Συντευξη με τον χρηστο δημα

«Όσο και να υπάρχει αγάπη κάποιες στιγμές υπαρχει και το Ουφ να τελειώνει.»

Στην τρίτη του θεατρική δουλειά ο κινηματογραφικός σκηνοθέτης Χρήστος Δήμας, παρουσιάζει την «Αθανασία» ένα δικό του κείμενο που αποκτά επί σκηνής τη μορφή τρισδιάστατης κινηματογραφικής αφήγησης. Η «Αθανασία» ασχολείται με το ευαίσθητο θέμα της ευθανασίας, «το εύηχο των δύο λέξεων δίνει μια περίεργη συμπαντική αντίστιξη στο δικό μου ίσως το μυαλό. Αλλά από την πρώτη στιγμή οι δυο αυτές έννοιες ήξερα ότι με κάποιον τρόπο με έχουν συντροφεύσει σε όλη τη διαδικασία της γραφής αλλά και στησίματος της παράστασης ωσάν Χάρες ή ακόμα και ξορκισμένες Δημέϊκες Ευμενίδες…», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο ίδιος.

Τι σας ενέπνευσε για να γράψετε το συγκεκριμένο έργο;
Πριν χρόνια, όταν ζούσα στο Σαν Φρανσίσκο, ένας αγαπημένος φίλος είχε χάσει από το ζάχαρο την όρασή του, έκανε αιμοκάθαρση και κάποια στιγμή έπεσε και έσπασε τη λεκάνη. Ο πιο αυτάρκης άνθρωπος εγκλωβισμένος σε μια ανημποριά που μισούσε. Μας μάζεψε όλη την παρέα ένα απόγευμα και μας ζήτησε να τον βοηθήσουμε να πεθάνει. Βρεθήκαμε μπροστά στο πιο μεγάλο αδιέξοδο. Όσο και να τον αγαπούσαμε δεν είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε αυτό που μας ζητούσε. Ο ίδιος τελικά φαίνεται πως βρήκε λύση ερήμην μας, αφού κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, λίγες μέρες αργότερα, το πτώμα του βρέθηκε στην όχθη κάτω από την Golden Gate Bridge, τη γέφυρα της πόλης. Μάλλον βρήκε κάποιον και τον πήγε στη γέφυρα όπου τον βοήθησε να πηδήξει θέτοντας έτσι τέρμα σε μια ζωή που ο ίδιος θεωρούσε ως ταλαιπωρία και βάσανο. Ακόμα και τον θάνατο του δεν μπόρεσε να τον διαχειριστεί με αξιοπρέπεια.
Αυτή ήταν η πρώτη ουσιαστική μου επαφή με τον προβληματισμό της Ευθανασίας. Αν και το ‘χα συναντήσει και ξώφαλτσα όταν ήμουν όταν κοίμιζα ένα ζώο, μια γάτα για παράδειγμα. Εκεί ο γιατρός όμως έχει την απάντηση : «Να μην υποφέρει» Στον άνθρωπο όμως; Εκεί λοιπόν, η απάντηση μένει μετέωρη. Και για τον γιατρό και για τον ασθενή και για τους οικείους. Ένα τεράστιο νομικό κοινωνικό και ηθικό θέμα που η κοινωνία δεν τολμά να το πλησιάσει. Και αυτό το αμήχανο με απασχολεί.

