Thursday, February 22, 2024
spot_img
Homecinema newsΟ αντιεξουσιαστής Νίκος Κούνδουρος

Ο αντιεξουσιαστής Νίκος Κούνδουρος

Ο μεγάλος Έλληνας σκηνοθέτης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 90 ετών.

O Νίκος Κούνδουρος, ο δημιουργός του «Δράκου», που έφυγε από κοντά μας στα 90 του χρόνια, υπήρξε ένας σκηνοθέτης που δοξάστηκε όσο λίγοι στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα υπήρξε μέχρι τέλους, ένας άντρας εντυπωσιακής ομορφιάς και ένας προικισμένος ομιλητής –ο προφορικός του λόγος είχε την οργάνωση του γραπτού λόγου και ο γραπτός του λόγος την ζωντάνια του προφορικού…

Υπήρξε όμως και αγωνιστής. «Θήτευσε» στην Μακρόνησο, παρέα με τον Βέγγο. «Είχα την τύχη», σημειώνει στο βιβλίο του Γιαννη Σολδάτου «Οδύσσειες Σωματων» (εκδόσεις Αιγόκερως) «να ζήσω τέσσερα χρόνια στο Μακρονήσι. Τέσσερα χρόνια στο ξερονήσι επάνω με μάθανε ένα σωρό πράγματα. Εκεί έμαθα και θέατρο κι εκεί μου πρωτοδημιουργήθηκε η ιδέα του κινηματογράφου».

Μάλιστα, επισκέφθηκε για πρώτη φορά την παραγκούπολη των προσφύγων στο Δουργούτι, για να μεταφέρει ένα μήνυμα του συγκρατουμένου του στο Μακρονήσι ποιητή Άρη Αλεξάνδρου προς την μητέρα του, που κατοικούσε εκεί. Και κάπως έτσι, ο προσφυγικός αυτός καταυλισμός, τον μάγεψε. Κι έγινε το σκηνικό της «Μαγικής Πόλης», της πρώτης του ταινίας (1954). Όπως γράφει ο Λευτέρης Ξανθόπουλος στο βιβλίο του «Οι τέσσερις εποχές του Νίκου Κούνδουρου» (εκδόσεις Γαβριηλίδης), «στο μυαλό και την ψυχή του σκηνοθέτη, οι εξόριστοι της Μακρονήσου ταυτίζονται κατά κάποιον τρόπο, με τους πρόσφυγες που ζουν στο Δουργούτι. Όσους γνώρισε στην εξορία ο Νίκος, ήθελε να τους βάλει μέσα στο φιλμ.”Βάλε και τον Κατράκη μέσα, κι ας μην τον χρειάζεται και πολύ η αφήγηση, γιατί είναι κι αυτός κατατρεγμένος κι έχει μια παρουσία που κάτι δικό μας κουβαλάει, βάλε τον δάσκαλο με τα γυαλιά να παίξει έναν ρόλο, βάλε τον Θανάση τον Βέγγο που μου έσωσε την ζωή στο Μακρονήσι, βάλε τους συντρόφους που με στήριξαν, τους θέλω δίπλα μου”. Σαν το ήθος της μορφής του φίλου από το Μακρονήσι να το είχε ανάγκη η ταινία περισσότερο από κάθε τι».

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η διαιρεμένη πατρίδα μας και το εθνικό εμφύλιο μίασμα, που εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να αιμορραγεί, διακρίνεται σε κάθε ταινία του Κούνδουρου. «Για τον ντεσπεράντο Νίκο Κούνδουρο η κινηματογραφική πράξη είναι άγρια πολεμική τέχνη», καταλήγει ο Λ.Ξανθόπουλος.
«Μεγάλωσα στην Αθήνα μέσα σε μια φαμίλια κυνηγημένη από την δικτατορία της 4ης Αυγούστου», διηγείται στον Γ.Σολδάτο ο ίδιος ο Κούνδουρος. «Από τις πιο παλιές αναμνήσεις μου είναι το σπίτι μας κυκλωμένο από Χωροφύλακες, ο πατέρας μου εξόριστος, η μάνα μου με τρία παιδιά και αγωνία για την μοίρα του πατέρα. Ακόμα θυμάμαι τους χωροφύλακες να’ χουνε σπάσει την πόρτα και με τις ξιφολόγχες τους να σκίζουνε τα στρώματα μήπως υπήρχε κάποιος εκεί πέρα. Λογχίζανε τα δέντρα στον κήπο μήπως κρύβεται κάποιος πίσω τους. Ο «κάποιος» ήταν ο πατέρας μου. Έχουν περάσει ατέλειωτα χρόνια από τότε και δεν κατάφερα, αλλά και δεν θέλησα να ξεκολλήσω από πάνω μου το μίσος μου για την εξουσία. Γιατί εξουσία χωρίς βία εγώ δεν είδα και ίσως δεν υπάρχει. Δηλώνω λοιπόν αντιεξουσιαστής.».
Βέβαια, αργότερα, και εντάχθηκε, και φανατίστηκε. «Δεκάξι χρονών στις τάξεις του ΕΑΜ και έπειτα του ΕΛΑΣ. Πολέμησα, τραυματίστηκα, έχω τρεις σφαίρες στο κορμί μου από τον φοβερό Δεκέμβρη. Έχω κάτσει μήνες και μήνες στα νοσοκομεία. Έχω κάτσει στις φυλακές και έχω δύο καταδίκες για εξορία. Και κείνον τον τρόμο που μας πιρούνιαζε την ψυχή και το μυαλό».

