Συντευξη του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου

«Για να είμαι ειλικρινής, οφείλω να πω ότι η ζωή έχει υπάρξει και αρκετά γενναιόδωρη μαζί μου, δεν ήταν ποτέ πολύ σκληρή».

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος λέει ότι η ζωή τού έχει συμπεριφερθεί με ωραίο τρόπο. Χωρίς να έχει να διηγηθεί τραγωδίες και τρομερά πάθη βαδίζει με σταθερό βήμα επάνω στο σκοινί της τέχνης (του). Από τους καλούς του θεάτρου, είναι ο άνθρωπος που βάζει ταλέντο σε ρόλους, αποδίδει τα μέγιστα επάνω στη σκηνή και γοητεύει με τον τρόπο που σκέφτεται και μιλάει. Ο Οδυσσέας είναι μία πολύ ξεχωριστή περίπτωση ηθοποιού αλλά και ανθρώπου που τον τελευταίο καιρό βρέθηκε με πολλές πρόβες και παραστάσεις να τον πιέζουν-καθημερινώς- δημιουργικά.

Γιατί τόσο θέατρο μαζί;
Είκοσι –σχεδόν- χρόνια που είμαι ηθοποιός δεν έχει τύχει να κάνω τόσες δουλειές μαζί. Μάλιστα επιδιώκω να έχω απόσταση από το ένα πράγμα στο άλλο. Τώρα απλώς συνέβη. Μία συγκυρία πραγμάτων που έριξαν τη μία πρόβα επάνω στην άλλη παράσταση χωρίς να μπορώ να το ελέγξω. Η συνέχεια για την Άλκηστη, ο «Αμύντας» που άλλαξε ημερομηνία παρουσίασης και οι αναγκαίες προετοιμασίες για τον «Φάρο» άλλο για τα τα «7 χρόνια» με έχουν βάλει σε έναν απαιτητικό κύκλο παραστάσεων και προβών.

Ας ξεκινήσουμε με τον σημαντικό «Αμύντα»
Ο «Αμύντας» είναι μια πολύ αγαπημένη δουλειά που συνδέεται με έναν πολύ αγαπημένο άνθρωπο που έχει φύγει από την ζωή. Πέρυσι την κάναμε με πολύ μεγάλο κέφι, μαζί με τον Σπύρο Ευαγγελάτο και με έναν εφηβικό ενθουσιασμό. Αυτή η δεύτερη φορά ήταν – μ’ έναν τρόπο- επισκιασμένη από την απώλεια. Όμως δεν θελήσαμε να δώσουμε στην παράσταση έναν χαρακτήρα μνημόσυνου. Θέλαμε να είναι μια γιορτή στη μνήμη ενός σπουδαίου ανθρώπου. Έγινε με χαρά μόνο, με την ίδια χαρά που και ο ίδιος αντιμετώπιζε το θέατρο. Η απουσία του ήταν πολύ έντονη, κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας και των προβών, τον σκεφτόμουν διαρκώς, αλλά με χαροποιούσε η σκέψη ότι αυτό το έργο το είχε αγαπήσει και ευχαριστηθεί πολύ αφού τον συνέδεε με την εφηβεία του, με τα πρώτα του χρόνια στο θέατρο. Αυτό κράτησα για να μπορώ να τον φέρνω στη μνήμη μου με ένα χαμόγελο.

Το καλοκαίρι μπήκε στη ζωή σου η Κατερίνα Ευαγγελάτου με την «Άλκηστη», μία παράσταση που έγραψε τη δική της ιστορία όπου και αν παίχτηκε. Πόσο σου άρεσε ο Άδμητος και ποια ήταν μία σημαντική στιγμή του έργου;
Όλο αυτό που συνέβη ήταν πολύ σημαντικό. Μία στιγμή της παράστασης- που έχω στο μυαλό μου πολύ έντονα -είναι αυτή όπου ο Άδμητος επιστρέφει και έρχεται –στα αλήθεια- αντιμέτωπος με τον εαυτό του. Διότι με τον εαυτό του έρχεται αντιμέτωπος και όχι με την απώλεια της συζύγου του. Αυτό το εφιαλτικό σχήμα, αυτή η απελπισία που είχε φτιάξει -με φοβερή καθαρότητα- η Κατερίνα Ευαγγελάτου σε συνεργασία με την Πατρίτσια Απέργη και τον Γιώργο Πούλιο ήταν τόσο επί της ουσίας που αποτελεί μία σημαντική στιγμή του θεάτρου. Ο Άδμητος – όπως και ο κάθε ρόλος αυτού του ρεπερτορίου- ήταν απαιτητικός. Δεν έπαιξα σε γνώριμο γήπεδο αφού τα έργα με τα οποία έχω ασχοληθεί μέχρι τώρα ήταν σύγχρονης γραφής. Εδώ είχα να κάνω με έναν ρόλο ακατάτακτο, όπως ακατάτακτο είναι και το έργο. Φλερτάρουν και τα δύο με όλες τις πλευρές του θεάτρου. Απολαυστικό.

