Συντεύξη του Γιάννη Στάνκογλου

11

«Αυτή είναι η μοίρα του ανθρώπου, να προχωράει μέσα από τα δεινά του και να κατακτά λίγο περισσότερη ζωή».

Έχει μόλις επιστρέψει από την Καβάλα, το Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων και το βοριαδάκι του μεσημεριού τον υποδέχεται στο μπαλκόνι του σπιτιού του, στα Πετράλωνα. Κι αν είναι κουρασμένος, ο Γιάννης Στάνκογλου ακούγεται χαρούμενος, ανάλαφρος. Η τελευταία του συνεργασία στους «Επτά επί Θήβας» με σκηνοθέτη τον Τσέζαρις Γκραουζίνις τον επανατοποθετεί σε μια επαγγελματική τροχιά που, τα τελευταία χρόνια, επιζητά όλο και περισσότερο. Να είναι ενεργός στις ερμηνευτικές επιλογές του – «ο Τσέζαρις μου έδωσε και πάλι την ελευθερία που χρειάζομαι, τη δυνατότητα να γίνω κι εγώ δημιουργός του ρόλου» όπως λέει – να συνομιλεί με καλλιτέχνες που είναι «γνήσιοι, έχουν χιούμορ και ανθρωπιά», ακόμα και να επιλέγει τα έργα στα οποία πρωταγωνιστεί. Ήταν εκείνος εξάλλου, που έβαλε τον σπόρο της ιδέας στον Λιθουανό σκηνοθέτη προκειμένου ν’ ανεβάσει την τραγωδία του Αισχύλου. «Θυμάμαι πως μου άρεσε αυτό το έργο από τα χρόνια της δραματικής σχολής, ήταν διαφορετικό από τα άλλα κείμενα της τραγωδίας. Κι έτσι, όταν πέρυσι, μετά τον “Ιούλιο Καίσαρα” αποφασίσαμε να συνεργαστούμε ξανά του πρότεινα να το μελετήσει. Προηγουμένως, διάβασε όλες τις τραγωδίες μα κατέληξε στη δική μου πρόταση» εξηγεί.
Στον ίδιο δρόμο, των προσωπικών του επιλογών, θα συνεχίσει και τον χειμώνα υποδυόμενος τον «Καλιγούλα» του Αλμπέρ Καμύ. Ήταν το έργο που του απέσπασε μια υπόσχεση, μόλις το πρωτοδιάβασε: Να το δοκιμάσει στο θέατρο ή να αφήσει το θέατρο.

Προς τα πού πηγαίνεις υποκριτικά;

Σε πράγματα που με εκφράζουν, που είναι και δικά μου ως ανάγκες, δεν προκύπτουν μόνο από το «ναι» σε μια πρόταση που μου γίνεται. Θέλω συνεργασίες επί της ουσίας, που έχουν ανθρωπιά και δεν είναι δήθεν. Να παίρνω το παιχνίδι στα χέρια μου, όπως το χειμώνα που θα κάνω τον «Καλιγούλα». Θυμάμαι όταν πρωτοδιάβασα το έργο του Καμύ με είχε συγκλονίσει και είχα θέσει όρο στον εαυτό μου πως αν δεν το ανεβάσω μέσα στο επόμενο διάστημα, θα σταματήσω το θέατρο.

Τι ξέρεις πλέον για σένα και για τις δυνατότητες σου;

Θεωρώ ότι μπορώ να κάνω πολλά, ίσως και τα πάντα. Το θέμα είναι να μην τα κάνω μόνος μου. Να τα κάνω μαζί με άλλους.

Ήσουν πάντα έτσι εξωστρεφής στη λειτουργία σου στο θέατρο;

Ναι, γενικώς επιδιώκω να ρισκάρω και να δοκιμάζω τα στραβοπατήματα. Ξεκινάω από μια εξωστρεφή κατάσταση και σταδιακά βυθίζομαι προς τα μέσα σ’ ένα ρόλο ή σ’ ένα έργο. Όπως έχει πει και ο Γκραουζίνις οι Έλληνες ηθοποιοί χτίζουν το σπίτι από την στέγη και αργά κατεβαίνουν προς τα κάτω.

