εμείς δεν κάνουμε πολιτική, κάνουμε Τέχνη. Δεν θεωρώ ότι το ένα αντιστρατεύεται το άλλο».

Έχεις επιφυλάξεις για την τέχνη που καταπιάνεται με το εδώ και τώρα;
Πάρα πολλές. Με ενδιαφέρει δηλαδή, το πολιτικό θέατρο, αλλά δεν είναι όλη η τέχνη πολιτική. Επίσης η ύπαρξη ενός πλαισίου πολιτικού ή μη στην Τέχνη, δεν είναι πανάκεια. Να διευκρινίσω, όμως, πως το «Revolt Athens» είναι μια παράσταση που έχει στηθεί για το εξωτερικό. Στην Ελλάδα θα παρουσιαστεί όπως και στο εξωτερικό, σε αγγλική δηλαδή γλώσσα. Δεν θα ανέβαζα μια παράσταση στην Ελλάδα, με δόσεις αυτοαναφορικότητας. Θέλησα ν’ ανοίξω ένα διάλογο με Ευρωπαίους πολίτες που αντιμετωπίζουν όλο και πιο συχνά προβλήματα παρόμοια με τα ελληνικά. Σε μια εποχή που μας βομβαρδίζουν με νούμερα, ποσοστώσεις και οικονομικές πληροφορίες κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα να γινόμαστε απαθείς – εφόσον υπάρχει μεγάλος κορεσμός σε αυτή την πληροφορία – και τελικά να μη γνωρίζουμε πραγματικά τι συμβαίνει.

Πώς είναι δομημένη η παράσταση;
Αρχικά θέτει το ζήτημα των data και πως από αυτά μπορούμε να περάσουμε στον άνθρωπο. Όσο για το δεύτερο μέρος της είναι αφαιρετικό, ποιητικό, όπου μέσα από βίντεο, εικόνες, τραγούδια και δράσεις δεν απαντάμε μετωπικά στην επικαιρότητα και προσπαθούμε ν’ αποτυπώσουμε το ασυνείδητο: Τι συμβαίνει πίσω από την πρώτη εικόνα. Μέσα από ένα λιγότερο δομημένο λόγο, μιλάμε για μια ανοιχτή πραγματικότητα που έχει να κάνει με την ατομική στάση του καθενός.

Επομένως είναι μια προσπάθεια οργανωμένης αμφισβήτησης.
Ναι, είναι μια συνειδητή προσπάθεια να ανατρέψουμε τα θέματα των στερεοτύπων. Υπάρχουν κάποια κυρίαρχα αφηγήματα για την Ελλάδα: Το ένα είναι το τουριστικό (ούζο, συρτάκι, σουβλάκι) που είναι διαχρονικό. Το άλλο αφορά στους δήθεν τεμπέληδες Έλληνες, που δεν έχουν σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, και, πως η δυσκολία στην οργάνωση του ελληνικού κράτους έχει επίπτωση στο πορτοφόλι του Ευρωπαίου. Επίσης τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί το αφήγημα ότι οι Έλληνες προηγούνται των υπολοίπων Ευρωπαίων ανακαλύπτοντας καινοτόμες ιδέες και μηχανισμούς για να αντεπεξέλθουν γενικότερα στην κρίση.

Στην επαφή με τους ξένους θεατές, διαπιστώνεις πως έχουν αφομοιώσει όλα αυτά τα στερεότυπα;
Βέβαια, γιατί η πληροφορία είναι πολύ ελεγχόμενη σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Επομένως όλα αυτά τα αφηγήματα αποτελούν εργαλεία παρότι απέχουν από την πραγματικότητα. Είναι χαρακτηριστικό πως όταν με καλούν να μιλήσω στο εξωτερικό για ζητήματα Τέχνης συναντώ μια συγκεκριμένη προσδοκία• περιμένουν από εμάς τους Έλληνες να γίνουμε best practice κι αυτό είναι εξαιρετικά προβληματικό. Πρώτα απ’ όλα η κρίση για κάθε λαό είναι μια άλλη συνθήκη. Δεν μπορούμε να τα ανάγουμε όλα σε ένα μύθο ή σε μια γενίκευση. Το πρόβλημα της Κρίσης είναι Κρίση της Δύσης κι αν κάτι μας ενώνει στο βίωμα αυτής της κατάστασης είναι το φάντασμα που πλανάται πάνω από τα κεφάλια μας ώστε να μην μπορούμε να αντιληφθούμε αυτή την κατάσταση ως μια εν δυνάμει δημιουργική συνθήκη. Αντιμετωπίζουμε όλα τα στερεότυπα εσχατολογικά όχι ως αφετηρία για να πάμε σε κάτι καινούργιο. Διανύουμε μια περίοδο που επικρατεί ένα βουητό και στη διάρκεια αυτού ανταλλάσσουμε ένα κώδικα επιβίωσης.