Και έρχεται σε λίγες ημέρες «Ο Φάρος», μία μαύρη κωμωδία, ένα θρίλερ με πρωταγωνιστές μία παρέα αντρών.
Η έννοια μαύρη κωμωδία είναι μία εφεύρεση του σύγχρονου θεατή, κριτικού αλλά και των ανθρώπων που κάνουμε θέατρο για την αμηχανία που αισθανόμαστε στο να αντιμετωπίσουμε και να περιγράψουμε μία σειρά από έργα ξεκινώντας –κατά τη γνώμη μου- από τον Μπέκετ, πιθανώς, και ερχόμενοι μέχρι τον Μακ Ντόνα ή τη Σάρα Κέιν. Συγγραφείς που έχουν μέσα τους πολύ σκληρότητα αλλά – την ίδια στιγμή- και βαθύτατο χιούμορ. Μιλάμε για ένα πολύ μεγάλο άνοιγμα σε διαφορετικές πλευρές θεάτρου χωρίς να μπορείς να προσδιορίσεις –στο τέλος- τι ακριβώς είναι. Κάτι –με έναν τρόπο- πολύ κοντινό στη ζωή. Δεν μπορούμε να πούμε αν είναι δράμα, κωμωδία ή σάτιρα. Έχουμε να κάνουμε με απελπισμένα έργα που μιλούν στα αλήθεια για πολύ δύσκολες στιγμές των ανθρώπων. Άνθρωποι που βρίσκονται στο χείλος του γκρεμού με ακραίες πλευρές και στιγμές. Ταυτόχρονα υπάρχει μία μεγάλη δόση χιούμορ που μας κάνει να δούμε όλη την αντίφαση της ανθρώπινης υπόστασης. Ο απελπισμένος άνθρωπος δεν είναι ένας σοβαροφανής δραματικός ήρωας. Μπορεί να είναι ένα ευχάριστο πρόσωπο. Μπορεί να προκαλεί στο θεατή βαθύτατο γέλιο την ίδια στιγμή που τον συγκινεί ή που τον φέρνει αντιμέτωπο με την απόγνωση και την απελπισία. Αυτό είναι και «Ο Φάρος». Ένα έργο που μιλάει για ανθρώπους που βρίσκονται σε μία δύσκολη στιγμή. Από τη μία η ζωή δεν τους τα έφερε με τον πιο ευνοϊκό τρόπο και από την άλλη οι ίδιοι οδήγησαν τους εαυτούς τους σε πολύ λάθος δρόμο. Δεν είναι θύματα που τους τσάκισε μία καταστροφή και πρέπει να τους λυπόμαστε. Όμως μέσα σε αυτό το σκοτάδι υπάρχει και ένα μοναδικό φως. Κάτι βαθύτατα ανθρώπινο, συγκινητικό και λυτρωτικό.

Οι σύγχρονοι άνθρωποι έχουμε φέρει την ζωή μας στη άκρη του γκρεμού; Αναγνωρίζεις στους ήρωες της παράστασης χαρακτηριστικά της εποχής μας;
Η γνώμη μου για τους ανθρώπους- ξεκινώντας από εμένα- είναι ανεξάρτητη από την εποχή. Ο άνθρωπος έχει την τάση διαρκώς να παρασύρεται από λάθος επιλογές ακόμα και από μη επιλογές. Από πράγματα που τον κυνηγάνε, από δαίμονες που τον σπρώχνουν να πάει τη ζωή του στα βράχια. Τι κάνει λοιπόν; Παλεύει διαρκώς ανάμεσα σε αυτήν την πρόσκρουση και στο κολύμπι που θα τον βοηθήσει από το να πέσει επάνω στα βράχια και να τσακιστεί. Αν δεν ίσχυε αυτό -σε όλες τις εποχές της ύπαρξης του ανθρώπου- θα διαβάζαμε τον Άδμητο και θα νιώθαμε ότι διαβάζουμε Κινέζικα. Το έργο του Ευριπίδη δε μιλάει για εξωγήινους, αλλά για αυτή την αέναη απελπισία, την απόλυτη αμηχανία μας απέναντι στη ζωή και το θάνατο. Πρέπει διαρκώς να επιλέγουμε ποιο δρόμο πρέπει να πάρουμε. Να σκεφτόμαστε για την ευθύνη ή την ανευθυνότητα και την επιλογή ή τη μη επιλογή που έχουμε στην ζωή. Τελικώς πόσο αμήχανα στέκεται κάποιος απελπισμένος και απεγνωσμένος απέναντι στην ζωή; Αυτό είναι το βασικό ζήτημα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και της τέχνης. Αν προσθέσεις τον έρωτα και την οικογένεια έχεις όλο τον κύκλο των έργων που έχουν γραφτεί στο θέατρο ή ακόμα και την ποίηση. Άρα κάθε έργο -όπως « Ο Φάρος» -είναι διαχρονικό και οι άνθρωποι θα συναντιούνται μαζί του ακόμα και σε 500 χρόνια.

