Wednesday, February 21, 2024
spot_img
HomeΘέατροΕίδα τον «Γιούγκερμαν» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου

Είδα τον «Γιούγκερμαν» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου

Μεγάλης κλίμακας παραγωγή πάνω στο εμβληματικό μυθιστόρημα του Καραγάτση που, ωστόσο, υποβαθμίζει τον ψυχαναλυτικό του χαρακτήρα.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ένα θέατρο ρεπερτορίου της ελεύθερης σκηνής δοκιμάζει και τολμά παραγωγές που μόνο ελάχιστα κεντρικά θέατρα επιχειρούν να παρουσιάσουν. Ειδικότερα στην περίπτωση του «Γιούγκερμαν» ο παραγωγός του «Πορεία», σκηνοθέτης και ηθοποιός Δημήτρης Τάρλοου καταπιάνεται αφενός με το πιο πληρέστερο και πιο έντονα ψυχογραφικό – σχεδόν ντοστογιεφσκικής υφής – μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση (κι αφετέρου με το επικότερο (από κάθε άποψη) έργο του· πολυπρόσωπο, πολυεπίπεδο, που απλώνεται σε χρονική και τοπική έκταση και γι’ αυτό και είναι εξαιρετικά απαιτητικό στην αποτύπωση του.

Σε αυτή την προσπάθεια, ο Δημήτρης Τάρλοου επιστρατεύει έναν 23μελή θίασο – πρωτοφανή για τα δεδομένα του ελεύθερου θεάτρου πόσο μάλλον σε κατάσταση κρίσης – και φροντίζει το υψηλό αισθητικό επίπεδο της παράστασης (είναι εντυπωσιακά τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου) σε σημείο που αναμετριέται ευθέως με υπερπαραγωγές μεγάλων σκηνών. Την ίδια ώρα, όμως, φλερτάρει και με τις αφηγηματικές αδυναμίες ανάλογων εγχειρημάτων.

Ο Γιούγκερμαν, το τρίτο μυθιστόρημα της τριλογίας του Μ. Καραγάτση με τίτλο «Ο εγκλιματισμός του Φοίβου» (με ήρωες που όπως και ο «Λιάπκιν» και η «Μεγάλη Χίμαιρα» ψυχογραφούν την περιπέτεια του ξεριζωμένου που προσπαθεί να ενταχθεί σ’ ένα ανοίκειο περιβάλλον) αντανακλά την απόλυτη αφηγηματική δεξιότητα του συγγραφέα του με σαφείς αυτοβιογραφικές αναφορές (που εκστομίζονται ως επί το πλείστον από τον ήρωα του έργου Μιχάλη Καραμάνο).
Μέσα από ένα χειμαρρώδη λόγο, ο «Γιούγκερμαν» σηματοδοτεί μιαν ακροβασία ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο, την αισιοδοξία και τη ματαιότητα, τις ηδονές της ζωής και το αναπόφευκτο του θανάτου, ανάμεσα στο ρεαλισμό και την ποιητική ψευδαίσθηση, τις ενστικτώδεις ορμές και το στοχασμό, τη λαγνεία και τον αγνό έρωτα. Οι ποικίλες διαδρομές του έργου – που εξυπηρετούνται κυρίως από τη διμορφία των χαρακτήρων του – έχουν σαν κοινό άξονα την ταραχώδη ζωή ενός έκλυτου Φινλανδού αριστοκράτη που στερημένος από μητρική αγάπη, καταφεύγει στην επαναστατική Ρωσία για να κυνηγήσει έκτοτε την κάθε μορφής εξουσία, το χρήμα, τα ανίερα πάθη. Διεφθαρμένος ίλαρχος της τσαρικής φρουράς, καταφθάνει στην Ελλάδα και στην πειραϊκή επικράτεια όπου αναρριχάται στα υψηλότερα κλιμάκια του τραπεζικού συστήματος, πατά επί πτωμάτων για να εδραιωθεί επιχειρηματικά, ενσωματώνεται από τους αστικούς κύκλους, αναλώνεται σε, κάθε λογής, ερωμένες για να ζήσει μια και μοναδική στιγμή εξαγνισμού – τον αθώο έρωτα μιας νεαρής κοπέλας – και να αγγίξει τις φιλοσοφικές του περιοχές – χάρη στο συγχρωτισμό του με ένα συνάδελφο του και διανοοούμενο.
Με φόντο το αναλυτικό κάδρο μιας ολόκληρης εποχής για την ελληνική μεσοπολεμική πραγματικότητα του και την κοινωνική της διαμόρφωση, ο Γιούγκερμαν ενσαρκώνει την πεποίθηση του Καραγάτση για την ανθρώπινη κατάσταση: Όποιες κι αν είναι οι εμπειρίες της ζωής, το τέλος είναι δίκαιο με όλους – δεν παρακάμπτει κανέναν.