Ταξιδεύοντας σε άλλες πόλεις της Ευρώπης συναντάς κάτι από την ελληνική παρακμή; Είναι δηλαδή, ευρωπαϊκό το χάος που δοκιμάζουμε πρώτοι εδώ;
Όσο περνάει ο καιρός κι άλλες χώρες καταλαβαίνουν τι σημαίνει κρίση. Η Αυστρία παρολίγον να αποκτήσει ακροδεξιό πρόεδρο, στη Σκανδιναβία καταρρέει το μοντέλο της σοσιαλδημοκρατίας, η Γαλλία είναι στους δρόμους, η Αγγλία ίσως βγει από την Ένωση. Όλη η Ευρώπη είναι σε μια κατάσταση φοβερής αναμόρφωσης. Τα αδιέξοδα αρχίζουν να γίνονται κοινά. Η ιδέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμφισβητείται. Ένα σύστημα έχει φτάσει στα όρια του κι αυτό σηματοδοτεί κάτι – οπότε καλό είναι ο πολιτικός λόγος να το συζητήσει. Γιατί όλο και περισσότερο, οι πολίτες της Ευρώπης αισθάνονται μεγαλύτερη απόσταση από τους κυβερνώντες. Αυτό σε συνάρτηση με την εξάπλωση του φόβου, το συναίσθημα ότι κάτι θα συμβεί μέσα σε αυτό το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο, ο φόβος για επιβίωση είναι κοινός.

Πιστεύεις πως προχωράμε προς μια συρρίκνωση της δημοκρατίας πανευρωπαϊκά και ευρύτερα στο δυτικό κόσμο;
Φυσικά και το εργαλείο για να γίνει αυτό είναι τα στερεότυπα που λέγαμε πριν. Κι έχω την αίσθηση ότι τα αφηγήματα αυτά έρχονται από έξω προς τα μέσα. Άλλος είναι ο διαχειριστής της ιστορίας μας. Επίσης, φοβάμαι τον κρυφό φασισμό που δεν αντιμετωπίζεται μετωπικά. Την ελίτ που γίνεται όλο και πιο πλούσια την ώρα που οι υπόλοιποι οδηγούμαστε σ’ έναν εργασιακό Μεσαίωνα.

Εύχεσαι μια μέρα να ξυπνήσεις και ν’ ακούσεις στις ειδήσεις ότι κάτι συμβαίνει;
Μα πιστεύω ότι στη Δύση συμβαίνει κάτι. Στην Ελλάδα νομίζουμε ότι δεν συμβαίνει τίποτα και πενθούμε το τέλος της Δημοκρατίας. Αυτό είναι το στερεότυπο που αναπαράγουμε εμείς για τους εαυτούς μας. Προσωπικά όμως, θεωρώ ότι κινούνται οι εξελίξεις και εντός κι εκτός Ελλάδας. Κάτι τέτοιες στιγμές, σκέφτομαι το απόσμασμα στον «Βόυτσεκ» του Μπύχνερ όπου αναφέρεται πως «όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα, θα είμαι στην πρώτη γραμμή, έτσι πρέπει να γίνει» γιατί ο ήρωας συνειδητοποιεί πως δεν θα ζήσει μέχρι την αλλαγή και το γύρισμα του τροχού. Όμως, όπως και τότε, έτσι και τώρα η αλλαγή δρομολογείται. Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι έχουμε αρχίσει να σκεφτόμαστε το τέλος του καπιταλισμού, μια πιθανή διάλυση της ΕΕ, ότι έχουμε αρχίσει να σκεφτόμαστε μέσα από την κοινωνία των πολιτών ως έναν άλλο τρόπο συνδιαλλαγής με την εξουσία.

Θεωρείς πως είναι κοντινό σενάριο η διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Η Ε.Ε. είναι ένα ιστορικό φαινόμενο. Δημιουργήθηκε μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και σε μεγάλο βαθμό είναι ένα εφεύρημα ανθρώπων που είχαν τη γνώση και το βίωμα του πολέμου. Οι επόμενες γενιές όμως δεν γνώρισαν πόλεμο και ίσως πρέπει να το ζήσουμε – δεδομένου ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Δυστυχώς, μας συμβαίνει το παράδοξο να μην διδασκόμαστε από την ιστορική εμπειρία.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Γαλλία πως το αποτιμάς;
Όλα τα κινήματα, στην Ελλάδα, στην Ισπανία έχουν αφήσει το αποτύπωμα τους, όχι μέσα σε μια ειδησεογραφική μετάδοση αλλά στις αντιλήψεις των ανθρώπων που μοιράζονται κοινά προβλήματα στην καθημερινότητα τους. Γιατί δυστυχώς ζούμε από την μια πλασματική κι από την άλλη μια πραγματική κατάσταση. Φυσικά, δεν μπορώ να ξέρω πως θα εξελιχθεί το κίνημα της Γαλλίας όπως δεν ήξεραν οι σύγχρονοι του πως θα εξελισσόταν ο Μάης του ’68.

