WordPress database error: [Table 'ecinema_wp1.tds_plans' doesn't exist]
SELECT * FROM tds_plans

Συντευξη της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη | e-cinema.gr
Monday, April 22, 2024
spot_img
Homecinema newsΣυντευξη της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη

Συντευξη της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη

«Η ιδιοσυγκρασία μου είναι λίγο πιο βαριά για να αντέξει την αβάσταχτη ελαφρότητα μιας κωμωδίας…».

Την ημέρα της συνέντευξης τα χιόνια έλιωναν σιγά σιγά στο κέντρο της Αθήνας, το κρύο ήταν διαπεραστικό. Στην είσοδο του θεάτρου της Οδού Κυκλάδων, κοιτούσα τη δεσπόζουσα φωτογραφία-σκιά του Λευτέρη Βογιατζή μέχρι να τελειώσει η πρόβα της «Πλατείας Ηρώων». Δεν άργησε πολύ. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη βγήκε ντυμένη με χοντρό μπουφάν και κασκόλ. Φοβόταν μην αρρωστήσει, καθώς επίκειται η πρεμιέρα του έργου και ταυτόχρονα τραγουδά στο αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο με τον Μανώλη Μητσιά. Με οδηγεί στα καμαρίνια, ανάβει ένα ηλεκτρικό καλοριφέρ ανάμεσά μας και ξεκινάμε… Με μία έμφυτη, αριστοκρατική σχεδόν, ευγένεια μού μιλάει γεμάτη ενθουσιασμό για το έργο και την προϊστορία του. «Η Πλατεία Ηρώων είναι η κεντρική πλατεία της Βιέννης. Στις 15 Μαρτίου 1938, ο Χίτλερ καταλήγει σ΄αυτήν και γίνεται δεκτός με θριαμβευτικές ιαχές από 200.000 Βιεννέζους. Το έργο είναι γραμμένο από τον Μπέρνχαρντ 50 χρόνια μετά, το 1988, κατά παραγγελία του τότε διευθυντή του Μπουργκτεάτερ. Σ΄αυτό, η οικογένεια ενός Εβραίου καθηγητή Πανεπιστημίου, του Γιοζεφ Σούστερ, επιστρέφει μετά τον πόλεμο στην αυστριακή πρωτεύουσα και, για να αντιμετωπίσει το προσωπικό και συλλογικό τραύμα, αγοράζει ένα διαμέρισμα πάνω στην πλατεία Ηρώων. Η πράξη αυτή δεν αποδεικνύεται θεραπευτική ούτε γι΄αυτόν ούτε για την νευρασθενική γυναίκα του. Ο καθηγητής αυτοκτονεί πέφτοντας από το παράθυρο του διαμερίσματός του…».

«Σκοτεινιάζει» αναφερόμενη στις διαχρονικές προεκτάσεις του έργου που σήμερα είναι πιο έντονες από ποτέ…

Το έργο πραγματεύεται το αδιέξοδο όχι μόνο της Αυστρίας ή της Ευρώπης, αλλά του κόσμου ολόκληρου, οι πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις του αντανακλώνται και στην Ελλάδα. Μιλά για την πτώση των αξιών, για μία γενικότερη κατάρρευση, αλλά και για το ότι υφέρπει ένα φασιστικό πνεύμα που πια ωθεί αυτούς που το ασπάζονται να βγουν από τις τρύπες τους σαν φίδια. Αναρωτιέμαι αν ζούσε ο Μπέρνχαρντ – ο οποίος πέθανε λίγες ημέρες μετά την πρεμιέρα του έργου- τι θα έγραφε σήμερα, που στις αρχές Δεκεμβρίου στις Αυστριακές εκλογές παραλίγο να βγει ο πρώτος ακροδεξιός πρωθυπουργός στην Ευρώπη με ελάχιστη διαφορά ψήφων.

Πώς το ερμηνεύετε αυτό;
Σε καιρούς κρίσης βρίσκουν αφορμή αυτές οι ιδεολογίες να αναπτυχθούν. Το είδαμε και στο μεσοπόλεμο με το μεγάλο οικονομικό κραχ του ’29, πόσο «δόθηκε» στη ναζιστική ιδεολογία το βήμα να αναπτυχθεί και να ανέβει στην εξουσία, να γίνει ο κυρίαρχος του κόσμου και να γίνει η αιτία όλων αυτών των εγκλημάτων.