Αμηχανία και απελπισία έχεις νιώσει στην ζωή σου; Έχεις φέρει τον εαυτό σου σε δύσκολη θέση;
Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει έρθει σε δύσκολη θέση ή που να μην έχει συναντηθεί με σκοτεινά πράγματα. Όλοι έχουμε νιώσει αμήχανοι και ανήμποροι στο να διαχειριστούμε τη ζωή. Από την άλλη μεριά, για να είμαι ειλικρινής, οφείλω να πω ότι η ζωή έχει υπάρξει και αρκετά γενναιόδωρη μαζί μου, δεν ήταν ποτέ πολύ σκληρή.

Ο έρωτας σε έχει βασανίσει;
Δε με έχει βασανίσει, ούτε με έχει ταλαιπωρήσει. Έχω μια κανονική σχέση, δεν έχω δραματικές ιστορίες και θυελλώδη πάθη να διηγηθώ. Η ζωή μου είναι μια πολύ απλή και κανονική ζωή.

Η οικογένεια και η πατρότητα;
Αυτά είναι πράγματα πολύ σημαντικά και -με έναν τρόπο- βαθύτατα προσγειωτικά. Τα παιδιά σου επιτρέπουν- σε υποχρεώνουν -να δεις την ζωή στην πραγματική της διάσταση. Κάτι που συχνά έχουμε την τάση να μην το καταφέρνουμε. Τα παιδιά είναι ο σημαντικότερος οδηγός σε μία διαδρομή που θα σε φέρει μπροστά στην αλήθεια της ζωής.

Και πάμε στο οικονομικό έγκλημα και την τιμωρία που έχουν τα «7 χρόνια» που σκηνοθετείς στο θέατρο Αποθήκη.
Το έργο αυτό δανείζεται- χρησιμοποιεί -το οικονομικό έγκλημα και την τιμωρία σαν αφορμή. Μία χειροβομβίδα για τη δημιουργία μιας ιστορίας με θέμα τη σχέση κοντινών ανθρώπων, συνεργατών και φίλων που έχουν ζήσει μαζί αρκετά χρόνια. Όμως όταν έρχονται αντιμέτωποι με κάτι πολύ οριακό αποκαλύπτουν και αποκαλύπτονται. Το έργο μιλάει για τις ανθρώπινες σχέσεις, τις ρωγμές και αυτά που μαζεύονται μέσα στον χρόνο. Αναδεικνύει τη διαχείριση των ισορροπιών και την απελπισία απέναντι σε ένα οριακό γεγονός όπως είναι η πιθανότητα να βρεθείς για επτά χρόνια στην φυλακή.

Προδοσία έχεις νιώσει από φίλους;
Όχι. Έχω εισπράξει περισσότερη αγάπη και γενναιοδωρία.

Πιστεύεις ότι σε αυτή τη ζωή υπάρχουν οι ευνοημένοι και αυτοί που ζουν με την ψυχή στο στόμα; Είτε από δική τους επιλογή ή από επιλογή των άλλων.
Το κεφάλαιο επιλογή είναι τεράστιο και απαιτεί μεγάλη συζήτηση. Δεν ξέρω αν υπάρχει επιλογή ή αν απλώς είμαστε διαχειριστές προεπιλεγμένων πραγμάτων –όχι από τους άλλους- από τον ίδιο μας τον εαυτό. Πόσο οι τάσεις μας, τα χαρακτηριστικά, η χώρα, η γλώσσα μας, το status με το οποίο γεννηθήκαμε, οι φίλοι, οι γονείς, οι συγγενείς το dna μας, όλα αυτά τα βασικότατα υλικά, τα δομικά υλικά της προσωπικότητάς μας ,που είναι διαμορφωμένα πολύ πριν εμείς αποκτήσουμε συνείδηση του εαυτού μας, πόσο λοιπόν όλα αυτά μας οδηγούν και μας δείχνουν μια ζωή. Αλλά αν και είμαστε διαχειριστές ενός μη επιλεγμένου υλικού έχουμε-πάντα- την ευθύνη του και πρέπει να παλέψουμε για να το κάνουμε καλύτερο.