Και στην περίπτωση των «Επτά επί Θήβας» δοκιμάζεις τα όρια αυτής της εξωστρέφειας. Μοιράζεσαι τον ρόλο του Ετεοκλή με τον Χρίστο Στυλιανού.
Μια επιλογή του Γκραουζίνις που με έβαλε στη θέση να θέλω να μοιράζομαι περισσότερο.

Πώς είναι να βλέπεις έναν άλλο ηθοποιό να παίζει το δικό σου ρόλο;
Πέρασα από πολλά στάδια παρατήρησης, από θετικές κι αρνητικές σκέψεις. Είναι σαν μια σχέση ερωτική που ξέρεις από τη αρχή πως θα υπάρχει τρίτο πρόσωπο. Αν συναινέσεις εξ αρχής σε αυτή τη συνθήκη και αντιμετωπίσεις την κατάσταση με την αγάπη ως κριτήριο, δεν μπορεί κάτι θα σου δώσει και το τρίτο πρόσωπο. Έτσι δουλέψαμε και με τον Χρίστο, για ένα αποτέλεσμα που προκύπτει και για τους δυο μας αλλά και για την ομάδα της παράστασης. Τελικά, κατάφερα να μοιραστώ, να μην σκέφτομαι αν έπαιξα καλά ή ο άλλος καλύτερα από μένα. Κι αυτό ήταν πολύ ωραίο και το κρατώ μέσα μου.

Είσαι σε θέση να κρίνεις την απόδοση σου;

Βέβαια, αλλά είναι μια εργασία προσωπική, μου είναι χρήσιμη για να προχωρήσω. Θυμάμαι αυτό που μας έλεγε ο Γιώργος Κιμούλης στη σχολή πως όταν βλέπεις το ρόλο σου απ’ έξω μοιάζει μ’ ένα ανθρωπάκι.

Γενικά είσαι ανοιχτός να μάθεις από τους άλλους ηθοποιούς;

Φυσικά – δεν γίνεται αλλιώς. Ο ηθοποιός που δεν μαθαίνει απ’ όσα συμβαίνουν γύρω του δεν είναι καλός ηθοποιός. Σε κανέναν δεν αρκεί η μανιέρα, η εξυπνάδα, η τεχνική αν δεν είναι ανοιχτός στους άλλους, στις ψυχές, στα σώματα και στη γύρω ενέργεια.

Εγκλωβίστηκες ποτέ στον τρόπο σου;

Ναι, μου έχει συμβεί κυρίως όταν με οδηγούν σκηνοθέτες που δεν μου προσφέρουν τα κατάλληλα ερεθίσματα. Κι εκεί μένω στα δικά μου τα γνώριμα πεδία, στη μανιέρα μου. Μα όλοι έχουμε μανιέρα. Ο ίδιος ηθοποιός είσαι κάθε φορά μόνο που πρέπει να θέλεις να γίνεσαι και κάποιος άλλος.

Τι άλλο σου έδωσε η συνομιλία με τον Ετεοκλή;

Κατά τη διάρκεια των προβών μίλησα πολύ με τον εαυτό μου. Οπότε, πριν απευθυνθώ σε κάποιον άλλο, σκεφτόμουν δυο φορές αυτό που είχα να του πω.

