Wednesday, February 21, 2024
spot_img
Homecinema newsΣυνντευτξη της ηρω μπέζου

Συνντευτξη της ηρω μπέζου

«Στην Ελλάδα έχουμε ένα μικρό κόμπλεξ. Οτιδήποτε δεν είναι εμφανώς σοβαρό το σνομπάρουμε».

Το μικρό, χαριτωμένο κοριτσάκι που έκανε τα πρώτα του περάσματα ως ηθοποιός στο σίριαλ «Εκείνες κι εγώ» στο πλευρό του πατέρα της Γιάννη Μπέζου, μεγάλωσε. Σήμερα, στα 28 της χρόνια, η Ηρώ Μπέζου, κόρη του γνωστού ηθοποιού και της Ναταλίας Τσαλίκη, είναι μια γοητευτική νέα γυναίκα με εμπειρία στο θέατρο, το τραγούδι, την μεταγλώττιση, αλλά και το σινεμά. Φέτος ειδικά ήταν η χρονιά της: μέσα σε διάστημα λίγων μόλις μηνών συμμετείχε σε δύο μεγάλου και δύο μικρού μήκους ταινίες που προβλήθηκαν στα Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και Δράμας αντίστοιχα. Συνολικά δηλαδή σε τέσσερις ταινίες! Στην Θεσσαλονίκη, δεν είχε καλά καλά τελειώσει η προβολή του «Όντως φιλιούνται;» του Γ. Κορρέ, στην οποία μας εντυπωσίασε με την ομορφιά, το ταλέντο και την σπιρτάδα της, όταν συνειδητοποιήσαμε πως πρωταγωνιστεί και στην αμέσως επόμενη, το «Αφτερλωβ» του Στ. Πάσχου –άλλη μια «πειραγμένη» ρομαντική κομεντί που θα δούμε στις αίθουσες την Άνοιξη.
Το κινηματογραφικό της ντεμπούτο το έκανε πριν μερικά χρόνια στο «Γάλα» του Γ. Σιούγα που βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό του Β.Κατσικονούρη. Άλλο τώρα αν το σινεμά, όπως μας είπε στην συνάντησή μας, της προέκυψε μάλλον τυχαία. Με το θέατρο τα πράγματα είναι πιο σοβαρά. Κάπως σαν τον «Ανεμο», την παράσταση του Κωνσταντίνου Ρήγου, που θα παίζεται μέχρι την Κυριακή στο Ρεξ –μια καλή ευκαιρία να τη γνωρίσει κανείς.

Μεγαλώσατε με δύο ηθοποιούς. Η υποκριτική ήταν μονόδρομος για σας;
Ήταν μ’ έναν τρόπο αυτονόητο. Οι δικοί μου δεν με ενθάρρυναν, αλλά δεν με απέτρεψαν κιόλας. Δεν ζήτησα την συμβουλή τους, αλλά είδα πώς είναι όλο αυτό και μου άρεσε. Ίσως σ’ ένα άλλο περιβάλλον να μην μου ξυπνούσε αυτή η παρόρμηση. Έτσι, όταν τέλειωσα το Λύκειο μπήκα στην Δραματική Σχολή του Εθνικού.

Μου κάνει εντύπωση πως ήδη από τα 21 σας βρεθήκατε στην Επίδαυρο, και δουλέψατε με τον Χουβαρδά…
Στον Χορό συμμετέχουν πολλά νέα παιδιά, δεν είναι κάτι πρωτότυπο. Μετά τη Σχολή πάντως, με τον Χάρη Φραγκούλη και τον Γιάννη Παπαδόπουλο φτιάξαμε μια ομάδα, με την οποία ασκηθήκαμε σε πιο δύσκολα πράγματα. Η ομάδα μας λέγεται «Κουρσκ» (από το ρωσικό υποβρύχιο). Ξεκινήσαμε το 2011 με Βόυτσεκ και πέρυσι συμμετείχαμε στο Φεστιβάλ Αθηνών με την παράσταση «Ο Άρντεν πρέπει να πεθάνει». Συνήθως σκηνοθετεί ο Χάρης, με τον οποίο συμπρωταγωνιστούμε στην ταινία «Αφτερλωβ». Τον Απρίλιο, στο BIOS θα ανεβάσουμε το «Λεντς» του Μπύχνερ.

