VIDEO: Η ζωή χωρίς ίντερνετ

«Το ίντερνετ δεν είναι κάτι που κάνει ο καθένας μόνος, είναι κάτι που κάνουμε όλοι μαζί. Μπορεί να χάνω χρόνο με λάθος και χαζά links, αλλά τουλάχιστον θα είμαι σε επαφή με τον κόσμο». O Πολ Μίλερ, συντάκτης του The Verge, αποφάσισε στις 30 Απριλίου 2012 να αποκοπεί τελείως από το διαδίκτυο. Αντικατέστησε το smartphone του με ένα απλό κινητό και έκλεισε το wi-fi. Πλέον δεν έβρισκε νόημα στο internet. Τα ασταμάτητα εταιρικά emails τον είχαν κουράσει, ο βομβαρδισμός πληροφοριών το ίδιο. Είχε απομακρυνθεί από τους φίλους του, έχανε το νόημα της πραγματικής ζωής, είχε αποξενωθεί. Κι έτσι άλλαξε τροχιά.Το αρχικό πλάνο ήταν να παραιτηθεί για να βρει τον εαυτό του. Όμως οι υπεύθυνοι του The Verge ήθελαν να τον πληρώσουν γι’ αυτόν τον ένα χρόνο αποχής, αρκεί να καταγράφει τις εμπειρίες του. Δέχτηκε. Τα κείμενά του δεν τα έστελνε με email, αλλά μέσα σε στικάκι. Ο υπολογιστής έγινε απλή γραφομηχανή. Και ένα συνεργείο έκανε γύρισμα του εγχειρήματος. Ένα χρόνο μετά, τα αποτελέσματα μάλλον δεν ήταν τα αναμενόμενα. Την επιστροφή του στο διαδίκτυο, συνόδεψαν οι εξής λέξεις: «Έκανα λάθος».Ο Miller γράφει: «Έκανα λάθος. Πριν από ένα χρόνο, εγκατέλειψα το ίντερνετ. Νόμιζα πως με έκανε αντιπαραγωγικό. Νόμιζα ότι δεν είχε βαθύτερο νόημα. Ότι “διέφθειρε τη ζωή μου”. Έχει περάσει ένας χρόνος από την τελευταία φορά που σέρφαρα, τσέκαρα τα μέιλ μου ή έκανα like σε οτιδήποτε. Κατάφερα να παραμείνω αποσυνδεδεμένος, έτσι όπως το είχα σχεδιάσει. Και τώρα, υποτίθεται ότι πρέπει να σας πω πως αυτό έλυσε όλα μου τα προβλήματα. Υποτίθεται ότι τώρα είμαι πιο “αληθινός”. Πιο τέλειος.Στις αρχές του 2012 ήμουν 26 χρόνων και εξοντωμένος. Ήθελα να κάνω ένα διάλειμμα από τη σύγχρονη ζωή. Να δραπετεύσω. Αναρωτιόμουν τι άλλο υπήρχε στη ζωή. Στην “πραγματική ζωή”, ίσως. Για κάποιο λόγο, το the Verge ήθελε να με πληρώσει για να βγω offline. Ο στόχος μου ήταν να ανακαλύψω τι είναι αυτό που μου έκανε το ίντερνετ όλα αυτά τα χρόνια. Να καταλάβω το ίντερνετ και να το μελετήσω από απόσταση. Δε θα γινόμουν απλώς καλύτερος άνθρωπος, θα μας βοηθούσα όλους να γίνουμε καλύτεροι.Στις 30 Απριλίου 2012 αποσυνέδεσα το καλώδιο Ethernet, έκλεισα το Wi-Fi, αντάλλαξα το smartphone μου με ένα ηλίθιο τηλέφωνο. Ένιωσα πραγματικά καλά. Ένιωσα ελεύθερος. Όλα ξεκίνησαν ωραία, πολύ ωραία. Η ζωή μου γέμισε: με “ζωντανές” συναντήσεις, φρίσμπι, ποδηλατάδες, ελληνική λογοτεχνία. Χωρίς να καταλάβω πώς, έγραψα το μισό μου μυθιστόρημα και έχασα 7 κιλά, χωρίς καν να προσπαθήσω ιδιαίτερα. Ο κόσμος μού έλεγε συνέχεια ότι φαινόμουν πολύ ευτυχισμένος. Το μυαλό μου άρχισε να τακτοποιεί τις σκέψεις του, η ικανότητα συγκέντρωσης αυξήθηκε. Τους πρώτους δύο μήνες, οι δέκα σελίδες της Οδύσσειας ήταν μεγάλη υπόθεση. Τώρα μπορώ να διαβάσω 100 σελίδες τη φορά, ή, αν η πρόζα κυλάει εύκολα, ακόμα και μερικές εκατοντάδες. Έμαθα να εκτιμώ μια σκέψη που δε μπορεί να συνοψιστεί σε ένα ποστ, αλλά χρειάζεται την έκταση ενός μυθιστορήματος.