Συντεύξη του Ηλία Κουνέλα

Ένα άσμα για το χάσμα των γενεών.

Συνήθως επιλέγει να παρουσιάζει τις παραστάσεις του σε εναλλακτικούς χώρους – έκπληξη θα τους χαρακτηρίζαμε, όπως στο προαύλιο μιας εκκλησίας στην Πλάκα, σ’ ένα νεοκλασικό στον Κολωνό ή στο σαλόνι του Μερόπειου της Διονυσίου Αρεοπαγίτου.
Τη νέα του παράσταση «ΕΙΜΑΙ ΘΑΛΑΣΣΑ ΧΡΟΝώΝ, ένα άσμα για το χάσμα γενεών» αυτή τη φορά την παρουσιάζει σε μία αμιγώς θεατρική σκηνή, και συγκεκριμένα στη Β’ σκηνή του Θεάτρου Κεφαλληνίας.

Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης, Ηλίας Κουνέλας, βλέπει το θέατρο από μια δική του ιδιαίτερη οπτική γωνία. Αναζητά μέσα από τα έργα του άλλους δρόμους και ανοίγει έναν ουσιαστικό, δημιουργικό διάλογο με το κοινό προσφοράς και αναζήτησης μέσα από το κοινωνικό θέατρο.

Ο «σπόρος» για το νέο του εγχείρημα προήλθε «από τον έρωτα» επισημαίνει στο www.tospirto.net. «Το έργο πραγματεύεται το χάσμα γενεών και τη διαχείριση της μνήμης. Μία οικογένεια χάνει τον παππού της και αποφασίζει να πραγματοποιήσει εις μνήμη του μία παράδοξη ολονυχτία… Αντί για πένθος, γλέντι. Αυτή η συνθήκη θα δώσει την ευκαιρία στην κάθε γενεά, να εκφράσει την καλή της πλευρά».

Ο σκηνοθέτης για τον διφορούμενο τίτλο του έργου εξηγεί: «Αγκαλιάζει ένα χρόνο άχρονο, ένα ναυάγιο, έναν ορίζοντα, αλλά κι έναν ξεβρασμό… Η θάλασσα είναι πιο γυμνή κι από το τοπίο που την περικλείει. Το ίδιο γυμνός είναι κι ο χρόνος, που αν δεν βουτήξεις μέσα του σε γερνά και σε πνίγει…Τέλος, αν δεν αφουγκραστείς τις γενεές που πέρασαν πριν από εσένα κι αυτές που θα έρθουν… υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να τα κάνεις θάλασσα…»

Για το εάν υπάρχει χάσμα γενεών στις μέρες μας…. και ένα άσμα που… συνεισφέρει απαντά: «Αισθάνομαι πως στην Ελλάδα υπάρχει ένας γκρεμός γενεών. Οι νέες γενιές είναι ματαιωμένες και απογοητευμένες από τις γενιές τον πατεράδων τους, έχασαν τον θαυμασμό τους για αυτούς. Αλλά και οι πατεράδες, έμειναν σε μια τεράστια εκκρεμότητα σιωπής με τους δικούς τους πατεράδες. Κατά βάθος το πρόβλημα βρίσκεται πάντα στην αφήγηση που επιλέγει η κάθε γενεά. Οι σημερινοί μεσήλικες δεν σταματάνε να μιλούν. Αυτό από την άλλη, αποκαλύπτει την πληγωμένη σιωπή των πατεράδων τους. Όσοι επέζησαν έναν σκληρό πόλεμο, χάσαν τα λόγια τους. Τώρα όλοι περιμένουμε με μεγάλη αγωνία, τι λόγο θα εκφέρει η νέα γενια. Το άσμα όμως, είναι αυτή η διαπίστωση πως ο κάθε άνθρωπος, θέλοντας ή μη, θα περάσει από κει που έφυγε ο προηγούμενος. Η ζωή είναι “ αγρίως απίθανη” για όλους».

Τους φόβους του τους ξορκίζει «κοιτάζοντας τη θάλασσα στα μάτια» λέει. Όσο για το αν μπορούμε τελικά να διαχειριστούμε τη μνήμη, απαντάει χωρίς περιστροφές «Σαφώς, αρκεί να συμμετέχουμε σ’ αυτήν».

Μετά το πέρας του κάθε έργου που ανεβάζει, μια σειρά από ερωτήματα σφηνώνονται στο μυαλό του. «Πώς έφθασα μέχρι εδώ; Τι κάνω; Άλλαξα; Μετακόμισα; Στρογγύλεψαν τα μάτια του Κινέζου θεατή στην έκτη σειρά; Πού εναποθέτω τις ελπίδες μου; Σ ευχαριστώ Θεέ μου, ξεπέρασες και πάλι τις προσδοκίες μου. Και μετά τι;»

Αυτόν που τον λυπεί στη χώρα μας, που περισσότερο κρίνει χωρίς να αυτολογοκρίνεται, είναι ότι δεν έχει δει ούτε ένα μεσήλικα να βγαίνει δημοσίως και να λέει: «Συγγνώμη, είπα ψέματα, υπέκυψα σε ψεύτικα συνθήματα… έκανα λάθος, μη μου μοιάσετε…».

Τέλος, για τα μελλοντικά σχέδιά του δανείζεται τη φράση του Λ. Τολστόι: «Κάνουμε σχέδια για το μέλλον και δεν ξέρουμε τι θα μας συμβεί το ίδιο απόγευμα».

Πηγη : Topirto