Αθανασία- ευθανασία: Υπάρχει κάποια σύνδεση ανάμεσα στις δύο έννοιες;
Ας πούμε ότι είναι το Ροζμπαντ μου… κάνοντάς έτσι μια σινεφιλική αναφορά σε δυο σκηνοθέτες που αγαπώ : στο μυστικό που κρύβει μια ανάλογη λέξη στον Πολίτη Κειν του Όρσον Γουέλς όπου η λέξη εκεί ήταν το Rosebud, ή στο «Μακαφιν» μου που θα έλεγε ο Χίτσκοκ. Έτσι σαν εσωτερικό αστείο, μιας και η αφετηρία μου ήταν πάντα το σινεμά, έβαλα τη λέξη «Αθανασία» με έναν παρόμοιο τρόπο σαν «μίτος» δηλαδή που μας βοηθά να ξετυλίξουμε σε όλη τη διάρκεια το νήμα της αφήγησης της συγκεκριμένης ιστορίας. Κάτι σαν κλειδί. Σε πιο προσωπικό επίπεδο παραπέμπει και σε μια διαφορετική λέξη- όρκο που έχω δώσει με τη δίδυμη αδελφή μου όταν ήμασταν παιδιά, έτσι, σαν παιχνίδι και που ακόμα μας ακολουθεί κι ας είμαστε πλέον μεσήλικες…
Φυσικά και το εύηχο των δύο λέξεων δίνει μια περίεργη συμπαντική αντίστιξη στο δικό μου ίσως το μυαλό. Αλλά από την πρώτη στιγμή οι δυο αυτές έννοιες ήξερα ότι με κάποιον τρόπο με έχουν συντροφεύσει σε όλη τη διαδικασία της γραφής αλλά και στησίματος της παράστασης ωσάν Χάρες ή ακόμα και ξορκισμένες Δημέϊκες Ευμενίδες..

Πού αγγίζει το σήμερα το έργο αυτό;
Η Όλια, η ηρωίδα του έργου είναι μια γυναίκα που νομίζει ότι έχει βρει απαντήσεις σε πολλά. Τα κουτάκια της είναι τακτοποιημένα και η αναζήτηση της όποιας αρμονίας στο σύστημα που ορίζει η καθημερινότητα η εργασία ο γάμος η μητρότητα , όλα μα όλα, πιστεύουμε ή θέλουμε να πιστεύουμε ότι είναι λίγο ως πολύ διαχειρίσιμα. Όταν όμως φάμε την γκαντραπακιά και ο εύθραυστος πύργος των ως τώρα βεβαιοτήτων μας καταρρεύσει, τότε είμαστε μπροστά σε αδιέξοδα. Ζούμε σε μια κοινωνία που αντί να δει την λύση κατάματα προσπαθούμε το πρόβλημα να το κρύψουμε κάτω από το χαλί . «Σβουπ … σκούπα» θα πει η Όλια μια στιγμή. Δείτε για παράδειγμα την Οικονομική Κρίση σήμερα σε αυτή τη χώρα…. Ή όποιον άλλο σημερινό τίτλο στα εξώφυλλα της όποιας εφημερίδας.. Η κοινωνία μας, δηλαδή Εμείς, δειλιάζουμε να ψιθυρίσουμε ακόμα και τις λέξεις…για παράδειγμα δεν ακούστηκε η λέξη «πτώχευση» κι έτσι αφήσαμε χώρο να συνεχίσουμε να ζούμε σε έναν κόσμο που δεν έχει σχέση με το τι ακριβώς συμβαίνει. Ή ηθελημένα να μην θέλουμε να το αντιμετωπίσουμε οπότε κάνουμε πως δεν υπάρχει και περιμένουμε με έναν μαγικό τρόπο να λυθεί από μόνο του. Αμ δε.… Κατ’ εμέ, αυτό το «σβουπ σκούπα» είναι κυρίαρχη θέση της σύγχρονης Ελληνικής κοινωνίας. Σε μια λοιπόν από αυτές τις εκφάνσεις από τα ζητήματα επικαιρότητας που έχουν το παράσημο της «σβουπ σκούπας» αναφέρεται και το έργο Αθανασία ψηλαφίζοντας το θέμα της Ευθανασίας.