Χωρίς την προστασία ενός smartphone, αναγκάστηκα να βγω από το καβούκι μου σε δύσκολες κοινωνικές καταστάσεις. Χωρίς αυτό να μου αποσπά συνέχεια την προσοχή, άρχισα να έχω μεγαλύτερη επίγνωση της στιγμής. Η αδερφή μου, η οποία είχε απογοητευτεί πολλές φορές στην προσπάθεια να μου μιλήσει, λατρεύει τώρα την επικοινωνία μας. Τους πρώτους μήνες φαινόταν ότι είχα υποθέσει σωστά: το ίντερνετ με αποσπούσε από τον πραγματικό μου εαυτό, τον καλύτερό μου εαυτό. Είχα βγάλει την πρίζα και είχα δει το φως. Τον περισσότερο καιρό οι πρακτικές πτυχές αυτής της χρονιάς πέρασαν εύκολα. Δεν είχα πρόβλημα να βρίσκω το δρόμο μου στη Νέα Υόρκη και σε άλλα μέρη αγόραζα χάρτινους χάρτες. Επίσης ανακάλυψα ότι τα χάρτινα βιβλία είναι πολύ ωραία. Για την ακρίβεια, έμαθα ότι τα περισσότερα είναι δυνατά με ή χωρίς σύνδεση στο ίντερνετ. Δε χρειάζεσαι ετήσια αποχή για να συνειδητοποιήσεις ότι και η αδερφή σου έχει συναισθήματα.Μια μεγάλη αλλαγή ήταν το ταχυδρομείο. Απέκτησα μια ταχυδρομική θυρίδα και δε μπορώ ούτε να σας περιγράψω τη χαρά μου όταν την έβρισκα γεμάτη από γράμματα αναγνωστών. Είναι κάτι που δε συγκρίνεται με τις ηλεκτρονικές κάρτες. Όμως μετά άρχισα να νιώθω άσχημα, γιατί ποτέ δεν απαντούσα. Και έπειτα, για κάποιο λόγο, ακόμα και το να πηγαίνω στο ταχυδρομείο έμοιαζε με αγγαρεία. Άρχισα να φοβάμαι τα γράμματα, σχεδόν δυσανασχετούσα.Όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, δέκα γράμματα την εβδομάδα μπορούν να αποδειχτούν τόσο καταπιεστικά όσο χίλια email τη μέρα. Και κάπως παρόμοια ήταν και η εξέλιξη σε όλους τους τομείς της ζωής μου. Για να διαβάσω ένα καλό βιβλίο, χρειαζόμουν κίνητρο. Το να βγαίνω έξω και να κάνω παρέα με ανθρώπους απαιτούσε το ίδιο κουράγιο όπως πάντα. Ένα χρόνο μετά, δεν κάνω πλέον τόσο ποδήλατο. Και το φρίσμπι μαζεύει σκόνη. Τις περισσότερες εβδομάδες δε βγαίνω να συναντήσω κόσμο. Το αγαπημένο μου μέρος είναι ο καναπές. Βάζω τα πόδια στο τραπεζάκι και παίζω ένα βιντεοπαιχνίδι. Περνάω μέρες ολόκληρες χωρίς να βγαίνω έξω.Όταν η ζωή μου χωρίς ίντερνετ έγινε η καθημερινότητά μου, οι χειρότερες πλευρές του εαυτού μου ξαναβγήκαν στην επιφάνεια. Το τηλέφωνο έμενε από μπαταρία και κανείς δε μπορούσε να με βρει. Κάποια στιγμή οι γονείς μου έστειλαν την αδερφή μου να τσεκάρει αν είμαι καλά. Μέσω ίντερνετ είναι εύκολο να διαβεβαιώσεις τους ανθρώπους ότι είσαι καλά, εύκολο να συνεργαστείς, εύκολο να είσαι μέρος της κοινωνίας. Έχει χυθεί πολύ μελάνι για να αναλυθεί η ψεύτικη έννοια του “φίλου στο Facebook”, αλλά μπορώ να σας πω ότι ο φίλος στο Facebook είναι καλύτερος από το τίποτα. Αυτό που ξέρω είναι ότι δε μπορώ να κατηγορήσω το ίντερνετ για τα προβλήματά μου.Πολλές από τις προτεραιότητες που είχα πριν αφήσω το ίντερνετ, παραμένουν ίδιες: οικογένεια, φίλοι, δουλειά, μάθηση. Και δεν έχω καμία εγγύηση ότι θα τις τιμήσω όταν επιστρέψω online. Και για να είμαι ειλικρινής, μάλλον δε θα το κάνω. Αλλά τουλάχιστον θα ξέρω ότι δε θα φταίει το ίντερνετ. Θα ξέρω ποιος ευθύνεται, και ποιος μπορεί να το διορθώσει».