θεάτρο πρόσωπα Δίνοντας φωνή σε μία μικρή… αδύναμη χορεύτρια

Μια συνάντηση του Λυσία με τον Ντεγκά. Ο λόγος Υπέρ του αδυνάτου στο στόμα της Μικρής χορεύτριας δεκατεσσάρων ετών. Ένας ανάπηρος, μπροστά στη Βουλή, κατηγορούμενος, αγωνίζεται για την αξιοπρέπεια που δικαιούται. Μια μαθητευόμενη χορεύτρια εκτίθεται σαν «τέρας» μέσα στο κλουβί, ερήμην της. Είναι μικροί, ταπεινοί, ουσιαστικά ανώνυμοι. Θα κατηγορηθούν για αυθάδεια, αλαζονεία. Αλλά στέκουν στα πόδια τους και «εκτίθενται», από θέση ασθενή, αξιώνοντας προσοχή, σεβασμό, χώρο. Αναγκασμένοι να υπερασπιστούν μόνοι τον εαυτό τους (αυτή βουβά, αυτός με δάνεια ευφράδεια), διεκδικούν μια θέση κάτω από τον ήλιο.

«Ο “ασώματος” αδύνατος του Λυσία αρθρώνεται στο στόμα της “βουβής” χορεύτριας του Ντεγκά. Οι δύο ερμηνευτές, χορευτής και ηθοποιός, συνυπάρχουν στη ”βιτρίνα των εκθεμάτων” σωματοποιώντας τη μικρή χορεύτρια και αποδίδοντας το λόγο του αδύνατου». Έτσι περιγράφει η Δέσποινα Σαραφείδου τη σκηνική σύνθεση «Υπέρ Αδυνάτου» που παρουσιάζεται στο Ίδρυμα Αγγέλου και Λητώς Κατακουζηνού.

Ο σκηνοθέτης της σύνθεσης αυτής Θοδωρής Τσαπακίδης εξηγεί πως «Η παράσταση αρθρώνεται σε τρία επίπεδα, του Λυσία (κείμενο), του Ντεγκά (κοστούμια), και των ερμηνευτών (Σαραφείδου – Ράπτης). Ο αδύνατος εκτίθεται στη Βουλή, η χορεύτρια εκτίθεται στο σαλόνι των ανεξάρτητων και οι ερμηνευτές στην Οικία Κατακουζηνού (μεταξύ άλλων πολύ ενδιαφέροντων εκθεμάτων)».

Πόσο επίκαιρος είναι, όμως, σήμερα ο λόγος του Λυσία; «Σε μια εποχή ομογενοποίησης που καταπιέζει και εξοστρακίζει τη διαφορετικότητα, το έργο υπενθυμίζει την αναγκαιότητα της μέριμνας για τους αδύναμους σε μια πολιτειακή οργάνωση που θα θεωρούσε κάθε μονάδα εξίσου απαραίτητη για το κοινωνικό σώμα», αναφέρει η Δέσποινα Σαραφείδου και ο Θοδωρής Τσαπακίδης προσθέτει «Ο αδύνατος (ανάπηρος και οικονομικά ασθενής) υπερασπίζεται τον εαυτό του ενώπιον της Βουλής, απέναντι στην κατηγορία ότι αδίκως παίρνει ένα επίδομα (περίπου αναπηρίας) που χορηγεί η πόλη. Δεν έχω να πω τίποτα άλλο».

«Η παρουσίαση της μικρής χορεύτριας μέσα σε γυάλινη προθήκη, το 1881, προκάλεσε σκάνδαλο. Ήταν το πρώτο έργο γλυπτικής που έφερε στο προσκήνιο έναν κοινό θνητό, και μάλιστα ένα κορίτσι κατώτερης τάξης και αμφίβολης ηθικής, κατά τις αντιλήψεις της εποχής. Επικρίθηκε έντονα η ασχήμια και η αυθάδειά του. Η στάση της έχει μια παράξενη σιγουριά. Εκφράζει τον “μικρό άνθρωπο” που προβάλλει την ύπαρξή του και ζητά χώρο για τον εαυτό του (και για τους ομοίους του, όπως λέει ο αδύνατος του Λυσία). Ταυτόχρονα, αποτυπώνει τον καλλιτέχνη πριν από τo άλμα – η χορεύτρια με “το χορό μέσα της”», αναφέρει η Δέσποινα Σαραφείδου εξηγώντας το γιατί επιλέχθηκε το γλυπτό του «Μικρή χορεύτρια δεκατεσσάρων ετών».

Ο Θοδωρής Τσαπακίδης διευκρινίζει πως «ως τότε φτιάχνονταν αγάλματα μόνο θεών και ηρώων (σπουδαίων πολιτικών, στρατιωτικών κλπ). Η μικρή χορεύτρια δεκατεσσάρων ετών του Ντεγκά εισάγει καινά δαιμόνια (ή σε μια άλλη ανάγνωση αποτελεί μαρτυρία της μαζικοποίησης της Τέχνης). Το πρωτότυπο ήταν κέρινο. Ο μπρούτζος με τον οποίο έγιναν τα εκμαγεία που σώζονται σήμερα είναι τελείως άλλο πράγμα».