Δεν συνειδητοποιούμε λοιπόν τα λάθη μας;
Η ανθρωπότητα δε διδάσκεται ποτέ. Κάποιοι άνθρωποι το νιώθουν, το παρακολουθούν και το ξορκίζουν, αλλά δυστυχώς υπάρχει ένα πάρα πολύ μεγάλο ποσοστό που το θυμό και την αγανάκτησή τους αντί να τη διοχετεύσουν εναντίον των πραγματικά υπεύθυνων, αποκτούν μια φασιστική ιδεολογία και τη διοχετεύουν αλλού. Αντί να τους φταίξει το εμπόριο όπλων, η κεντρική οικονομική εξουσία και το πως αυτή έχει δημιουργήσει την οικονομική κρίση, στρέφονται εναντίον των προσφύγων και των αδύναμων. Είναι ένα από τα ανεξήγητα πεδία λειτουργίας του ανθρώπινου μυαλού.

Τι σας γοητεύει ιδιαίτερα στην Πλατεία Ηρώων;
Καταρχάς το θέμα του έργου, που είναι σαν να γράφτηκε σήμερα, και η γλώσσα του. Είναι πολύ ιδιαίτερη, έχει συνεχείς επαναλήψεις με ελάχιστες παραλλαγές κάποιων λέξεων, που όμως προσδίδουν διαφορετικό νόημα και εμμονή στο χαρακτήρα που εκφέρει τα λόγια αυτά. Μερικές φορές είναι σχεδόν παραληρηματική. Παράλληλα, υπάρχει τρομερό χιούμορ, ένα σαρκαστικό σχεδόν κυνικό στοιχείο, διαποτισμένο με ειρωνεία που επιτυγχάνει να τονίσει ακόμη περισσότερο την τραγικότητα της κατάστασης.

Και στο ρόλο σας;
Η κυρία Τσίτελ που υποδύομαι, είναι χρόνια στην υπηρεσία της οικογένειας και κυρίως του καθηγητή Σούστερ. Έχουμε να κάνουμε με την ανώτερη τάξη της Βιέννης, με μια αριστοκρατική τάξη που έχει όλους τους τρόπους της ευγένειας, του καθωσπρεπισμού και της σωματικής συμπεριφοράς. Το σώμα είναι περιορισμένο, υπακούει σε πολύ αυστηρούς κανόνες, δεν θέλει να ενοχλεί οπτικά με μια φλυαρία κινήσεων, είναι πολύ συντηρητικό. Αυτός ο εγκλωβισμός που υφιστάμεθα όλοι μας. Από κάτω όμως υπάρχει ένα μυαλό που είναι σε πυρετό. Από λεγόμενα της αφήνεται να διαφανεί πως υπήρχε μία βαθύτερη σχέση ανάμεσα σ΄αυτην και τον καθηγητή, όχι ερωτική, αλλά περισσότερο μία από την πλευρά της πλατωνική σχέση αγάπης. Δεν τον παρουσιάζει ως το αθώο θύμα μιας κατάστασης. Ενώ πρόκειται για έναν τόσο ευαίσθητο και βαθιά καλλιεργημένο άνθρωπο που πηγαίνει σε συναυλίες, στο θέατρο και διαβάζει, μέσα στην οικογένειά του φέρεται με τον ίδιο τρόπο που προσάπτει στους διώχτες του. Αναπαράγει αυτήν την ιδεολογία, είναι καταπιεστικός, είρων, σαρκαστικός, δε συγχωρεί στη σύζυγό του ούτε την αδυναμία της ασθένειάς της, χαρακτηριστικά που δεν συνάδουν με την καλλιέργεια της ψυχής και του πνεύματός του.

Γιατί αυτοκτόνησε ο καθηγητής Σούστερ;
Ο Μπέρνχαρντ δε δίνει συγκεκριμένα αίτια για την αυτοκτονία, αλλά απ΄ όσα λέγονται, από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και το γενικότερο αδιέξοδο του έργου και της κοινωνίας γενικότερα, θα έλεγα πως είναι μία δραπέτευση ενός πνευματικού και ευαίσθητου ανθρώπου από έναν κόσμο που είναι τόσο σκοτεινός και ο οποίος δεν μπορεί να τον εμπεριέχει πια.

