Thursday, April 18, 2024
spot_img
HomeΣυνεντεύξειςΣύντευξη του Θόδωρου Τερζόπουλου

Σύντευξη του Θόδωρου Τερζόπουλου

«Δεν θα με κολάκευε η πρόταση να αναλάβω το υπουργείο Πολιτισμού. Απεναντίας• θα με θύμωνε».

Στο τραπέζι ένα τύμπανο, πρόσφατο ενθύμιο των ηθοποιών του στο Πεκίνο. Μια σφραγίδα στα μανδαρίνικα και η μελάνη της. Το σημείωμα επευφημίας των Πολωνών βαρυποινιτών. Το γυναικείο αντάρτικο των γυναικών της Ταϊβάν. Οι αναμνήσεις από την περιοδεία στη Λατινική Αμερική, από τη Γουατεμάλα και τη Χιλή. Το ανοιξιάτικο ταξίδι στην Περσία και το καλοκαίρι στη Σενεγάλη. Δεν αρκεί να περιγράψεις τον Θόδωρο Τερζόπουλο ως ένα πολίτη του κόσμου. Είναι τόσοι ανόθευτοι άνθρωποι μαζί και τόσοι κόσμοι μέσα στο μυαλό του, ώστε όσες φορές κι αν τον συναντήσεις, καμία δεν θα είναι ίδια με την προηγούμενη. Ούτε κι εκείνος θα είναι ίδιος με τον προηγούμενο εαυτό, αυτόν που είχες απαντήσει τον περασμένο χειμώνα πριν προσθέσει νέες, συνταρακτικές εμπειρίες στο ημερολόγιο εργασίας του.
Η ζωή του Θόδωρου Τερζόπουλου ορθώθηκε μέσα από την εργασία, ως απαράμιλλο πρότυπο παραγωγικού ανθρώπου που πάντοτε οδηγούνταν από εκείνη τη φράση του Μπρεχτ το «δείξ’το, καν’το». Έχουν περάσει 50 χρόνια δουλειάς από τότε που δούλευε ως κομπάρσος στο θέατρο και 30 από τότε που ίδρυσε το «Άττις» για να καλπάσει σε κάθε άκρη του πλανήτη με επιχείρημα το θέατρο. Το «Ανκόρ» η νέα του παράσταση που ανέβηκε πριν έξι μέρες στην αθηναϊκή του έδρα (με το δίδυμο της Σοφίας Χιλλ και του Αντώνη Μυριαγκού σε μουσικό σχεδιασμό του Παναγιώτη Βελιανίτη), τον βρίσκει κιόλας αμετανόητο στο ιστορικό Αλεξαντρίνσκι της Αγίας Πετρούπολης. Κι αν κάτι έχει αλλάξει σε τούτη την, εμμονικής δουλειάς, διαδρομή είναι τα λόγια του ανθρώπου που ομολογεί το άχθος, σωματικό και ψυχικό, την οικογένεια που του λείπει όσο μεγαλώνει. Ευτυχώς, έχει δρομολογήσει ένα «ελληνικό διάλειμμα» τεσσάρων μηνών. Πότε; «Από τον Ιανουάριο του 2018» απαντά, αλλά μέχρι τότε θα έχει συλλέξει ένα σωρό ιστορίες ακόμα για ν’ αφηγηθεί.

Έχοντας φρέσκια την ανάμνηση της θεατρικής Ολυμπιάδας στην Πολωνία, αισθάνεστε «ολυμπιονίκης» του θεάτρου;
Δεν ξέρω αν είμαι «ολυμπιονίκης», αλλά ένα μπορώ να πω: Ο πρωταθλητισμός είναι άγριο πράγμα. Πρέπει όπου πας να υπάρχει συνέχεια συνεργασιών, από αυτό εξαρτάται η επιτυχία και η επιβίωση. Από το Άττις, εξάλλου, ζουν επτά οικογένειες κι ομολογώ πως έχω κρατήσει σταθερούς τους μισθούς όλων – σαν να μην έχει μεσολαβήσει κρίση. Θέλω γύρω μου να βλέπω ανθρώπους χαρούμενους κι αν αισθανθώ κάποια αγωνία από μεριάς τους είναι σαν ράπισμα.

Είστε χαρούμενος από αυτό τον πρωταθλητισμό;
Πολλές φορές ναι, είμαι. Κι άλλες, εξίσου πολλές, είμαι κουρασμένος. Η κούραση εξαφανίζει τα ίχνη χαράς. Πριν τελειώσει κάτι, είμαι στο παρακάτω.