Το dna της χώρας μας; Ποια είναι τα καλά και γιατί επιμένουμε να κάνουμε το καλό, κακό;
Οι Έλληνες έχουμε πολύ ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά, αλλά και πολύ αυτοκαταστροφικά. Κάθε λαός έχει αντίστοιχες αναλογίες. Πρέπει όμως – κάποια στιγμή – να αναλάβουμε την ευθύνη μας, την ευθύνη των πράξεών μας και να σταματήσουμε να βολευόμαστε πίσω από το ότι κάποιοι άλλοι μας φταίνε. Αυτό είναι ένα ζήτημα που έρχεται, επαναλαμβάνεται διαρκώς και δηλητηριάζει οποιαδήποτε προσπάθεια που μπορεί να μας βοηθήσει να αποκτήσουμε μια συλλογική συνείδηση και να μην είμαστε ατομικιστές. Αυτό οφείλεται και στην χώρα όπου ζούμε. Είναι μια χώρα πλούσια που σου δίνει την αίσθηση ότι μπορείς να τα καταφέρεις μόνος σου. Ένα χωράφι να έχεις με δύο δέντρα ζεις. Δε χρειάζεσαι την κοινωνία, όπως ένας Βορειοευρωπαίος που στο πρώτο χιόνι –αν δεν υπάρχει μια οργανωμένη κοινωνία- θα παραλύσει και θα πεθάνει. Η Ελλάδα έχει θάλασσα, ήπιο καιρό, έχει αγροτική παραγωγή, έχει πλούτο. Αυτή υποσκάπτει βαθύτατα οποιαδήποτε συλλογικότητα. Όμως αυτό δε μπορεί να είναι άλλοθι. Το θετικό –που πρέπει να δούμε κάποια στιγμή – είναι ότι εμείς, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη, είμαστε ένα νεοσύστατο κράτος. Ας ξεχάσουμε την Αρχαία Ελλάδα. Αυτό το κράτος είναι 150 χρόνων. Μέσα σε αυτά τα χρόνια έζησε πολέμους, δικτατορία, Βαλκανικούς , μια Μικρασιατική καταστροφή, πέρασε ξεριζωμούς. Έζησε την Κατοχή με ακραίο τρόπο και ταυτόχρονα απελευθερωνόταν ακόμα από τους Τούρκους μέχρι το τέλος του προηγούμενου αιώνα. Θέλω να πω ότι οι απαιτήσεις που έχουμε από την Ελλάδα- σε σχέση με τους Ευρωπαίους- είναι πολύ μεγάλες. Δεν είναι δικαιολογία, είναι θέμα αυτοπεποίθησης. Μας βασανίζει ένα σύπλεγμα που από τη μία αισθανόμαστε κατωτερότητα απέναντι στην Ευρώπη και από την άλλη αισθανόμαστε υπεροψία. Είμαστε μια χώρα που έχουμε δουλέψει πολύ για να γίνουμε ένα Ευρωπαικό κράτος, με πολλά νοσήματα και προβλήματα αλλά είναι πιο σύνθετο από αυτό που βάζουμε- συνήθως- στο τραπέζι. Φταίμε για πολλά αλλά την ίδια στιγμή είμαστε μια φρέσκια ιστορία.

Η πολιτική έχει καλά χέρια για να μας κρατήσει και να μας βοηθήσει;
Οι πολιτικοί είναι πάντοτε κομμάτι του λαού. Δεν μου αρέσει να τους χρησιμοποιούμε σαν άλλοθι. Δεν έρχονται από τον Άρη, είναι Έλληνες και Έλληνες τους ψηφίζουν. Αν δεν σου αρέσει αυτός που σε εκπροσωπεί ζήτησε από κάποιον άλλον να το κάνει. Είμαστε υπεύθυνοι για τους ανθρώπους που μας εκπροσωπούν. Δεν φταίνε πάντα οι πολιτικοί, όλοι φταίμε.

Και για το τέλος. Βλέποντας πίσω, τα χρόνια που πέρασαν, πιστεύεις ότι «ήσουν για τα δύσκολα»;
Δεν ξέρω. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι αυτή είναι η δουλειά που μου άρεσε πάρα πολύ και εξακολουθεί να μου αρέσει. Δεν θα το βάλω εύκολα στα πόδια. Αν είμαι φτιαγμένος για τα δύσκολα ή τα εύκολα, αυτό μόνο η ζωή μπορεί να το αποδείξει και να το πουν οι άλλοι, εγώ δε μπορώ να το πω.

Πηγή: Tospirto