Πώς προσεγγίζει το έργο ο Δημήτρης Καραντζάς;
Στέκεται πάρα πολύ στο έργο και ακολουθεί αυτό που ορίζει. Το ακούει, το διαβάζει προσεκτικά και το αφήνει να «μιλήσει». Δεν επιλέγει μια διαφορετική φόρμα, όπως τον έχουμε δει να κάνει ακόμη και σε κλασικά κείμενα. Έχει αυτήν την ευφυΐα της εσωτερικής ανάγνωσης, έχει κατανοήσει πολύ καλά το νήμα της σκέψης και των συνειρμών των χαρακτήρων και γιατί τελικά οδηγούνται σε συγκεκριμένες πράξεις. Πρόκειται για ένα έργο λόγου με δομή μουσικού κομματιού. Ο ίδιος ο Μπέρνχαρντ, άλλωστε, είχε σπουδάσει μουσική και αυτή του η γνώση πάντα διοχετεύεται στα κείμενά του.

Αν κλείνατε τα μάτια σας…ποιες φωνές θα ακούγατε και από ποια πλατεία; Ποια είναι η δικιά μας Πλατεία Ηρώων;
Σκέφτομαι την πλατεία Συντάγματος που έχει βαρύνει από την ιστορία, τις συγκεντρώσεις, τις βόμβες μολότωφ, τα μάρμαρα, τα ματ, τους αγανακτισμένους. Και λίγο πιο κάτω, η πυρπόληση του Αττικόν και του Απόλλωνα, τα θύματα της Μαρφίν. Τι να πρωτοπεί κανείς… Ακόμη και τα Εξάρχεια, μια περιοχή που διαρκώς βράζει και η σύγκρουση είναι καθημερινή, ιδίως μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου.
Ωστόσο, για να μην συγχέουμε τα πράγματα, στην πλατεία Ηρώων οι ιαχές του πλήθους ήταν υπέρ των ναζί, στην πλατεία Συντάγματος ακούστηκαν φωνές διαμαρτυρίας. Γενικά οι πλατείες είναι οι καρδιές των πόλεων, εκεί τα σώματα των πολιτών αφομοιώνουν τα κύματα της ιστορίας και συντελείται μια ενεργειακή έκρηξη.

Βγαίνει κάτι από αυτού του είδους τις αντιδράσεις;
Θεωρώ πως το σύστημα είναι πολύ ισχυρό και δεν κλυδωνίζεται εύκολα. Το έχουμε ζήσει στο πετσί μας όλα αυτά τα χρόνια. Ο εγκλωβισμός που υφιστάμεθα είναι πολύ ισχυρός και φαίνεται πως είναι πολύ μακρύ ακόμη το τούνελ. Ακόμη και κάποιες ελπίδες που είχαμε ως λαός τα τελευταία χρόνια, σβήνουν η μία μετά την άλλη…

Πόσο τελικά το παρελθόν μάς επιβάλλεται τυραννικά;
Φαίνεται πως η εμπειρία δεν μεταδίδεται, μάλλον η κάθε γενιά και ο κάθε άνθρωπος, πρέπει να περάσει από αντίστοιχες καταστάσεις και να μάθει από μόνη της. Γενικά δεν είμαστε καλοί μαθητές, έχουμε και πάρα πολύ κακούς δασκάλους. Όλα ξεκινούν από το βαθύ κύτταρο του ανθρώπου και την απληστία. Έχει να κάνει δηλαδή με τον πόθο προς τη εξουσία και την ισχύ που προσφέρει το χρήμα. Αυτό είναι η κινητήρια δύναμη, money makes the world go around…

Από που αντλείτε ελπίδα;
Μόνο από τους αγαπημένους μου ανθρώπους και την αγάπη που δίνω και παίρνω και από τη δουλειά μου. Το θέατρο ανήκει σε μια ποιητική περιοχή, είναι τέχνη και έχει μέσα του μια παρηγοριά. Όπως και στο έργο, ο μικρόκοσμός του καθηγητή έχει στηθεί από τη λογοτεχνία που διαβάζει και τη μουσική που ακούει, εκεί και μόνο έβρισκε παρηγοριά. Το ίδιο ισχύει και για μένα. Το γεγονός ότι συνδιαλέγομαι με ανθρώπους που εκτιμώ, που έχω να μάθω από αυτούς, το ότι ζω μέσα σ’ ένα χώρο πολιτισμού και ευγένειας, με κάνει και νιώθω κάπως πιο προστατευμένη από ο,τι συμβαίνει έξω.