Το παρακάτω είναι η «Μάνα κουράγιο» του Μπρεχτ.
Να, όλα τα βιβλία εδώ είναι το υλικό της «Μάνας κουράγιο». Παράλληλα με την πρεμιέρα του «Ανκόρ» ολοκληρώνω το concept για την παραγωγή στο Αλεξαντρίνσκι. Εκεί θα συνεργαστώ με ακαδημαϊκούς ηθοποιούς. Έχω την τεράστια χαρά να δω τον ηθοποιό στη διαδικασία της μεταμόρφωσης, πώς εγγράφεται στο πρόσωπο κάθε εσωτερική αλλαγή.

Τι έχει προηγηθεί στα μεγάλα σας ταξίδια;
Να σκεφτώ. Το τελευταίο πεντάμηνο σκηνοθέτησα τον «Αγαμέμνονα» στο Πεκίνο. Επέστρεψα στην Αθήνα για το διεθνές σεμινάριο όπου συμμετείχαν ηθοποιοί και μαθητές από 14 χώρες (το επόμενο έχει κλείσει ήδη), στη συνέχεια πήγα στην Ιαπωνία για μια σειρά διαλέξεων αλλά η συγκλονιστική εμπειρία ήταν στην Ταϊπέϊ με τις «Βάκχες». Έκανα έναν Χορό 16μελή, τον καλύτερο χορό τραγωδίας που έχω κάνει ποτέ – συνταρακτικός. Και τολμώ να πω ότι ήταν μια τις μεγαλύτερες συγκινήσεις που έχω ζήσει σε τούτη τη δουλειά. Παίξαμε υπό βροχή και με ειδοποίηση για τσουνάμι. Πέντε ώρες πριν την παράσταση θεατές που δεν είχαν εισιτήρια στέκονταν έξω από το θέατρο μήπως και βρουν κάτι στη μαύρη αγορά. Στον αποχωρισμό οι κοπέλες έκλαιγαν γοερά, έκλαιγα κι εγώ μαζί τους. Όταν φεύγαμε αναρωτιόμασταν που πάμε τώρα, το αφήνεις αυτό;

Σε κάθε σημείο του πλανήτη σας υποδέχονται με σεβασμό και θαυμασμό. Χαίρεστε με αυτή τη συνθήκη ή ενίοτε σας απωθεί κιόλας;
Δεν θέλω να με θαυμάζουν αλλά δεν συμβαίνει συχνά με τρόπο απόλυτο. Θέλω να με σέβονται και να τους σέβομαι. Η δουλειά μου έχει γίνει αποδεκτή σε δεκάδες χώρες και με αυτή την έννοια είναι όλα πιο οικεία. Με υποδέχονται με αγάπη, ειλικρίνεια κι αυτό μου δίνει χαρά κι ενέργεια. Ηδη έχω συστήσει δικές μου ομάδες σε κάποια θέατρα, ακριβώς γιατί συνεργαζόμαστε μαζί τόσα χρόνια. Αυτή τη στιγμή, σε δέκα θέατρα του κόσμου, υπάρχουν ανσάμπλ που ακολουθούν τη μέθοδο των 60 ασκήσεων για να βγουν στη σκηνή. Κι αυτό με συγκινεί. Όπως και το βιβλίο μου που μεταφράζεται σε πολλές γλώσσες, ακόμα και στα Φαρσί και στα Σουαχίλι.

Για πόσο ακόμα θα δουλεύετε σ’ αυτούς τους ρυθμούς;
Όσο αντέχω. Όταν κάποιος επενδύει σε μια παράσταση μου ένα εκατομμύριο ευρώ όπως έγινε στις «Βάκχες» στην Ταϊπέι πρέπει να είμαι απόλυτα συνεπής• πρέπει να πετύχει η παράσταση μου.

Θέλετε να είστε βέβαιος γι’ αυτά που κάνετε ή και αβέβαιος;
Είμαι βέβαιος για τον προγραμματισμό, θέλω να λειτουργεί πολύ σωστά όλο το τεχνικό μέρος και οι ημερομηνίες για να έχω τη δυνατότητα να ακυρώνω και κάποια πράγματα. Μπαίνω με μια βεβαιότητα όσον αφορά τη γλώσσα μου και με μια αβεβαιότητα που υπαγορεύει πως πρέπει να την καταστρέφω συνέχεια. Είμαι στην πρίζα και όσο γίνεται αυτοαναιρούμαι.