Πάντως υπάρχει μια τάση να δημιουργούνται ομάδες και στο σινεμά τα τελευταία χρόνια.
Πράγματι. Ίσως γιατί δεν θέλουμε να περιμένουμε σώνει και ντε από κάποιον πιο έμπειρο να μας δώσει την ευκαιρία. Παράλληλα βέβαια, κάνουμε κι άλλες δουλειές ο καθένας.

Είσαστε πολύ νέα, αλλά έχετε ήδη ένα πλούσιο βιογραφικό. Ποια δουλειά σας μέχρι σήμερα θα ξεχωρίζατε;
Ο βαθμός συμμετοχής σε μια παράσταση, το αν δηλαδή έχεις σημαντικό ρόλο, δεν είναι το πιο καθοριστικό. Θυμάμαι τότε που ανεβάζαμε την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή και πηγαίναμε σε Λύκεια, παίζαμε στα ίδια τα σχολεία δηλαδή. Ήταν ακραία δύσκολο, ήμασταν 4 άνθρωποι. Λοκατζίδικο! Πολύ όμορφη ανάμνησή μου ήταν και τα 3 χρόνια που έπαιζα στην Παιδική Σκηνή του θεάτρου «Πορεία».

Με τον Χάρη Φραγκούλη είστε ένα αξέχαστο δίδυμο στο «Αφτερλωβ». Και η σύλληψη της ταινίας πρωτότυπη: ένας ερωτευμένος νέος, «φυλακίζει» σε μια βίλα την πρώην του μέχρι να καταλάβει γιατί στο καλό τον χώρισε. Ο Φραγκούλης βγάζει μια γοητευτική τρέλα στην ταινία. Είναι έτσι τρελούτσικος και στην πραγματικότητα;
Γνωριζόμαστε πολλά χρόνια με τον Χάρη. Δεν θα’ λεγα πως το «τρελούτσικος» συνοψίζει τον χαρακτήρα του. Ας πούμε πως έχει μια τάση προς την ελευθερία και αφήνεται να «παίζει» με τα πράγματα. Δεν βάζει φρένο….

Τελικά γιατί χωρίζετε στο «Αφτερλωβ»; Οι απόψεις διίστανται…
Οι θεατές μπορούν να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα. Για μένα πάντως, όταν υπάρχει κάτι τόσο ισχυρό σε μια σχέση, δηλαδή μια τόσο έντονη επιθυμία και από τις δύο πλευρές, είναι δύσκολο να βιωθεί η καθημερινότητα. Υπάρχει κάτι πολύ πολεμικό σε αυτό το κινηματογραφικό ζευγάρι. Κάτι τόσο δυνατό που δεν θα μπορούσε να επιβιώσει, με τον ίδιο τρόπο που ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα δεν θα μπορούσαν να είναι ποτέ μαζί –αλλά γι΄ αυτό ακριβώς θα είναι για πάντα….

Πώς θα περιγράφατε το «Οντως φιλιούνται;».
Είναι μια ταινία με πανέξυπνους διαλόγους. Μια κωμωδία για τις ανθρώπινες σχέσεις με επίκεντρο έναν άντρα που δυσκολεύεται να έρθει σε επαφή με το άλλο φύλο και τους ανθρώπους γενικότερα. Είναι σαρκαστική και τρυφερή ταυτόχρονα. Και μου αρέσει που βλέπουμε το ζευγάρι της ταινίας στην αρχή της σχέσης τους. Ενώ συνήθως βλέπουμε είτε το πριν είτε το μετά μιας σχέσης. Εδώ ο φακός εστιάζει σε μια φάση της σχέσης που εκτός από ροζ, είναι και πολύ διερευνητική του ποιος είναι ο άλλος, είναι δηλαδή η περίοδος που χτίζεται η σχέση, χωρίς να είναι απαραίτητα τρελό πάθος.

Μου έκανε εντύπωση πως στο φιλμ ο Ομηρος Πουλάκης παίζει έναν διανοούμενο, συμπαθή ντραγκ ντίλερ. Κόντρα στα στερεότυπα…
Καλά, δεν πουλάει και ηρωίνη, ούτε είναι κανένας νονός της νύχτας. Θα μπορούσε να πουλάει κάποιος χασίς χωρίς να είναι απαραίτητα σκοτεινός τύπος. Όχι, δεν μου φάνηκε παράξενο αυτό. Αυτό που έχει πλάκα είναι πως αράζει μαζί με τους πελάτες του και τους μιλάει χαλαρά στον καναπέ.