Σε οδηγεί συνήθως σε τέτοια μονοπάτια η επαφή σου με την αρχαία τραγωδία;

Επιστρέφοντας από τη Νέα Υόρκη δούλεψα κοντά στον Θόδωρο Τερζόπουλο συμμετέχοντας στους «Επίγονους» και αργότερα στον «Προμηθέα Δεσμώτη». Η αρχαία τραγωδία λοιπόν, ήταν μια από τις πρώτες και καθοριστικές εμπειρίες μου στο ελληνικό θέατρο και μάλιστα με τον τρόπο του Θόδωρου από τον οποίο αποκόμισα μια εξαιρετικά δυνατή εμπειρία μαθητείας, αφού μου έδωσε την δυνατότητα να πατήσω στα πόδια μου, να δουλέψω με την φωνή, με το σώμα μου κι όλο αυτό να το κάνω τεχνική. Στη συνέχεια συνεργάστηκα με την Άντζελα Μπρούσκου στην «Ηλέκτρα» και πιο πρόσφατα με τον Θέμη Μουμουλίδη. Συνολικά, η επαφή με αυτά τα κείμενα είναι μια μένα μια κατάσταση εξέλιξης. Μελετώντας τέτοια έργα ξαναβρίσκω τον εαυτό μου. Διαβάζοντας φράση τη φράση νιώθω ότι κάτι χαράσσεται μέσα μου κι ας μην ξέρω στην αρχή να προσδιορίσω τι είναι αυτό. Είναι κάτι πολύ βαθύ, οντολογικό μα με αλλάζει, με μετατοπίζει. Έχει να κάνει με το ποιος είμαι, που πηγαίνω. Η μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα στους «Επτά επί Θήβας» ήταν εκπληκτικό εργαλείο αναζήτησης μέσα στα λόγια του Αισχύλου. Έψαχνα περισσότερο μέσα σε αυτό που διάβαζα. Ένιωθα ότι με αυτά τα λόγια δεν χρειάζεται να ειπωθεί τίποτα περισσότερο, δεν χρειάζονται σκηνικά, μουσική, τίποτα.

Ποιος είναι ο Ετεοκλής;
Ένας μοναχικός ήρωας. Και μάλιστα ο πρώτος μοναχικός ήρωας του παγκόσμιου δραματολογίου.

Σε γοητεύει αυτή η διαπίστωση;

Με γοητεύει ότι ο Ετεοκλής παίζει με την μοίρα του. Δεν γεννιέται ήρωας, φοβάται να αντιμετωπίσει το κακό που έρχεται. Σιγά – σιγά γεννιέται το θάρρος μέσα του. Αναγνωρίζει το τι του μέλλει να συμβεί και δεν διστάζει. Δεν πολεμάει μόνο για να θρέψει το θέλω του αλλά γιατί ξέρει πως έτσι θα σώσει την πόλη του. Έχει μια αξία, ένα ήθος αυτή του η πράξη. Υπερασπίζεται το κοινό καλό και με κάποιον τρόπο πρέπει να γυρίσουμε σε αυτή την σκέψη για τη ζωή και τους ανθρώπους γύρω μας. Έχει χαθεί η κοινή αλήθεια – δεν ξέρω αν και πότε υπήρχε ακριβώς – όμως την χρειαζόμαστε.

Την ίδια ώρα, είναι ένας ήρωας που κλέβει την εξουσία από τον αδελφό του και τελικά ρίχνεται στη μάχη μαζί του. Χρειάστηκες δικαιολογίες για να τον υπερασπιστείς;
Παιδεύτηκα πάρα πολύ, ήταν επώδυνο να υποδυθώ ένα πρόσωπο με τόσες ρωγμές.

Πάντως, είναι η δεύτερη φορά που υποδύεσαι ένα πρόσωπο εξουσίας, μετά τον Μάρκο Αντώνιο στον «Ιούλιο Καίσαρα».