Ο Δημήτρης Τάρλοου θεατροποιεί το πολύπλοκο αυτό σύμπαν του «Γιούγκερμαν» με την πολύτιμη βοήθεια του Στρατή Πασχάλη που το διασκευάζει. Οι πλούσιες περιπέτειες του ήρωα “τεμαχίζονται” σε σύντομες, χρονολογημένες σκηνές που δίνουν ταχύτατα και με ακρίβεια η μια τη θέση της στην άλλη, έχουν καλή ροή, ευνοούν την κλιμάκωση του σασπένς και φυσικά την ευχάριστη παρακολούθηση του έπους (διάρκειας τριών ωρών). Η σκέψη ώστε ο βίος του ηδονιστή Φινλανδού να αποδοθεί ως ονειρόδραμα – σαν να πρόκειται για έναν επιθανάτιο εφιάλτη όπου όλη η ζωή περνάει από μπροστά του – είναι καίρια· και ενισχύεται καθοριστικά από την εξαίσια ψυχεδελική σύνθεση της Κατερίνας Πολέμη που διατρέχει όλα, τα επί σκηνής, τεκταινόμενα. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν στιγμές που η ονειροδραματική φόρμα υπονομεύεται, αφού είτε χάνεται η ψευδαισθητική ατμόσφαιρα είτε η σκηνοθεσία προκρίνει αναίτια τον νατουραλισμό (λόγου χάρη στο σημείο του βίαιου τσακωμού μεταξύ Γιούγκερμαν και Καραμάνου). Κατά συνέπεια, η αφήγηση δεν αποφεύγει τη γραμμικότητα και μόνο όταν αυτή η υποκριτική γραμμή διαρρηγνύεται για να επιστρέψει σε μια ψυχολογική προσέγγιση του υλικού (για παράδειγμα η απόδοση του θανάτου της Βούλας) βλέπει κανείς σε τι ύψη θα μπορούσε να είχε οδηγηθεί η παράσταση.
Για την επίγευση που αφήνει, σε γενικές γραμμές, η σκηνοθετική ανάγνωση ευθύνεται και η σκηνή του φινάλε – κατά την οποία ο Βασίλι Γιούγκερμαν επιστρέφει στον πατρογονικό πύργο των Τάμερφορς για να συναντηθεί με το μεγαλύτερο υπαρξιακό εφιάλτη του. Εκεί το θέαμα εκτοπίζει αδέξια το στοχασμό και το ψυχολογικό βάθος που οφείλει να έχει η απελπισμένη και μοναχική στιγμή του θανάτου.