Και οι δύο μεγάλου μήκους ταινίες σας φέτος είναι ρομαντικές κομεντί. Αλήθεια, γιατί το είδος αυτό δεν ευδοκιμεί στην Ελλάδα; Θεωρείτε πως έχει να κάνει με έναν κακώς εννοούμενο διανοουμενισμό του ελληνικού σινεμά;
Νομίζω πως έχουμε ταυτίσει το είδος με την τηλεόραση. Ή παίζουν συνήθως ηθοποιοί της τηλεόρασης σε τέτοιες ταινίες, κι έτσι υπάρχει μια προκατάληψη. Αν σε μια κομεντί δεν παίζει κάποιος σταρ δεν ξέρουν καν πώς να την πλασάρουν. Νομίζω πως στην Ελλάδα έχουμε ένα μικρό κόμπλεξ. Οτιδήποτε δεν είναι εμφανώς σοβαρό το σνομπάρουμε. Κι αυτό συμβαίνει και με τις κωμωδίες, κι ας λένε όλοι πόσο δύσκολο είναι να γυριστεί μια καλή κωμωδία. Ακόμα και στα Όσκαρ λίγες κωμωδίες φτάνουν. Γενικά υπάρχει μια υποτίμηση, ένας σνομπισμός για κάποια είδη. Και είναι και κάτι ακόμα: τα τελευταία χρόνια, οι ξένοι, τα φεστιβάλ, οι ατζέντηδες, θέλουν να βλέπουν από την Ελλάδα δουλειές με σαφέστατη αναφορά στην κρίση. Ουσιαστικά είναι σαν να σου λένε «εσείς εδώ μόνο τη φτώχεια σας, την ανεργία σας και το προσφυγικό μπορείτε να πουλήσετε». Με τον τρόπο τους αποθαρρύνουν τους δημιουργούς από άλλα πράγματα.

Κι όμως, στην πράξη οι νέοι Έλληνες σκηνοθέτες δεν ασχολούνται και τόσο με την κρίση… O Λάνθιμος και η Τσαγγάρη ας πούμε.
Ο Λάνθιμος έτσι κι αλλιώς δουλεύει έξω πλέον. Και πρόσφατα, στη Θεσσαλονίκη είδαμε τουλάχιστον δύο ταινίες που εμπνέονται από την κρίση: το «Park» και την «Πλατεία Αμερικής». Όταν βγήκε το «Suntan» είπαμε επιτέλους « να και μια ταινία με «κανονική» ιστορία!». Λες και οι σχέσεις δεν αφορούν το σήμερα. Τελικά το να πας σινεμά και να δεις μια ταινία που θα είναι ελληνική δεν είναι καθόλου αυτονόητο.

Οι γονείς σας έχουν δει τις ταινίες που πρωταγωνιστείτε φέτος;
Καμία ακόμα. Αλλά δεν είμαι και ιδιαίτερα περίεργη για την γνώμη τους. Ούτε νιώθω κάποια ανασφάλεια, δεν φοβάμαι την αποδοκιμασία τους -οι γονείς μου γενικά με εμπιστεύονται. Ούτε θα το πάρω προσωπικά αν δεν τους αρέσει κάποια δουλειά μου».

Πώς ήταν όταν συμπρωταγωνιστήσατε με τον πατέρα σας στην «Αντιγόνη» του Ανούιγ;
Πάντως δεν υποκρινόμασταν πως ήμασταν άγνωστοι. Μου έδειξε μεγάλη εμπιστοσύνη. Είχε κάποιες δυσκολίες –ήταν δύσκολο και το έργο. Αλλά ήταν μια ευκαιρία να δω πώς είναι να παίζεις με τον πατέρα σου. Γνωριστήκαμε καλύτερα σε ένα άλλο πλαίσιο. Αλλά μου φαίνεται τόσο μακρινό αυτό σήμερα….

Στον «Ανεμο», στο Ρεξ, τραγουδάτε κόλας;
Όχι, αν και θα το ήθελα. Πρόκειται για χοροθεατρική παράσταση (devised theatre) με 6 χορευτές, 6 ηθοποιούς και 4 μουσικούς. Τα κείμενα αναφέρονται και στις 4 εποχές του χρόνου. Μου αρέσει πολύ η εγγύτητα με τόσους χορευτές. Είναι πολύ εργατικοί, πολύ γειωμένοι οι χορευτές. Λειτουργούν με έναν άλλο τρόπο. Σε εμπνέει όλο αυτό».