Και είναι δύσκολοι αυτοί οι ήρωες, περίπλοκοι, δαιδαλώδεις. Παρόλα αυτά προσπαθώ να μιλήσω την αλήθεια τους ακόμα κι αν δεν συμφωνώ με αυτή – όπως τώρα, που δεν μπορώ να αποδεχθώ τις πράξεις του Ετεοκλή ως σωστές. Πώς να κολυμπήσεις στα βρώμικα τα νερά της πολιτικής; Δεν μπορείς. Παρότι πλέον, δεν πιστεύω ότι τα πρόσωπα εξουσίας είναι αυτά που την ορίζουν. Νομίζω ότι ως ανθρωπότητα θα βαλτώσουμε για πολύ καιρό μέσα στο αίμα και στα σκατά μέχρι να δούμε ξανά τις πραγματικές αξίες με καθαρό μάτι.

Είναι ουτοπική η σκέψη τελικά ότι ο άνθρωπος μπορεί να σταθεί πιο ψηλά από τον πόλεμο;
Νομίζω ότι ο άνθρωπος και μπορεί και πρέπει να στέκεται ψηλότερα από τον πόλεμο. Όμως, δεν είναι μόνος του, είναι και οι καταστάσεις τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίσει, όλον αυτόν τον παραλογισμό που στήνεται γύρω του.

Το έργο ξεκινά με δεδομένο ότι ο εχθρός βρίσκεται έξω από τα τείχη της πόλης. Πώς αντιμετωπίζεις αυτή τη συνθήκη;

Όλα εξαρτώνται από τη δουλειά που έχει κάνει ο καθένας με τον εαυτό του πριν βρεθεί μπροστά σε αυτό το δεδομένο. Πρέπει να ξέρεις ποιος είσαι μέσα σου πριν αναμετρηθείς με κάθε εχθρό, πόσο έτοιμος είσαι. Όπως λέει και ο Αισχύλος «η πειθαρχία είναι η μητέρα της νίκης και η γυναίκα του νικητή». Πιστεύω ακράδαντα πως ο καθένας μας μπορεί να πειθαρχήσει μέσα στο χάος. Δεν θα χαθεί ποτέ ο άνθρωπος που πειθαρχεί.

Άρα, ο φόβος είναι για τον εχθρό ή είναι μέσα μας;

Νομίζω ότι πριν απ’ όλα είναι μέσα μας. Υπάρχουν πολλά είδη και φύσεις εχθρικές, όμως η μεγαλύτερη είναι μέσα μας.

Επομένως ο φόβος είναι ο μέγιστος εχθρός.

Ο φόβος είναι ο χειρότερος γιατρός, παραφράζοντας τον στίχο του Αγγελάκα. Όσες φορές έχω καταπολεμήσει τους φόβους μου έχω αλλάξει γραμμή πλεύσης, έχω αλλάξει χαρακτήρα. Γι’ αυτό και τώρα τελευταία δοκιμάζω διάφορα που έχουν να κάνουν με τον φόβο του τέλους, κάνω ελεύθερη πτώση, κάνω παρά πέντε. Έχω βοηθηθεί πολύ απ’ όλα και στο πως αντιμετωπίζω το θέατρο μα και στην μέσα μου ελευθερία. Πάντως, δεν θεωρώ πως ο φόβος είναι κακό πράγμα, αφού είναι του ανθρώπου πράγμα.

Ο Αισχύλος άφησε τους «Επτά επί Θήβας» ανολοκλήρωτους και το τέλος της τραγωδίας δόθηκε από μεταγενέστερους του. Αν έγραφες εσύ το τέλος του ποιο θα ήταν;
Μου αρέσει το τέλος που δόθηκε γιατί ανταποκρίνεται στην σκέψη του έργου. Όσο οι δυο βασιλιάδες πολεμούν μεταξύ τους οι πολίτες βιώνουν τα βάσανα του πολέμου∙ όταν αυτοί πεθαίνουν αποκτούν νέα βάσανα. Δεν ξέρουν οι άνθρωποι να ζουν χωρίς βάσανα. Αυτή είναι η μοίρα του ανθρώπου, να προχωράει μέσα από τα δεινά του και να κατακτά λίγο περισσότερη ζωή.

Πηγή : tospirto.net