Συντεύξη του Δημήτρη Τάρλοου

».«Αυτή η δικαιολογία που πηγαινοέρχεται ότι “εδώ δεν έχουμε βρακί να βάλουμε, θα ασχοληθούμε με το θέατρο είναι ηθικά πολύ φτηνή;”

Τα τελευταία χρόνια το τηλέφωνο του «Πορεία» χτυπάει συνέχεια από θεατές που ζητούν εισιτήρια για τις παραστάσεις του ερχόμενοι είτε από την ελληνική επαρχία είτε από χώρες της Κεντρικής Ευρώπης όπου έχουν μεταναστεύσει. Ο Οσκάρας Κορσουνόβας, ο Λιθουανός σταρ της σκηνοθεσίας που φιλοξενήθηκε φέτος στην Τρικόρφων, έχει χαρακτηρήσει το «Πορεία» πρότυπο ευρωπαϊκό θέατρο. Οι καλλιτεχνικές επιτυχίες ταυτίζονται σταθερά με τις εμπορικές. Το καλοκαίρι δε, αναμένεται να ξεκινήσει και επικοινωνιακά το rebranding του. Τα νέα είναι καλά για το θέατρο του Δημήτρη Τάρλοου ώστε και η φετινή χειμερινή σεζόν ολοκληρώνεται στις αρχές Ιουνίου. Και ο ίδιος ανασαίνει μέσα στο γενικότερο ασφυκτικό πλαίσιο του να δημιουργεί κανείς στην Ελλάδα, σήμερα.

Το «Πορεία» έχει μπει στον πολύ στενό πυρήνα των θεάτρων προτεραιότητας. Ήταν αυτός ο εξ αρχής στόχος σας;
Ένα θέατρο είναι ζωντανός οργανισμός και εξελίσσεται μαζί με τους ανθρώπους που δουλεύουν σ’ αυτό. Το «Πορεία» έχει περάσει από φάσεις. Ξεκίνησε με μια πολλή μεγάλη επιτυχία με «Το κτήνος στο φεγγάρι» σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού. Από την αρχή γνώρισε μεγάλη αποδοχή κι αυτό ήταν τύχη και σύμμαχος στην προσπάθεια μας γιατί αν κάτι δεν πιάσει από την αρχή και οικονομικά αλλά και καλλιτεχνικά είναι πολύ δύσκολο να το συνεφέρεις. Ωστόσο, γνωρίσαμε και κακές στιγμές που μας ανάγκασαν να κάνουμε πίσω, να δουλέψουμε για χρόνια ώστε να βγάλουμε τα σπασμένα – αλλά έτσι είναι το θέατρο. Στην ουσία οι καλλιτεχνικές περίοδοι του «Πορεία» είναι τρεις: Η πρώτη όταν κατά βάση σκηνοθετούσε ο Λιβαθινός προτού αναλάβει την Πειραματική Σκηνή επί Κούρκουλου, η δεύτερη όταν εγώ σκηνοθέτησα για πρώτη φορά την «Ολεάνα» και σύστησα στο ελληνικό κοινό κάποιους σημαντικούς ξένους σκηνοθέτες οι οποίοι εκείνοι την εποχή ήταν αρκετά πρωτοποριακοί – όπως ο ο Τζέζαρις Γκραουζίνις και η Ρενάτα Τζετ – ανοίγοντας το δρόμο για να έρθουμε σε επαφή με νέα θεατρικά ρεύματα. Η τρίτη περίοδος ξεκινάει από την στιγμή που παίρνω την απόφαση να σκηνοθετήσω ως κύρια ασχολία – ίσως γιατί στην πρώτη μου σκηνοθεσία δεν ήμουν ακριβώς έτοιμος. Μπήκα με τη «Λήθη» και στη συνέχεια ήρθαν οι εμπορικές επιτυχίες. Ασχολήθηκα εντατικά με τη σκηνοθεσία αλλά και με τη γενική καλλιτεχνική διεύθυνση του θεάτρου, το οποίο δεν έκανα με συνέπεια τα προηγούμενα χρόνια. Και ναι, πράγματι, από το 2010 και μετά το «Πορεία» απέκτησε μια μεγαλύτερη δυναμική, η οποία μας συντηρεί και μας παρέχει χρήματα που μπορούμε να επανεπενδύσουμε σε νέες παραγωγές, όπως κάνουμε ήδη.