Επόμενο ήταν λοιπόν να κάνει πολιτικό σινεμά. Και να έχει διάφορα τραβήγματα…
Η ταινία του «1922» για την μικρασιατική καταστροφή δημιούργησε έντονες αντιδράσεις όταν παρουσιάστηκε το 1979 στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η δε τουρκική πρεσβεία, πέτυχε την προσωρινή αναστολή της προβολής της ταινίας που τελικά προβλήθηκε το 1981 με επιτυχία.

Και βέβαια ο Κούνδουρος δεν θα γλίτωνε τα μπλεξίματα με την λογοκρισία.

«Πληγές, πληγές, πληγές… Τι άλλο είναι η μνήμη από πληγές;», έλεγε τη δεκαετία του ’90 στην υπογράφουσα, στο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ «Η Πλαστογράφηση μιας εποχής –Η Κατοχή, ο Εμφύλιος και ο Ελληνικός Κινηματογράφος (1941-1967)» σκηνοθεσίας Νώντα Σαρλή. «Ο Δράκος, που εκφράστηκε με κώδικες, ήταν μια ταινία αντιεξουσιαστική που θέλησε να δηλώσει ότι κάτω από την σιωπή έκαιγε ακόμα μια μικρή φλόγα. Όπως η ταινία εξαφανίστηκε την ίδια στιγμή που γεννήθηκε (σ.σ. ο «Δράκος» κατέβηκε την ίδια μέρα που προβλήθηκε στους κινηματογράφους, εν μέσω γιουχαϊσμάτων του κοινού…). Τον έφαγε ο μέγας δράκος της αδιαφορίας. Ο κόσμος ήθελε να ρίξει στάχτη πάνω από τις ματωμένες πληγές».

Το 1958 ο Νίκος Κούνδουρος γίνεται ο πρώτος σκηνοθέτης που καταπιάνεται με το θέμα του εμφύλιου σπαραγμού στους «Παράνομους», σε μια εποχή που λέξεις όπως «εμφύλιος», «αντάρτες» ή «ΕΑΜ» παραμένουν ταμπού για το ελληνικό σινεμά.
«Οι Παράνομοι», μου είχε πει στο ίδιο ντοκιμαντέρ, «ήταν μια ταινία γεννημένη από την ανάγκη να περάσει μέσα από τον κινηματογράφο ένα είδος δήλωσης ότι είμαστε εδώ, παρόντες, δεν ξεχνάμε και, κυρίως, δεν σωπαίνουμε. Με έναν λιγάκι κρυφό τρόπο παρουσίαζε τρεις παρτιζάνους –αν και κανείς δεν το είπε, αυτό δηλωνόταν με τα ρούχα τους, τις κινήσεις τους, τα όπλα και τις συμπεριφορές τους».
Τη σκηνή του τέλους, όπου ένας από τους παρτιζάνους πυροβολείται από τον εχθρό, την εμπνεύστηκε από μια είδηση στην εφημερίδα. «Όμως, προφανώς μετά από κάποια καταγγελία ιδιώτη ή της Χωροφυλακής, ο εισαγγελέας επενέβη και λέει σταματάμε την ταινία. Μετά από παζάρια δέχτηκε να κοπεί μόνο η συγκεκριμένη σκηνή, όμως εγώ είπα όχι, δεν την κόβω. Ή θα παιχτεί έτσι, ή καθόλου. Και η ταινία αποσύρθηκε, δεν προβλήθηκε».
Σχολιάζοντας την λογοκρισία της εποχής μου είχε πει:
«Η σκληράδα της λογοκρισίας ενισχυόταν από την απίστευτη κουταμάρα των λογοκριτών. Κι αν υπέφερε η κοινωνία από μια λογοκρισία διορισμένη, υπέφερε ακόμα περισσότερο και από μια λογοκρισία αδιόριστη –την περίφημη κοινή γνώμη που δεν ήθελε πια τους Αριστερούς, τους είχε βγάλει από κάθε δραστηριότητα. Ο Αριστερός έπρεπε να βγάλει πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων. Έπρεπε να ταπεινωθεί. Και να δηλώνει συνεχώς την ταπείνωσή του…».
«Κάθε ταινία πρέπει να ξεσκεπάζει μια βρωμιά», έλεγε ο Νίκος Κούνδουρος στη Νατάσα Μπακογιαννοπούλου σε μια παλιά του συνέντευξη, όταν είχε πλέον επιστρέψει στην Ελλάδα μετά από επτά χρόνια εξορίας. «Το ζήτημα δεν είναι να κάνουμε πολιτικό κινηματογράφο, αλλά να κάνουμε πολιτική…».
Όμως ο Κούνδουρος δεν έκανε απλώς στρατευμένο σινεμά. Όπως υπογραμμίζει η πανεπιστημιακός Μαρία Κομνηνού, γενική γραμματέας της Ταινιοθήκης της Ελλάδος (της οποίας ο Κούνδουρος διετέλεσε πρόεδρος του ΔΣ), «ο Κούνδουρος τόλμησε να φέρει στην Ελλάδα τον κινηματογράφο της κοινωνικής καταγγελίας χρησιμοποιώντας μια καινοτόμο γραφή που τον κατατάσσει στους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής νεωτερικότητας»…

*Οι φωτογραφίες προέρχονται από το αρχείο του Λευτερη Ξανθοπουλου.

Πηγή : Tospirto

 

RELATED ARTICLES

Most Popular

WE RECOMMENT FOR YOU