Φοβάστε τη στιγμή που θα χρειαστεί να σταματήσετε το θέατρο;
Δεν το έχω σκεφτεί καν. Όχι ότι δεν μου επιτρέπω να το σκεφτώ όμως το πλάνο μου αυτή τη στιγμή είναι πενταετές. Βρίσκω το κουράγιο μέσα από την προσωπική μου δουλειά, την τρέλα – η οποία ευτυχώς δεν με εγκατέλειψε. Δεν έγινα, λόγω ηλικίας, ένας φρόνιμος, συγκεντρωμένος κύριος που βολεύεται στα λίγα. Κάνω πολλά μέχρι εκεί που πάει. Τώρα αυτό τι είναι; Να σκοτώσω το θεριό; Μπορεί να είναι και συμφιλίωση με το θάνατο αλλά και αποφυγή του θανάτου συνάμα. Ίσως έχει μέσα και τη μανία της φυγής.

Μέσα στο «Άττις» συμπληρώνετε 30 χρόνια εργασίας.
Ναι, τριάντα είναι τα χρόνια του «Άττις» και 50 τα δικά μου• την πρώτη φορά που πατούσα το πόδι μου στο θέατρο κι έπαιζα ως κομπάρσος πριν φύγω για Γερμανία.

Πέρασαν γρήγορα αυτά τα χρόνια;
Όχι μεσολάβησαν πολλά γεγονότα. Έζησα σε πολλές εποχές και σε πολλά επίπεδα. Σαν να είμαι πολλοί άνθρωποι.

Αν σταματούσατε σε μια εποχή μνήμης – μια μόνο – ποιά θα ήταν;
Η στιγμή της δημιουργίας και του έρωτα. Όταν δούλευα στο θέατρο κι ήμουν συνάμα ερωτευμένος.

Πάει καιρός;
Πολλά χρόνια. Αλλά εύχομαι να το ζήσει ο καθένας, να είναι πολύ δημιουργικός και πολύ ερωτευμένος. Αυτός είναι ο παράδεισος αλλά δεν διαρκεί πολύ. Δυστυχώς, ο άνθρωπος είναι ατελής.

Τι έχουν σημάνει αυτά τα 30 χρόνια του «Άττις» για εσάς; Ποιά είναι τα σημεία αναφορά σας;
Μου φαίνεται πως έχω πολύ ισχυρά σημεία αναφοράς. Η εμπειρία στην Ταϊπέι, για παράδειγμα, είναι ένα τέτοιο. Θα θυμάμαι πάντα τη δουλειά μου με τους Ινδιάνους στον Αμαζόνιο και στη Μποκοτά, την περιοδεία στον Καύκασο όπου πήγα να δω το χωριό που γεννήθηκε η μάνα μου, τη συνάντηση με τους Αβορίγινες της Αυστραλίας. Νομίζω δηλαδή πως οι πιο δυνατές στιγμές ήταν εκεί που υπήρξε εθνολογικό ενδιαφέρον.

Και η Ευρώπη;
Δεν είναι η αναφορά μου η Ευρώπη παρότι η παιδεία και η σκέψη μου είναι ευρωπαϊκή και παρότι έχω παρουσιάσει δουλειές στη Σαουμπίνε, στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ, στο Πίκολο. Στην Ευρώπη έχω την αίσθηση ότι βλέπω ξανά το ίδιο πράγμα, σαν να τελείωσαν όλα και δεν μπορούν να ανανεωθούν.

Ωστόσο εδώ συναντήσατε κορυφαίες προσωπικότητες.
Αυτό είναι αλήθεια. Η γνωριμία μου με την Άννα Ντεμίτοβα ήταν μια συγκλονιστική στιγμή, η συνάντηση μου με τον Σεργκέι Παρατζάνοφ – το σταυρό του οποίου κουβαλάω πάνω μου πάντα σα φυλαχτό – ή με τον Ερνέστο Σάμπατο και το Ραφαέλ Αλμπέρτι. Τους γνώρισα όλους σε γενναιόδωρες εποχές.

Τι έχει αλλάξει στον τρόπο δουλειά σας;
Δεν έχω επηρεαστεί από τις μόδες και τις εποχές. Πιστεύω πως καθένας μπορεί να φτιάξει το δικό του ύφος και τη δική του εποχή.

