Συντεύξη του Γιάννη Νιάρρο

«Νιώθω ένοχος που είμαι σε καλύτερη μοίρα από συνομήλικους μου».

Ο Γιάννης, 24 χρονών, είναι ένα παιδί της ηλικίας του. Περνάει χρόνο με την κοπέλα του, ακούει μουσική (blues και rock) κάνει εντατικά μαθήματα πιάνου, παίζει κιθάρα, διαβάζει βιβλία, επισκέπτεται τις γιαγιάδες του και δουλεύει πολύ. Για την ακρίβεια δουλεύει πολύ από τα 18 του, αντί να πανηγυρίζει την έξοδο του στον κόσμο – όπως εκατοντάδες άλλοι συνομήλικοι του. Εκείνος πάλι αποφάσισε να βγάλει χαρτζιλίκι, «να πάρει θέση» όπως λέει. Ερχόταν κρίση εξάλλου. Συνεργάστηκε για καιρό με ένα γραφείο κλόουν δίνοντας παραστάσεις σε παιδικά πάρτι και εκδηλώσεις. Ο κλόουν Πεπίτο ήταν ο πρώτος του ρόλος και τα νηπιάκια το πρώτο του κοινό. Μέσα στη φαντασμαγορική στολή του γνώρισε παιδάκια που ζητούσαν κλαψουρίζοντας από τη μαμά τους να τον διώξει γιατί ήταν φρικτά βαρετός κι άλλα πάλι, που του ζητούσαν να ξανάρθει σύντομα.
Έξι χρόνια αργότερα, πολλά έχουν αλλάξει στη ζωή του Γιάννη Νιάρρου που έχει βγει στον κόσμο της τέχνης με κάθε επισημότητα: Είναι ο πρωταγωνιστής του κινηματογραφικού «Νοτιά» του Τάσου Μπουλμέτη και Ρασκόλνικοφ στο εμβληματικό «Έγκλημα και τιμωρία» που ανεβαίνει στο Εθνικό. Πριν από όλα όμως, είναι ένα πλάσμα της επόμενης μέρας. Μιλάει γι’ αυτά που έχει κάνει αλλά το μυαλό του βρίσκεται ήδη σε εκείνα που θα ακολουθήσουν• με την αθωότητα και τη λαχτάρα που αρμόζουν στη νιότη του και που, σχεδόν, συνοψίζονται στην, στολισμένη με χαμόγελο, αγωνία του: «Τα είπα καλά;».

Πότε καταλαβαίνεις ότι θέλεις να γίνεις ηθοποιός;
Το είχα αποφασίσει από πολύ μικρός• για να καταλάβεις δεν ασχολήθηκα καν με τις Πανελλήνιες – αν και πλέον νομίζω πως ήταν λάθος μου γιατί θα μου ήταν χρήσιμη μια επιστήμη. Έδωσα εξετάσεις και πέρασα με τη δεύτερη προσπάθεια στη Δραματική Σχολή του Εθνικού θεάτρου. Σαν παιδί σκεφτόμουν ότι ήθελα να κάνω τον κόσμο να γελάει. Όταν επίσημα άρχισα να ασχολούμαι με το θέατρο, συνειδητοποίησα τι ήθελα να κάνω. Εκεί έπρεπε να ανακαλέσω πράγματα πιο προσωπικά για να παίξω σε ένα έργο, κάτι που βρήκα απόλυτα μαγευτικό. Αγάπησα αυτό το πολύ πρωταρχικό στοιχείο του θεάτρου, να είμαι εγώ εδώ, να είσαι εσύ απέναντι μου και να μοιραζόμαστε κάτι, ένα βλέμμα, ένα συναίσθημα. Ακόμα και σήμερα πάντως, δεν έχω ταυτοποιήσει όσα νιώθω πως μου αρέσουν με εξωτερικά ερεθίσματα. Δεν έχω πει δηλαδή, «θέλω να γίνω ένας τέτοιος ηθοποιός». Για την ώρα όλα μου αρέσουν, σε όλα δοκιμάζομαι και θέλω να κοιτάζω προς κάθε κατεύθυνση.

Τι είχε μεσολαβήσει μέχρι σήμερα;
Στα 12 μου χρόνια ήταν το πραγματικό μου ντεμπούτο: Είχα κάνει ένα σίριαλ με το Μπέζο – είχα δηλαδή δείξει από νωρίς ότι ήθελα να ασχοληθώ με την υποκριτική. Αργότερα, και πριν από την σχολή δούλεψα με ερασιτεχνικές ομάδες θεάτρου όπως την Vice Verca. Όταν αποφοίτησα λοιπόν, έπαιξα στο «Τρένο» για την Εφηβική Σκηνή της Στέγης, στο «Μεσοπέλαγα» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, στη «Δυτική Αποβάθρα» εδώ στο Εθνικό, και την «Πενθεσίλεια» στο Bios, κινηματογραφικά συνεργάστηκα με τον Τσεμπερόπουλο κι έκανα κάτι άλλες ταινίες μικρού μήκους. Η αλήθεια είναι πως ήμουν τυχερός που όλα αυτά συνέβησαν αμέσως μετά τη σχολή.