Το φιλοσοφικό αίνιγμα και τη σκοτεινιά του «Γιούγκερμαν» πλησιάζουν υποκριτικά ο Γιάννης Στάνκογλου στον επώνυμο ρόλο και ο Χρήστος Μαλάκης υποδυόμενος το alter ego του, τον Μιχάλη Καραμάνο. Η, μεταξύ τους σύνδεση, αποδεικνύεται ευεργετική αφού ο συσχετισμός των δύο προσώπων κινεί σχεδόν όλη την προβληματική του έργου. Ο μεν Στάνκογλου που ταιριάζει άψογα στην εικόνα ενός Γιούγκερμαν αποδεικνύει πως μπορεί να φέρει σε πέρας σχεδόν ό,τι του δοθεί: Καταφέρνει να αποτυπώσει την κενόδοξη φιληδονία και εξουσιομανία του ήρωα του και να τον ακολουθήσει ως τον καταποντισμό του. Είναι, βεβαίως, και στιγμές που χάνει το βηματισμό του ακολουθώντας την αναποφασιστικότητα της σκηνοθετικής θέσης. Ο Χρήστος Μαλάκης (προερχόμενος δε από την ενσάρκωση του Μ. Καραγάτση στο «Ευχαριστημένο») τοποθετεί τον εαυτό του στο κέντρο αυτής της εγγενούς ματαιότητας που οδηγεί τον Καραμάνο – Καραγάτση να πορευτεί εν ζωή. Ακόμα και στη σκηνή της τρέλας που θα μπορούσε, ανά πάσα, να οδηγηθεί στη γραφικότητα εκείνος με μέτρο και χωρίς περιττές εξάρσεις πετυχαίνει να αποδώσει την υπαρξιακή ερημιά του ήρωα του. Οι δυο τους φωτίζουν και μια ακόμα πτυχή του έργου που συνήθως περνάει «στα ψιλά» και αφορά στη σχέση ανηλεούς εξάρτησης μεταξύ δημιουργού και δημιουργήματος.
Στο πρόσωπο της πρωτοεμφανιζόμενης Θάλειας Σταματέλου αναγνωρίζει κανείς μια ηθοποιό με προοπτική που, αν μη τι άλλο, φέρει τη δροσιά της νιότης και της αγνότητας που έχει ανάγκη η Βούλα της. Η στροφή της Ζέτας Μακρυπούλια στο θέατρο ρεπερτορίου μπορεί να θεωρηθεί το πρώτο βήμα σε μια, όπως όλα δείχνουν, κοπιαστική διαδρομή που την περιμένει αφού περιορίζεται σε μια σχηματική ερμηνεία. Παρά την αυταπόδεικτη ομορφιά της – αναγκαίο χαρακτηριστικό για να υποδυθεί την femme fatale Νταϊνα – μοιάζει ανήμπορη να εμβαθύνει στην ερμηνεία της.
Με αυτή την εξαίρεση, ο θίασος στο σύνολο του κινείται σε ικανοποιητικά επίπεδα. Ξεχωρίζει η Λήδα Μανιατάκου για το μπρίο και τον ηθογραφικό τόνο με τον οποίο εμφανίζεται ως υπηρέτρια αλλά και για την εξαιρετική φωνή της, ο Πολύδωρος Βογιατζής για την ευγγλωτία με την οποία αναδεικνύει τη φύση ενός καιροσκόπου, ο Γιάννης Νταλιάνης για την μειλίχια μεστότητα του και η Δανάη Σαριδάκη για τη σκηνική της ευγένεια και συστολή.

Καταλήγοντας, το ρίσκο είναι, σαφώς, μεγάλο όπως και κάθε φορά που θεατροποιείται ένα μνημειώδες βιβλίο. Παρόλα αυτά, εδώ φαίνεται πως η ανάγκη για βατότητα οδήγησε και σε λάθος επιλογές.

Γιατί να το δω:
– Για την απόπειρα θεατροποίησης ενός κορυφαίου νεολληνικού μυθιστορήματος.
– Για την πλούσια παραγωγή.
– Για το δίδυμο Γιάννη Στάνκογλου – Χρήστου Μαλάκη.
-Για τη μουσική της Κατερίνας Πολέμη.

Γιατί να μη το δω:
-Για την αφηγηματική γραμμικότητα

Πηγή : Tospirto

 

RELATED ARTICLES

Most Popular

WE RECOMMENT FOR YOU