Νομίζετε πως η ιδιότητα του θεατρικού επιχειρηματία στέκεται πάνω από τη δημιουργική;
Στα οικονομικά δεν είναι καλός γιατί δεν είναι η δουλειά μου αυτή. Είμαι καλλιτέχνης κι εκεί μπορώ να προσφέρω. Είμαι καλός στο να επιλέγω έργα, να τα σκηνοθετώ -ενδεχομένως – να βρίσκω καλούς συνεργάτες, να φτιάνω δημιουργικό κλίμα στην πρόβα. Έχω φυσικά και μια πάρα πολλή καλή διεύθυνση παραγωγής ώστε οι συνθήκες δουλειάς να είναι επαγγελματικές και ταυτόχρονα θερμές και οικογενειακές. Έτσι δεν μπορώ να πω ότι με βαραίνει η διεύθυνση του θεάτρου γιατί καταπιάνομαι με αυτή σε επίπεδο οράματος και σχεδιασμού.

Έχετε την αυτοπεποίθηση του σκηνοθέτη;
Ορισμένα πράγματα συμβαίνουν από μόνα τους. Καταρχάς η υποκριτική μου πλευρά δεν παύει ποτέ. Εξάλλου και τις σκηνοθεσίες μου τις βλέπω μέσα από τα μάτια του ηθοποιού – γι’ αυτό και πολλές φορές μπορώ να καταλάβω τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει ένας ηθοποιός. Οπότε η σκηνοθετική αυτοπεποίθηση οπωσδήποτε σχετίζεται με τις επιτυχίες και τα κολακευτικά σχόλια – νομίζω όμως, ότι στην πραγματικότητα ο κάθε καλλιτέχνης γνωρίζει πολύ καλά αν αυτό που έχει κάνει είναι σημαντικό ή όχι, αν αρχίζει να βαθαίνει ή όχι. Μπορείς δηλαδή να κάνεις εμπορικές επιτυχίες αλλά να παραμένεις αμετακίνητος, να μην εξελίσσεσαι. Διαπιστώνω λοιπόν, για τον εαυτό μου μια εξέλιξη.

Ο ηθοποιός ωστόσο, παραγκωνίζεται σ’ αυτό το σύστημα υποχρεώσεων;
Δεν νιώθω έτσι. Το θέατρο για μένα είναι μια καθημερινότητα κι ένας τρόπος ζωής. Δεν μου λείπει που δεν είμαι πάνω στη σκηνή κάθε βράδυ. Εξάλλου έχω και τη «Χίμαιρα» και παρότι κρατώ ένα ρόλο – πέρασμα είμαι παρών υποκριτικά. Πάντα βρίσκω ένα τρόπο να υπάρχω έστω και Χιτσκοκικά επί σκηνής. Γενικά, μ’ αρέσει να βρίσκομαι, να κυκλοφορώ στο θέατρο και να παρακολουθώ τις παραστάσεις, να βλέπω το προχώρημα τους.