Πού συναντιούνται ο Λυσίας με τον Ντεγκά; Η Δέσποινα Σαραφείδου αναφέρει «η αρχική σύνδεσή τους ήταν αυθόρμητη. Εκ των υστέρων, αναρωτήθηκα για τα κοινά στοιχεία τους. Μπορεί το ερέθισμα για τον συσχετισμό τους να ήταν τα πόδια, ως σημείο που πάσχει, αλλά και σήμα της στάσης τους. Χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς, από το λόγο διαφαίνεται ότι το σημείο αναπηρίας του αδύνατου είναι τα πόδια. Από την άλλη, τα παραμορφωμένα πόδια της μικρής χορεύτριας (ο Ντεγκά τα επιμήκυνε, στρέβλωσε την κλίση της λεκάνης κ.λπ.) είναι για μένα τα πιο δηλωτικά. Σε αυτά τα πόδια ο αδύνατος και η μικρή χορεύτρια στέκονται και δηλώνουν την παρουσία τους, όπως λέμε “Να σταθείς στα πόδια σου”. Παράλληλα, ο λόγος του Λυσία και το γλυπτό του Ντεγκά, αποτελούν κατά κάποιον τρόπο εκφάνσεις της “γυμνής ζωής”, της “ζωής που είναι ανάξια να βιωθεί”, σύμφωνα με τη διατύπωση του Agamben. Είναι οι παρίες που υπεραμύνονται της ύπαρξής τους απέναντι στην κυρίαρχη εξουσία».

Ο σεβασμός του ασθενή και του αδύνατου ή απλώς του διαφορετικού, γιατί δεν θεωρείται ακόμη και σήμερα αυτονόητος; Ο Θοδωρής Τσαπακίδης εξηγεί: «Έχω την εντύπωση πως μεθοδολογικά είναι εσφαλμένη η ταύτιση του ασθενή με τον αδύνατο και των δύο αυτών με το διαφορετικό. Πάντα με γοήτευαν οι φθισικοί. Όχι γιατί ήταν “χλωμοί”, κατά τους ποιητές του μεσοπολέμου, αλλά γιατί πορεύονταν πρώτοι στις διαδηλώσεις και έφτυναν τις εκάστοτε δυνάμεις καταστολής». Η Δέσποινα Σαραφείδου μιλά από τη δική της σκοπιά: «Ο φόβος μπροστά στο διαφορετικό είναι νομίζω η έκφραση της δικής μας ανασφάλειας. Όσο κι αν προβάλλουμε έναν ατομικό εαυτό, προσπαθούμε όλοι να κρατηθούμε μέσα στο πλαίσιο του “φυσιολογικού” ή της νόρμας, να κρυφτούμε στην ασφάλεια της ομοιότητας. Η ύπαρξη και η εικόνα του ασθενή, του αδύναμου, του διαφορετικού υπενθυμίζει πολύ οδυνηρά την πιθανότητα να βρεθούμε στη θέση του. Σε άλλο επίπεδο, αποτυπώνει επίσης τον δικό μας τρόμο απέναντι στο “ανοίκειο” κομμάτι του εαυτού μας, το οποίο πασχίζουμε να απωθήσουμε. Από μιαν άλλη πλευρά, το κυρίαρχο σήμερα πολιτειακό σύστημα της Δύσης έχει καταλήξει να στηρίζεται στην ισχύ. Οι κοινωνικές σχέσεις, καθώς προσδιορίζονται αποκλειστικά σχεδόν με όρους εξουσίας, τείνουν μάλλον προς τον αφανισμό του ”αδύναμου μέρους” παρά προς την προστασία του».

Οι αξίες του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, κυρίως εκείνες που αφορούν την ελευθερία, τη δημοκρατία και την ισότητα καταρρέουν. Πώς ερμηνεύετε το παράδοξο φαινόμενο η κατάρρευση των αξιών αυτών να συντελείται στην εποχή της πολιτικής ορθότητας; «Σε παγκόσμιο επίπεδο, σήμερα, δεν υφίσταται στην πράξη μια ευτυχής εξίσωση μεταξύ τού “πιστεύω στη δημοκρατία” και “έχω δημοκρατία”. Όσο για το παράδοξο που αναφέρετε, μπορεί εντέλει ως μηχανισμός να μην είναι και τόσο παράδοξος. Γιατί η πολιτική ορθότητα, ατυχώς, πολλές φορές λειτουργεί αποκλειστικά ως κανονιστικό πλαίσιο ή ως προσωπείο που υποκρύπτει τη σκλήρυνση μιας αδιάλλακτης στάσης και την αδιαφορία για την αρχή της ισονομίας», αναφέρει η Δέσποινα Σαραφείδου.
«Η πραγματικότητα είναι προϊόν συγκρούσεων και διαθέτει δυναμικά χαρακτηριστικά. Στη χώρα μας, αναζητήθηκαν νέα περιεχόμενα στις έννοιες της ισότητας, της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης, τα τελευταία χρόνια. Κατά συνέπεια, δεν με βρίσκει σύμφωνο η άποψη περί κατάρρευσής τους. Ωστόσο, αν δεχτούμε, πως ευρωπαϊκά υπάρχει μια τάση ύφεσης των αξιών αυτών, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει που συνοδεύεται από την κυριαρχία της πολιτικής ορθότητας, ιδίως όταν η τελευταία παίρνει τα χαρακτηριστικά ενός πρωτοκόλλου, μιας κανονιστικής αρχής. Ο Μολιέρος, για παράδειγμα, διακωμώδησε το πρωτόκολλο και την υποκρισία των τρόπων των ευγενών. Ανησυχητικό είναι πως η «αναπηρία» σταδιακά λαμβάνει τη θέση της «συνθήκης ύπαρξης» του ανθρώπου στον κόσμο. Οι ήρωες που πάσχουν από το σύνδρομο Άσπεγκερ γίνονται όλο και πιο δημοφιλείς» αναφέρει ο Θοδωρής Τσαπακίδης.

Πηγή TOSPIRTO