Και τώρα, ο «Νοτιάς», η δεύτερη μεγάλη παραγωγή που συμμετέχεις. Ποιά είναι η σχέση σου με τον κινηματογράφο;
Γελάω ως τα αυτιά που βλέπω τον εαυτό μου πρωταγωνιστή σε ταινία κι από την άλλη είμαι πολύ αυστηρός μαζί του. Είναι η πρώτη φορά που κάνω σινεμά με τόσο μεγάλο ρόλο. Είχα, όμως, να εμπνευστώ από τον Τάσο Μπουλμέτη που ανέλαβε να πει μια ιστορία, για ένα νέο σαν εμένα, με το φαντασιακό στοιχείο στα κόκκινα. Πριν αρχίσουμε τα γυρίσματα, διάβαζα βιβλία για την τέχνη του σινεμά, σκεφτόμουν πως θα παίξω το ρόλο του Σταύρου κι αφού μπήκαμε στη διαδικασία των γυρισμάτων είχα τον Τάσο διαρκώς στ’ αυτιά μου. «Μου έλεγε κοίτα αριστερά – Τέλειο». Δεν είχα ιδέα του τι προέκυπτε, ήξερα ότι δεν είμαι κύριος του υλικού μου αλλά ο σκηνοθέτης μου με έκανε να αισθάνομαι σίγουρος και ασφαλής.

Και στο θέατρο πώς νιώθεις;
Σίγουρα, δεν διαφέρει πολύ από αυτό που φανταζόμουν. Στα τρία χρόνια που δουλεύω, καταλαβαίνω πως είναι τόσα πολλά εκείνα που πρέπει να μάθω. Παίζεις κι αυτό από μόνο του σημαίνει χαρά. Καταλαβαίνω ότι είναι μια ειδική δουλειά, με την έννοια ότι αφορά λίγο κόσμο αλλά παρόλα αυτά μετουσιώνεται συχνά σε σημαντικές προσωπικές στιγμές, είτε για μένα ή για εκείνους που έρχονται να δουν μια παράσταση στην οποία συμμετέχω. Με γοητεύει πολύ, δηλαδή, που μια δική μου στιγμή παίρνει συλλογικό χαρακτήρα. Το θέατρο με έχει κάνει να ωριμάσω πολύ πιο γρήγορα – άλλα παιδιά στην ηλικία μου ίσως δεν είχαν την ευκαιρία να ασχοληθούν σε βάθος με σπουδαία έργα και βαθιά συναισθήματα.

Για την ώρα, τι ξεχωρίζει μέσα σου;
Ο Μάικλ Κέιν είχε πει πως στο θέατρο «σφάζεις με τον μπαλτά». Εμένα λοιπόν, στο σινεμά μου φαίνεται πως κόβεις με το νυστέρι. Ως εκεί μπορούσα να φτάσω εγώ, μη έχοντας την εμπειρία του τι λειτουργεί και τι όχι. Για την ώρα όμως προτιμάω το θέατρο – ίσως επειδή το γνωρίζω κάπως καλύτερα και νιώθω πιο ελεύθερος. Ίσως γιατί επιφυλάσσει αυτή την άμεση επικοινωνία με τα πάντα.

Έχεις τρακ;
Συνέχεια. Κουβαλάω διαρκώς στο κεφάλι μου το ρόλο. Αυτή τη στιγμή, σκέφτομαι το «Έγκλημα και τιμωρία». Όταν γυρίζω στο σπίτι το έργο δουλεύει στο μυαλό μου. Όλα αυτά τα λόγια είναι γραμμένα μέσα μου και κάπως επιδρούν πάνω μου.

Μήπως ήσουν κάπως μικρός για να υποδυθείς ένα ρόλο σαν του Ρασκόλνικοφ;
Όχι, ιδιαίτερα. Ένας μεγαλύτερος ηλικιακά ηθοποιός από μένα ίσως να είχε περισσότερα βιώματα και πιθανόν να τον καταλάβαινε καλύτερα, αλλά στ’ αλήθεια δεν θεωρώ ότι ο Ρασκόλνικοφ παίζεται. Και μόνο να προσπαθήσεις να πεις τα λόγια του συμβαίνει μια ένωση ανάμεσα σε σένα και στο νόημα τους. Ο Ρασκόλνικοφ είναι ένα αρχέτυπο ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό.