Η συνάντηση σας με το θέατρο πώς έγινε; Υπάρχει κάποια συναρπαστική ιστορία για όλο αυτό;
Στα νεανικά χρόνια που αναζητάς τι θέλεις να κάνεις, δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι συναρπαστικό. Είναι και θέμα τύχης για τον καθένα να βρει το δρόμο του. Εγώ έτυχε να βγω από μια οικογένεια η οποία ήταν καλλιτεχνική: Έβλεπα τον πατέρα μου να ζωγραφίζει όπως και τη γιαγιά μου, τη μητέρα μου να γράφει, ο Καραγάτσης ο παππούς μου, ήταν αυτός που ήταν, συνεπώς ήταν κάπως φυσιολογικό να μεγαλώνω μ’ αυτό τον τρόπο σε αντίθεση με άλλα παιδιά που το κατάφεραν με μεγαλύτερο κόπο ή έψαξαν από μόνα τους. Επίσης, είχα την τύχη να συναντήσω σημαντικούς ανθρώπους – την εποχή που η Ελλάδα ήταν τόπος ακόμα ρομαντικός, αχάλαστος για τους ξένους και που τώρα χαρακτηρίζουμε φολκλόρ μέσα στην αθλιότητα μας. Ένας από αυτούς που, ήταν και διακεκριμένος ηθοποιός στη Βρετανία, ο Τέρι ΜακΓκίνιτι μού δίδαξε για ένα χρόνο αγγλικά και θέατρο. Αυτές οι πρώτες επαφές ήταν σημαντικές γιατί μου άνοιξαν ένα δρόμο πολύ διαφορετικό για την τέχνη. Αργότερα, στο πλαίσιο του σχολείου απομακρύνθηκα από το θέατρο και το ξαναβρήκα όταν με προτροπή της μητέρας μου έδωσα εξετάσεις στη δραματική του Εθνικού. Μόλις πέρασα, άλλαξε η ζωή μου.

Τι έχει σταθεί καθοριστικό στη διαμόρφωση σας στον καλλιτέχνη που ξέρουμε;
Η «θητεία» μου στην Άνδρο. Αυτή η περίοδος που έζησα ως μαθητής Δημοτικού και Γυμνασίου της δεκαετίας του ’70 ήταν καθοριστική στον τρόπο με τον οποίο βλέπω τη ζωή και την ποίηση των πραγμάτων. Είδα αλλιώς τη ζωή μέσα από το πως οι άνθρωποι συνδιαλέγονται με τη φύση. Περπάτησα τον τόπο, έκανα ατέλειωτες εκδρομές με φίλους, χειμώνες και καλοκαίρια, είδα όλες τις αλλαγές της φύσης και το πως οι άνθρωποι βιώνουν το περιβάλλον, πως αφηγούνται ιστορίες, πως κάνουν πλάκα. Όλα αυτά μου φάνηκαν πολύ ενδιαφέροντα, τουλάχιστον σ’ εκείνη την ηλικία. Η σκηνοθεσία των «Τριών αδελφών», ας πούμε, βασίστηκε πάρα πολύ σ’ αυτά τα βιώματα.

Μήπως αυτά τα βιώματα σχετίζονται και με τη ζωή σας σήμερα, στο κτήμα της Παιανίας;
Όχι, αυτό ήρθε πολύ αργότερα γιατί είμαι παιδί του κέντρου, είτε ήταν Κεραμεικός και Κολωνάκι, είτε Εξάρχεια και Κυψέλη. Μόνο τα δέκα τελευταία χρόνια αποφάσισα να ζήσω σ’ αυτό το σπίτι επειδή απέκτησα παιδιά οπότε σκέφτηκα πως θα ήταν ωραίο να γνωρίσουν αυτό αγροτόσπιτο που είχαμε αγοράσει για ένα κομμάτι ψωμί το 1971 από μια γριά Παιανιώτισσα.

Έχοντας αυτή τη σύνδεση με το ελληνικό τοπίο θα φεύγατε από τη χώρα;
Για μένα είναι αργά. Η Ελλάδα ναι, διώχνει κυρίως τους νέους ανθρώπους που έχουν προοπτικές, που δεν έχουν υποχρεώσεις, παιδιά και οικογένεια. Για μένα έχει περάσει αυτή η εποχή, δεν είμαι σε περίοδο μεταναστεύσεως. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι κλείνω τις πόρτες προς την Ευρώπη• ίσα – ίσα που είμαι πολύ ανοιχτός και εργάζομαι ως προς το να σκηνοθετήσω στο εξωτερικό. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν θα είχα αντίρρηση να ζήσω για ένα μικρό διάστημα έξω.