Με ρεαλιστικούς όρους, τι θα σήμαινε εξέγερση για σένα;
Καταρχάς να διαπιστώσω μια πολύ προβληματική χρήση της έννοιας «εξέγερση». Έχουμε δει, ακόμα και νεοφιλελεύθερες πρακτικές να οικειοποιούνται τους όρους του δρόμου και της διαμαρτυρίας. Το πιο επαναστατικό για μένα λοιπόν, είναι στη μικροκλίμακα του και στον πυρήνα ο καθένας να είναι δημιουργικός. Να αναζητά δημιουργικά τον τρόπο που θα συνδιαλλαγεί με το εδώ και τώρα. Και κυρίως να είναι δημιουργικός στο επίπεδο της κατανόησης του άλλου. Πάντως, αισθάνομαι πως οι Έλληνες έχουμε επωμιστεί μια μεγάλη ευθύνη, να δώσουμε το πρόταγμα για να ξεκινήσει από εδώ μια επανάσταση. Προσωπικά αποποιούμαι αυτή την ευθύνη. Δεν νομίζω καν ότι έχουμε τις λέξεις γι’ αυτό που συμβαίνει – πόσο μάλλον τις λύσεις.

Πιστεύεις ότι η Αθήνα, η Ελλάδα είναι στις στάχτες της;
Είναι αλήθεια πως η πραγματικότητα είναι τόσο σκληρή και ζοφερή που πρέπει να αρχίσουμε να χτίζουμε από το μηδέν. Να δημιουργήσουμε μια νέα γλώσσα, ένα νέο τρόπο.

Ποιο κομμάτι της Αθήνας της κρίσης αγαπάς ή μισείς;
Η Αθήνα είναι μια πόλη που συμβαίνουν τόσα πολλά πράγματα. Και ίσως να μην έχουμε πάρει απόσταση για να δούμε ότι μεταλλάσσεται πάρα πολύ γρήγορα με όλες τις διακυμάνσεις, τη φυσική κούραση από τα δεινά μας και τις διαρκείς ματαιώσεις. Μέσα σε αυτό το χάος που ισορροπούμε είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα πόλη. Έτσι λοιπόν, αισθάνομαι τόσο τυχερή όσο και άτυχη που ζω εδώ, αλλά γύρισα από το Βερολίνο το 2007 πολύ συνειδητά, ήταν η επιλογή που πήρα. Αγαπώ πολύ την Αθήνα για τους ανθρώπους της.

Μετάνιωσες ποτέ που επέστρεψες;
Όχι. Δεν με ενδιαφέρουν τα αποστειρωμένα περιβάλλοντα. Δεν με ενδιαφέρει να μπω σ’ ένα ισορροπημένο περιβάλλον και να κάνω έρευνα για το θέατρο. Χωρίς να λέω ότι δεν μου λείπει κι αυτό.

Πώς έχεις αλλάξει ως καλλιτέχνης μέσα στην κρίση;
Αν κοιτάξω από το 2009 μέχρι σήμερα, η ματιά μου είναι πολύ διαφορετική. Έχει αλλάξει η αισθητική μου, τα μέσα που χρησιμοποιώ, ο στόχος, το κοινό μου, πήρα άλλη θέση απέναντι στα πράγματα. Υπάρχει ένα στοιχείο κατεπείγοντος σε αυτό που ζούμε και αναπαράγουμε ως Τέχνη. Καταρχάς αυτό που χάθηκε για μένα είναι η βιτρίνα και ο ναρκισσισμός του καλλιτέχνη. Μέχρι πρότινος, λειτουργούσαμε πολύ πιο κοντά στα δεδομένα της αστικής τάξης που ήθελε τον καλλιτέχνη να είναι πιο έξυπνος, πιο όμορφος, λαμπερός. Αυτό το σύστημα κατέρρευσε και δεν υπάρχει πια και θα πρέπει να αντικατασταθεί από δομές που στηρίζονται σε άλλες αξίες, σε μια πιο ειλικρινή σχέση με την κοινωνία. Κάποια στιγμή σκεφτόμουν πως το κοινό μου θα ήθελα να λέει ότι πήγα σε παράσταση της Παπακωνσταντίνου όπως λέει ότι κατεβαίνει στο δρόμο να διαμαρτυρηθεί.
Αν σε λίγα χρόνια από σήμερα κοιτάζεις τις παραστάσεις σου τι θα ήθελες να συναντάς σε αυτές;
Τη διαπίστωση ότι θυσίασα την εγωπάθεια μου προσπαθώντας να κινήσω μια μηχανή, να αρθρώσω λόγο στο εδώ και τώρα. Κατά καιρούς, μέσα στους κύκλους της Ιστορίας η θέση που παίρνει ο καλλιτέχνης είναι θέμα προτεραιοτήτων. Και δεν με απασχολεί ακόμα κι αν είναι πιο άτεχνο αυτό που παράγω και συνειδητά δεν καθρεφτίζει μια υψηλή αισθητική. Πάντως δεν θα ήθελα τα ερωτήματα των παραστάσεων μου να είναι αγκιστρωμένα στην επικαιρότητα αλλά ν’ ανοίγουν κι άλλους δρόμους.

Πηγη: tospirto