Και ο Ρασκόλνικοφ και ο Σταύρος φέρουν την ανησυχία της νιότης τους. Τους μοιάζεις, θέλεις να αφήσεις το στίγμα σου στα πράγματα;
Κυρίως ο Ρασκόλνικοφ είναι ένας τέτοιος ήρωας που προσπαθεί να αφήσει ένα αποτύπωμα στον κόσμο. Όσο για τον Σταύρο στο «Νοτιά» νομίζω ότι αν τον παρακολουθούσαμε να μεγαλώνει θα τον βλέπαμε να μεταμορφώνεται στον Τάσο Μπουλμέτη. Εγώ λοιπόν, μοιράζομαι τις ανησυχίες της ενηλικίωσης, αγχώνομαι για το τί έπεται. Κατάφερα να κάνω κάποια πράγματα που σημαίνουν ένα ξεκίνημα αλλά πλέον με απασχολεί η συνέχεια και πως αυτό θα βοηθήσει τόσο εμένα όσο και τον κόσμο που έρχεται σε επαφή με την Τέχνη. Καταλαβαίνω τον Ρασκόλνικοφ αλλά φοβάμαι πως δεν έχω το σθένος ούτε το μυαλό για να πάρω μια θέση, να ηγηθώ μιας κίνησης που θα αλλάξει κάτι ριζικά.

Πιστεύεις ότι ο καθένας μας έχει ένα ελάχιστο μερίδιο για την αλλαγή του κόσμου;
Από τη μια ο καθένας μπορεί να φέρει μια αλλαγή προς το καλύτερο για τους γύρω του• από την άλλη είμαστε πολύ μικροί για να πράξουμε κάτι σημαντικό, μια πολιτική πράξη. Αν συμφωνήσουμε οι δυο μας πως θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο πρέπει να φύγουμε για τη Συκαμιά και να βοηθήσουμε στην κρίση του μεταναστευτικού. Να διαθέσουμε τους εαυτούς μας και τον προσωπικό μας χρόνο σ’ αυτό τον σκοπό. Και από τη στιγμή που δεν το κάνουμε ή δεν κάνουμε κάτι αντίστοιχο δεν δικαιούμαστε να μιλάμε για τον κόσμο που αλλάζει από μονάδες.

Ούτε από συλλογικότητες;
Δεν ξέρω πως δημιουργείται η συλλογική συνείδηση αλλά σίγουρα την έχουμε ανάγκη.

Είσαι πολιτικά ανήσυχος;
Νομίζω ότι η κριτική ματιά στα πράγματα πηγάζει από βαθιά πολιτική γνώση την οποία δεν θεωρώ ότι έχω. Οπότε θα ήταν ανώφελο να ισχυριστώ κάτι τέτοιο. Αντιδρώ σε φαινόμενα αδικίας, βλακείας, όπου μπορώ να επέμβω τέλος πάντων – παρότι νιώθω αδύναμος, πολύ απαισιόδοξος και κάπως ένοχος.

Ένοχος γιατί;
Γιατί βρήκα τι θα κάνω στη ζωή μου ενώ όλα γύρω είναι διαλυμένα. Ένοχος που είμαι σε καλύτερη μοίρα από συνομήλικους μου.

Πώς είναι να ενηλικιώνεσαι στα zeros και στην Ελλάδα της κρίσης;
Άρχισα να καταλαβαίνω τι συμβαίνει για τα πράγματα στο πρώτο οικονομικό κραχ της Ελλάδας. Κι επειδή, τότε προέκυψε μαζί και μια κρίση μέσα στην οικογένεια μου, αναγκάστηκα να δουλέψω σαν κλόουν για να βγάζω 400 ευρώ το μήνα, να καλύπτω το νοίκι και τα τσιγάρα μου. Έτσι έβγαλα και τα χρόνια της σχολής. Η κρίση στα δικά μου μάτια λοιπόν, ήταν μια αποκάλυψη. Εκτέθηκα σε μια νέα πραγματικότητα. Διαπίστωσα πως και οι γονείς μου ζούσαν μέχρι τότε σε μια οικονομική πλάνη. Επιπλέον, χώρισαν την ίδια περίοδο κι έτσι όλα ήταν κρίση για μένα, ένας καινούργιος καμβάς.

Πώς πολεμάς την απαισιοδοξία της εποχής;
Χτίζω το δικό μου προσωπικό παραμυθάκι. Παίζω με τα όνειρα και τις σκέψεις μου.

Όταν λες όνειρα;
Να βιοπορίζομαι από το θέατρο, να έχω μια κοπέλα να αγαπάω και να κάνω παιδιά. Θα ήθελα να κάνω παιδιά στα 28 – χωρίς να με αγχώνει κιόλας αυτό.

Έχεις σκεφτεί να φύγεις από την Ελλάδα;
Δεν θα έφευγα ποτέ μόνιμα από τη χώρα μου. Με τίποτα. Γιατί αυτή η γλώσσα μας ενώνει και δεν θα μπορούσα να την εγκαταλείψω ειδικά κάνοντας αυτή τη δουλειά.

Από τι θα ήθελες να απαλλάξεις την ελληνική καθημερινότητα;
Από την μεμψιμοιρία. Όχι άλλο κλάμα.

Κι αν ζούσες σε μια άλλη εποχή ποιά θα ήταν;
Στα χρόνια του Γούντστοκ. Γιατί ότι πολιτικό και κινηματικό συνέβαινε τότε το είχε συνεπάρει η μουσική της εποχής.

Πηγή: Tospirto