Και μια που λέμε για τραγούδι, υπάρχει ακόμα το συγκρότημά σας, οι «Smelly cats»;
Όχι πια, είναι ένα γκρουπ που δημιουργήσαμε με τον Δημήτρη Σαμόλη και τον Γιωργή Τσουρή με τους οποίους ήμασταν μαζί στη Σχολή. Σήμερα τα παιδιά έχουν βγάλει δίσκο. Τότε συμμετείχε και ο Λαέρτης Μαλκότσης και άλλοι φίλοι. Ήμουν η μόνη κοπέλα. Κάναμε τριφωνίες, διασκευάζαμε παρεξηγημένα κομμάτια…

Και μάλλον αγαπούσατε πολύ τα «Φιλαράκια» έτσι;
Ναι, τις γάτες και τα «Φιλαράκια», εξ ου και ο τίτλος από το «Smelly Cat» που τραγουδά η Φοίβη. Μάλιστα το είχαμε τραγουδήσει κιόλας!.

Ελπίζω όχι τόσο παράφωνα όσο η Φοίβη…
Όχι, αποφεύγαμε τις παραφωνίες! Αν και θα είχε πλάκα κι αυτό…

Έχετε δανείσει τη φωνή σας και σε καρτούν, αν δεν κάνω λάθος…
Ναι, έχω ψώνιο με το animation. Συμμετείχα και στις δύο ταινίες «Πώς να εκπαιδεύσετε τον δράκο σας», κι έκανα και μια «Μαδαγασκάρη». Μου αρέσει πολύ αυτό.

Πολλοί συνάδελφοί σας εγκαταλείπουν την Ελλάδα. Σας πέρασε ποτέ κι εσάς αυτή η σκέψη;
Πέρα από την κρίση, πολλοί καλλιτέχνες πάνε έξω γιατί το επιθυμούν, ή γιατί πιστεύουν πως εκεί θα έχουν περισσότερες ευκαιρίες. Εγώ δεν είχα ποτέ στ’ αλήθεια αυτήν την επιθυμία. Ακόμα και τις στιγμές που δυσφορώ εδώ, δεν υπάρχει κάποιο άλλο μέρος που θα ονειρευόμουν να βρίσκομαι. Μου αρέσει η ζωή μου εδώ, η γειτονιά μου στα Πετράλωνα. Είμαι βέβαια και τυχερή που μέχρι τώρα μπορώ να ζω από την δουλειά μου χωρίς να κάνω κάποιο μεγάλο συμβιβασμό.

Υπάρχει η άποψη πως σήμερα οι νέοι δεν αντιδρούν σε όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Πως είναι νωθροί, αράζουν στις καφετιέρες ή φλυαρούν στα κοινωνικά δίκτυα περί ανέμων και υδάτων… Διαφωνείτε με αυτό;
Δεν θα διαφωνήσω, αλλά δεν μπορώ και να τους κατηγορήσω. Χωρίς να θέλω να δώσω άλλοθι σε κανέναν, συμφωνώ μ’ έναν φίλο που μου έλεγε πως όσο κι αν έχεις την ατομική σου ευθύνη και τη δυνατότητα της επιλογής, άλλο τόσο είσαι και κομμάτι αυτού του τόπου και θύμα αυτής της κατάστασης. Δεν μπορείς ξαφνικά να ξυπνήσεις ένα πρωί και να πεις «εγώ θα τα αλλάξω όλα». Διότι αποτελείς κι εσύ κομμάτι μιας βαλτωμένης, αντιδημιουργικής εποχής που πάσχει από γενικευμένη κατάθλιψη. Οι ρίζες του προβλήματος άλλωστε ξεκινούν από το παρελθόν. Δεν είναι έτσι απλό, «παιδιά βγείτε στους δρόμους!» Είναι και λίγο καραμέλα αυτό το «σηκωθείτε από τους καναπέδες σας!». Ούτε αρκεί το να σηκωθείς απλώς και μόνο για να μην νιώθεις ενοχές….

Πηγή : Tospirto

RELATED ARTICLES

Most Popular

WE RECOMMENT FOR YOU