Να υποθέσω πως δεν έχετε καμία εμπιστοσύνη στους πολιτικούς;
Πουθενά και σε κανέναν. Πού είναι τα οράματα; Βαρεθήκαμε να τα ακούμε, δεν τα βλέπουμε ποτέ. Το έργο είναι γραμμένο το 1988, ένα χρόνο μετά έπεσε το τείχος του Βερολίνου και όλος ο υπαρκτός σοσιαλισμός. Ήταν το τέλος μια εποχής. Παράλληλα, βλέπουμε πως ο καπιταλισμός είναι ο πιο ισχυρός δυνάστης πάνω στη γη, το αντίπαλον δέος έχει εκλείψει. Ακόμη και η κομμουνιστική Κίνα αναπτύσσεται με καπιταλιστικούς ρυθμούς…

Τι σας κάνει απαισιόδοξη;
Όλη αυτή η απίστευτη φτώχεια, ο εκπατρισμός των ανθρώπων, ο πόλεμος γύρω μας. Οι καταστάσεις έχουν εκτροχιαστεί, στην Τουρκία γίνονται τρομοκρατικά χτυπήματα, δεν ξέρω πως ο Ερντογάν θα αντιμετωπίσει τα εσωτερικά του προβλήματα και με όλη την προβληματική συμπεριφορά που έχει επιδείξει τελευταία μας ανοίξει κανένα μέτωπο. Το ότι δεν έχουμε υγεία, οι άνθρωποι κλείνουν τις επιχειρήσεις τους, πεθαίνουν από το κρύο ή από αναθυμιάσεις σε μαγκάλια, ενώ στις πολυκατοικίες στρέφεται ο ένας ενάντια στον άλλον επειδή δεν έχουν να πληρώσουν τα κοινόχρηστα. Είναι λυπηρό που τα λέμε όλα αυτά τώρα με αφορμή ένα θεατρικό έργο, αλλά εμείς οι καλλιτέχνες είμαστε κεραίες μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι και δεν μπορούμε να μη μιλήσουμε ή να επιλέξουμε φαρσοκωμωδίες, απλά και ανώδυνα έργα.

Θα μπορούσατε αλήθεια να παίξετε ποτέ σε κωμωδία;
Όχι, θα ντρεπόμουν. Όλα τα χρόνια της πορείας μου είμαι εστιασμένη σ’ ένα ρεπερτόριο που το βασικό του θέμα είναι η ανθρώπινη ύπαρξη και η περιπέτειά της και τα τελευταία χρόνια πολύ το οικονομικοκοινωνικοπολιτικό πρόβλημα.
Υπάρχουν άλλοι συνάδελφοι που κάνουν κωμωδίες και δίνουν στον κόσμο την ανάγκη της διεξόδου, γιατί και το γέλιο δεν είναι απλή ιστορία, είναι μια αναγκαιότητα. Απλώς, εμένα η ιδιοσυγκρασία μου είναι λίγο πιο βαριά για να αντέξει την αβάσταχτη ελαφρότητα μιας κωμωδίας…

Σας φοβίζει ο χρόνος που περνά σαν καλλιτέχνιδα;
Υπάρχει μια φράση που λέει η κυρία Τσίτελ και την αισθάνομαι και εγώ πολύ έντονα το τελευταίο διάστημα «όταν μεγαλώνεις εξοικειώνεσαι με το θάνατο». Βέβαια, ο άνθρωπος δεν θα κατανικήσει ποτέ το φόβο του θανάτου ή των γηρατειών. Το θέμα είναι να το φιλοσοφήσει, να δεχτεί πως ίσως αυτό που ζούμε είναι ένα κομμάτι ενός άγνωστου συμπαντικού σχεδίου που εμείς δεν θα το αντιληφθούμε ποτέ με το περιορισμένο των αισθήσεων και του μυαλού μας.
Προσωπικά προσπαθώ να είμαι επικεντρωμένη στο σήμερα, χωρίς να παρελθοντολογώ, φροντίζω να είμαι δημιουργική μέσα σε μια σύγχρονη αντίληψη της τέχνης, δεν με ενδιαφέρουν οι κατεστημένες συντηρητικές απόψεις. Μου αρέσει να συνεργάζομαι με νέους σκηνοθέτες που έχουν πιο ρηξικέλευθη άποψη, ακόμη και αν πολλές φορές αυτή δεν αρέσει και γίνεται ενοχλητική ή ακόμη και μη κατανοητή. Γι΄αυτό είμαι και με τον Δημήτρη Καραντζά ή τον Γιάννη Χουβαρδά το καλοκαίρι που μας πέρασε..

Πηγή : Tospirto

RELATED ARTICLES

Most Popular

WE RECOMMENT FOR YOU