Και το «Ανκόρ» είναι μια συνέχεια σ’ αυτό το σύστημα. Το προδίδει εξάλλου και τ’ όνομά του.
Είναι παράλληλα και το τρίτο μέρος μετά το «Alarme» και «Amor» που θα ταξιδέψουν στο εξωτερικό ως τρίπτυχο. Έχει όντως, ένα συμβολισμό• κλείσαμε τα 30 χρόνια οπότε προτείνω να πάμε και για άλλα, κάμποσα. Ας μην το ορίσουμε. Κι από την άλλη, ο ίδιος τίτλος είναι μια προτροπή. Ανκόρ στην ελπίδα – κι άλλη ελπίδα. Ανκόρ στην αγάπη – κι άλλη αγάπη. Ανκόρ στο πάθος – κι άλλο πάθος. Ανκόρ στην τρέλα, στο μέλλον – κι άλλο μέλλον. Ανκόρ σε όλα. Είναι ένα σινιάλο αισιοδοξίας. Ενώ στο «Alarme» έχουμε τη σύγκρουση της εξουσίας, στο «Amor» την πτώση μέσα από τις κοινωνικές καταστάσεις εδώ έχουμε τη σύγκρουση ανάμεσα στα δύο φύλα• γυρίζουμε στο προσφιλές μου θέμα. Στο πρώτο 15λεπτο δεν υπάρχει ίχνος λόγου και η Σοφία Χιλλ τραγουδάει όπερα. Ο άνδρας ζητάει «κι άλλο» και αυτή η ζύμωση τον κάνει από θύτη, θύμα. Έχει χιούμορ, πάθος, σαγήνη, είναι μια ομιλούσα εγκατάσταση, δεν είναι θέατρο δραματικό. Θέλαμε άλλο ένα πείραμα.

Για τις, εντός Ελλάδος, σκηνοθεσίες θα κάνετε κάτι πιο κλασικό;
Η επόμενη παράσταση του «Άττις» θα είναι πράγματι ένα έργο κλασικό όπου κατεπειγόντως πρέπει να καλέσω μια νέα γενιά. Υπάρχουν φυντάκια με μεγάλο ενδιαφέρον και είναι ευθύνη μου να απευθυνθώ και σε αυτή τη γενιά. Βλέπω ένα υλικό αξιοζήλευτο. Έχουμε καλούς ηθοποιούς και καλούς νέους σκηνοθέτες.

Τι δεν έχουμε;
Αυτή την Ακαδημία Τεχνών που θα δημιουργήσει τα στέρεα σημεία αναφοράς και τις στέρεες διδασκαλίες που έχουν προϋπάρξει εδώ. Προσπαθήσαμε να την φτιάξουμε με το Λευτέρη (Βογιατζή) και το Βασίλη (Παπαβασιλείου) και την πατήσαμε. Θυμάμαι πως επί τρία χρόνια δουλεύαμε σ’ εκείνο το τραπέζι, στήναμε προγράμματα σπουδών αλλά άλλαξε η κυβέρνηση και ο Μανωλιός έβαλε τα ρούχα του αλλιώς. Φεύγει ο ένας και σβήνεται η δουλειά όσων έχουν συνεργαστεί μαζί του.

Τι έχει αλλάξει γύρω σας αυτά τα 30 χρόνια;
Υπάρχει πια, μια καχυποψία• η παγκοσμιοποίηση καλλιέργησε την απόρριψη, κατήργησε τις εθνικές παραδόσεις κι αυτό είναι έγκλημα. Άλλαξε ο κόσμος, τίποτα δεν έχει διάρκεια ή τα πράγματα συνεχίζουν να υπάρχουν ενώ έχουν λήξει. Υπάρχει ένα ποντιακό τραγούδι που λέει «πως η φτώχεια είναι ένα γαϊδούρι πολύ βαρύ. Όταν πέφτει κάτω δεν ξανασηκώνεται».

Δεν φαίνεται κάτι ελπιδοφόρο στον ορίζοντα σας;
Το πρόβλημα είναι βαθύτατα πολιτικό κι έχει τις άγριες συνιστώσες της οικονομίας. Η φτώχεια είναι ηθική και πολιτιστική. Δεν αντέχω πια να βλέπω άσχετους ανθρώπους να διευθύνουν υπουργεία. Τοποθετούν σε θέσεις-κλειδιά φίλους, συνεργάτες ή με το κριτήριο να είναι ποιος θα είναι περισσότερο διαπλεκόμενος, ποιος εκπροσωπεί το κεφάλαιο, πάντα έξω από το καλό του κράτους. Πιθανότατα να υπάρχουν και κάποιοι άξιοι αλλά δεν τους βλέπω ή τους εξαφανίζει το σύστημα των μετρίων που σφιχταγκαλιασμένοι χορεύουν όλοι – και εμείς μαζί τους-το Χορό του Ζαλλόγου. Ήδη πέσαμε στο γκρεμό. Κι αυτό δεν θ’ αλλάξει εύκολα. Ίσως μόνο με μια νέα γενιά, παιδιά που σήμερα είναι 8-10 ετών τα οποία δεν έχουν βιώσει το κακό του λαϊκισμού και της ψευτο-ευημερίας. Και φυσικά να είναι παιδιά που δεν μεγαλώνουν με την ιδέα πως το χρήμα είναι η βασική αρχή, η επιτυχία είναι ο στόχος.