Πώς είδατε τις εξελίξεις στον χώρο του Πολιτισμού;
Είμαι γενικώς ανήσυχος. Δεν βλέπω κάποια κανονικότητα στα πράγματα. Έχω την εντύπωση ότι για να λειτουργήσει κάτι πρέπει να υπάρχει η αίσθηση μιας κανονικότητας. Δεν ξέρω πόσο μπορεί να διαρκέσει μια σχέση με στοιχεία αναρχίας. Και μέσα από την κανονικότητα να προκύπτουν στοιχεία αιφνιδιασμού, συγκίνησης με λεπτότητα. Στην περίπτωση μας πάλι, δεν μπορώ να καταλάβω πολλά. Ας πούμε, δεν μπορώ να καταλάβω πως έχουμε μπει στο Μάιο και δεν έχει ανακοινωθεί το ρεπερτόριο του Εθνικού θεάτρου, δεν ξέρουμε αν ο Λιβαθινός θα είναι διευθυντής – και αν δεν είναι, τότε ο επόμενος θα έρθει να καταργήσει όλο τον προγραμματισμό που έχει ήδη στήσει. Όλα αυτά δεν είναι κανονικότητες που περιγράφουν μια δημιουργική κατάσταση. Απεναντίας δημιουργούν ανασφάλεια, φόβο και δυσθυμία. Κι όλο αυτό το πράγμα, η σκέψη ότι μπορεί να φύγει ο Λούκος για να έρθει ο Φαμπρ, μετά να φύγει ο Φαμπρ για να έρθει ο Θεοδωρόπουλος, να πάρουμε το ρίσκο να μην υπάρχει Φεστιβάλ ή να μην υπάρχει Εθνικό, πραγματικά δεν βοηθάει κανέναν. Όλα είναι προσωρινά και κρινόμενα από τα κέφια του κάθε υπουργού.

Πού τα αποδίδετε; Σε άγνοια, σε ασχετοσύνη;
Έχω την αίσθηση ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται τυχαία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι μια κυβέρνηση περιμένει να φτάσει 15 Μαΐου, να εξαντληθεί το χρονικό όριο όπου θα έπρεπε να ανακοινωθεί ο διευθυντής του Εθνικού για να μάθουμε αν θα συνεχιστεί η θητεία του. Όπως και στην εθνική διαπραγμάτευση φτάνουμε στο +5. Αυτό είναι το σύστημα που φαίνεται να λειτουργεί σ’ όλα τα επίπεδα και δημιουργεί για μένα μια κατάσταση ρευστότητας. Αυτή η ρευστότητα είναι επιδιωκόμενη.

Πώς εκτιμάτε ότι θα κυλήσουν τα πράγματα συνολικά στο θεατρικό χώρο;
Δεν είμαι κομματικά τοποθετημένος, ούτε κάνω ότι ξέρω. Όμως, ακούω και συζητάω με ανθρώπους του επαγγέλματος και δεν έχω κανένα πρόβλημα να πω ότι πάρα πολλοί ανάμεσα τους που είναι Αριστεροί βρίσκονται σε μεγάλη απελπισία – και όχι για οικονομικούς λόγους. Αυτό μπορεί να το αντιμετωπίσει κανείς με υπομονή, δουλειά, εγκαρτέρηση. Το υπόλοιπο όμως είναι δύσκολα διαχειρίσιμο αφού η Τέχνη έχει γίνει πολύ πιο αποπαίδι από ότι ήταν πριν. Αν, μέχρι πρότινος, είχαμε σοβαρά προβλήματα επειδή οι υπουργοί Πολιτισμού αντιμετώπιζαν τις παραστατικές τέχνες με ασχετοσύνη τώρα είμαστε στο έλεος του Κυρίου. Αν θέλουμε να λεγόμαστε ευρωπαϊκό κράτος δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν όλα αυτά στον ελληνικό πολιτισμό – ανεξάρτητα από την Ειδομένη ή τα προσφυγικά hot spot. Η Ειδομένη δεν μπορεί να είναι άλλοθι για ένα κράτος να μην έχει σχολεία, νοσοκομεία, κονδύλια για το θέατρο. Αν ήταν έτσι θα ήμασταν σε πόλεμο.