Αναφορικά με τις αναθέσεις ασχέτων σε υπουργεία, πώς σχολιάζετε την υπουργοποίηση της Λυδίας Κονιόρδου που είναι σχετική με το χώρο;
Σε ένα βαθμό διαφοροποιεί κάπως τα δεδομένα. Όπως και η Μελίνα ή ο Μικρούτσικος έτσι και η Λυδία ξέρει καλά τον καλλιτεχνικό χώρο, τα προβλήματα του. Κι αυτό είναι βασικό στοιχείο. Πιστεύω πως η Λυδία Κονιόρδου μπορεί να κάνει κάποια δουλειά, θα μπορούσε να επαναφέρει τις επιχορηγήσεις και να στηρίξει μόνο τους νέους – όχι τη γενιά μου. Να στηρίξει την έρευνα των νέων γιατί μην ξεχνάμε πως κι εγώ κι ο Λευτέρης (Βογιατζής) βγήκαμε από εργαστήρια. Πιστεύω – και νομίζω ότι επιτέλους και στο υπουργείο πρέπει να το κατανοήσουν αυτό – ότι τα νέα παιδιά είναι ικανά να αρθρώσουν την άποψη τους και να έχουν μια αυθεντικά ισχυρή παρουσία. Είναι επείγον να εμφανιστούν άνθρωποι που θα ορίσουν κάτι.

Εσείς, παρά τις διαρκείς προτάσεις, παραμένετε έξω από το χορό της δημόσιας διοίκησης.
Γιατί έχω πολλές δουλειές στο εξωτερικό.

Δεν θα δεχόσασταν δηλαδή το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Πολιτισμού;
Θέλω να παραμείνω άνευ χαρτοφυλακίου. Δεν θα ήθελα, θα το αρνιόμουν.

Κι ούτε θα σας κολάκευε η πρόταση;
Απεναντίας θα με θύμωνε. Γιατί πρέπει να καταλάβουν ότι κάνω κάτι άλλο και πρέπει να με αφήσουν ήσυχο. Υπάρχουν και κάποιοι που διαδίδουν την ιδέα του ελληνικού πολιτισμού έξω. Θέλω ν’ ανήκω σ’ αυτή την κατηγορία.

Ως άνθρωπος με έντονο πολιτικό παρελθόν στην Αριστερά αισθάνεστε – έστω στο ελάχιστο – συγγενής με τους κυβερνώντες που δηλώνουν επίσης αριστεροί;
Η Αριστερά ήταν ένα ωραίο βολικό άλλοθι για να καταλάβουν την εξουσία. Η ιδέα μου για την Αριστερά και τους αριστερούς είναι πολύ αλλιώτικη. Η Αριστερά δεν κυβερνά, είναι αντιπολίτευση. Αν οι σημερινοί κυβερνώντες αντιπολιτεύονταν θα μπορούσα ακόμα να έχω την αίσθηση ή την ψευδαίσθηση ότι είναι Αριστεροί. Τώρα πια έχουν πέσει όλες οι μάσκες. Εκμεταλλεύτηκαν όλα τα σύμβολα της Αριστεράς, τους ψηφοφόρους της, τα πάντα. Κι όταν ο κόσμος είπε το «Όχι» αυτό θα μπορούσε να τηρηθεί. Τότε πραγματικά θα ήμουν πολύ κοντά τους. Από εκεί και πέρα κατέρρευσαν αξίες και αρχές της Αριστεράς ενώ ευρωπαϊκά θυσιάστηκε η κινηματική δραστηριότητα. Γιατί αυτό το «Όχι» θα μπορούσε να μας έχει οδηγήσει κάπου αλλού. Όμως είναι τέτοια η φιλοδοξία τους ώστε δέχονται να φορτωθούν όλα τα μνημόνια. Μετά από αυτό το συμβάν έζησα στιγμές απόγνωσης κι έπειτα αποστασιοποιήθηκα. Έκτοτε βάθυνε η κρίση και η απόγνωση του κόσμου. Η φτωχοποίηση έφερε μια λουμπενοποίηση και πολύ φοβάμαι μια αδιαφορία που θεωρώ εγκληματική. Όσο αδιαφορούμε θα είμαστε κι εμείς κρίση. Γιατί μην ξεχνάμε πως ο ελληνικός λαός ήταν κάποτε αγωνιστικός.

 

Πηγή:Tospirto

 

RELATED ARTICLES

Most Popular

WE RECOMMENT FOR YOU