Μα μ’ έναν τρόπο δεν είμαστε σε πόλεμο;
Δεν έχουμε σχολεία και νοσοκομεία γιατί δεν έχουμε οργάνωση, όχι γιατί δεν έχουμε πόρους. Αν είχαμε πόλεμο δεν θα είχαμε και πολλά άλλα. Δεν γίνεται δηλαδή, να έχουμε Ελληνικό Φεστιβάλ και να μην έχουμε νοσοκομεία. Από την στιγμή που έχουμε φεστιβάλ θα έπρεπε να έχουμε και δημόσια περίθαλψη. Αυτή η δικαιολογία που πηγαινοέρχεται ότι «εδώ δεν έχουμε βρακί να βάλουμε, θα ασχοληθούμε με το θέατρο;» είναι ηθικά πολύ φτηνή. Κανένα κράτος, όσο φτωχό κι αν είναι – εκτός κι αν όλοι φανταζόμαστε ότι η Σλοβακία ή η Λιθουανία είναι πάμπλουτα κράτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση – δεν πάσχει από πολιτιστική οργάνωση.

Ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα περιμένετε να γίνει για τον πολιτισμό;
Να παραδεχθεί ο υπουργός Πολιτισμού πως ότι έχει κάνει λάθη. Η παραδοχή των λαθών θα οδηγούσε σε μια ειλικρινέστερη κατάσταση. Αυτό φυσικά είναι ουτοπικό σε μια χώρα όπου όλα συμβαίνουν με όρους πολιτικάντικου παιχνιδιού. Και δεν υπάρχει καμία παραδοχή γιατί εφαρμόζεται ένα είδος αυταρχισμού. Άνθρωποι όπως ο Αριστείδης Μπαλτάς με πανεπιστημιακή παιδεία και στοιχειώδη επαφή με την ευρωπαϊκή σκέψη δεν μπορούν να συμπεριφέρονται έτσι.

Χρειάζεται μια ομολογία ή χρειάζονται πράξεις;
Καταρχάς, μια ομολογία του παλαιότερου και νεότερου πολιτικού κόσμου της αποτυχίας μας ως κράτος. Είναι δομικό το πρόβλημα μας και μόνο μέσα από την Παιδεία μπορεί να υπάρξει αλλαγή και αποκατάσταση. Αντ’ αυτού καταργείται και η αριστεία! Παρότι όποτε προχώρησαν μπροστά οι Έλληνες, το έκαναν επιδιώκοντας να ξεχωρίσουν, να αριστεύσουν. Στις μέρες μας πάλι, υπάρχουν άνθρωποι με καταπληκτικές ιδέες που καταπιέζονται από ένα στρεβλό και φοβερά πεπαλαιωμένο κρατισμό. Όμως, τα σημερινά προβλήματα δεν λύνονται με την επιστροφή στις παλιές ιδεολογίες. Κι όσοι λένε ότι τώρα, θα έρθει ανάπτυξη ακούγονται σαν αυτούς που έχουν «φάει» στήσιμο δύο ώρες από τη γκόμενα, πιστεύοντας ότι εκείνη ακόμα ντύνεται.

Προβλέπετε ένα ακόμα «θερμό» καλοκαίρι;
Πλέον, δεν φοβάμαι τίποτα γιατί έχω μάθει πια πως το στιλ της διακυβέρνησης είναι το σούρσιμο. Τι άλλο να γίνει; Θα μας βάλουν βαρύτερους φόρους; Μα οι φόροι έχουν νόημα – όπως και το θέατρο έχει ένα νόημα όταν κάποιος το παρακολουθεί. Αν βάζεις τόσο βαρείς φόρους που, ούτε κατά διάνοια, δεν έχω να τους πληρώσω ποιό είναι το νόημα; Έχεις αποτύχει. Αυτό το μείγμα πολιτικής δεν βγαίνει γιατί πλήττονται κι άλλο αυτοί που ήδη πλήττονται πολύ. Δεν γίνεται να ζητάς από κάποιους να σου δώσουν το 90% του εισοδήματος τους σε φόρους την ώρα που άλλοι συμπολίτες μας δεν πληρώνουν τίποτα. Αυτό είναι παραλογισμός. Για να βγούμε από την κρίση πρέπει να υπάρξει δικαιοσύνη.

 

Πηγή: Tospirto