Πόσο σας απασχολεί το θέμα της ευθανασίας και ποια η άποψή σας πάνω σ΄αυτό και τη νομιμοποίησή της;
Είμαι Χριστιανός ορθόδοξος. Πιστεύω στον Θεό και πιστεύω στους Αγγέλους. Θεωρώ ότι η Χριστιανική θρησκεία έχει φως. Δες τώρα το παράξενο. Έτσι και δηλώσω ότι θέλω καύση θα πάω αδιάβαστος και θα καταλήξω σε κάποιο τσιμεντάδικο στη Βουλγάρια.
Και έτσι και κάτι συμβεί από τη μια στιγμή στην άλλη και βρεθώ σε παρόμοια θέση με την Όλια του έργου ή με τον φίλο μου από το Σαν Φρανσίσκο δεν έχω τη δυνατότητα να αυτοδιαχειριστώ έστω με κάποιο μίνιμουμ τρόπο την αξιοπρέπεια στο φευγιό μου. Οπότε ναι αυτή η εκκρεμότητα αυτοδιαχείρισης με απασχολεί και με το έργο αυτό προτείνω έναν προβληματισμό μ’ έναν αμήχανο, ίσως άτεχνο τρόπο, αλλά με ειλικρινή πρόθεση σίγουρα.

Εσείς θα επιλέγατε ποτέ αυτόν τον τρόπο θανάτου για εσάς ή για κάποιον πολύ αγαπημένο σας;
Ναι … αρκεί να μην έβαζα σε περισσοτέρους μπελάδες τους γύρω μου. Έχω παραστεί κατά καιρούς σε ιδιωτικές συζητήσεις όπου γιατροί είχαν βρεθεί μπροστά σε τεράστιο δίλημμα όταν κάτω από τις συνθήκες ταλαιπωρίας ασθενών τους παρακαλούσαν να βάλουν αυτήν την έξτρα δόση στο φάρμακο έστω και στα κρυφά ώστε να τελειώνει ένα μαρτύριο. Είναι φορές που η συμπόνια λειτουργεί πιο εύκολα στους σκύλους και στις γάτες παρά στους ανθρώπους…
Η παράσταση διαχειρίζεται και την έννοια της Ελπίδας ή το Όχι άλλο Ελπίδα. Και το κατά πόσο μπορώ να κληρονομώ ή να καταδικάζω τους γύρω μου μια ζωή-φυλακή… Όσο και να υπάρχει αγάπη κάποιες στιγμές υπαρχει και το Ουφ να τελειώνει. Και το λέω αυτό με πλήρη πεποίθηση ότι η ζωή είναι υπέροχη και αξίζει η κάθε μια στιγμή που αναπνέουμε.

Πώς επιλέξατε την Αννα Μαρία Παπαχαραλάμπους για τον ρόλο της Αθανασίας;
Η διαδρομή της παράστασης πάει πίσω στο 2012 όταν με κάλεσαν από το Low Budget Festival που διοργάνωνε το Ίδρυμα Κακογιάννη μαζί με το www.tospirto.net, καλή ώρα, για μια ανάθεση παράστασης χαμηλότατου προϋπολογισμού. Δεν υπήρχε παρά μια σκαλέτα ιδέας που περιμένει σε ένα συρτάρι. Έτσι μπήκα στην διαδικασία να κάνω κάτι διαχειρίσιμο οικονομικά όπως είναι συνήθως οι μονόλογοι που όμως να μπορούσα να χρησιμοποιήσω και την εξοικείωση που έχω με τα κινηματογραφικά μέσα. Με τη Άννα Μαρία ως τότε είχαμε συνεργαστεί μόνο στην τηλεόραση σε κάποια του «Σχεδόν Ποτέ» και σε επεισόδια της «Δέκατης Εντολής». Ήμασταν και ευτυχώς παραμένουμε, φίλοι όχι με την έννοια του κολλητού, αλλά αυτής της οικειότητας και της έγνοιας που αποκτούν οι άνθρωποι όταν θέλουν πει της ουσίας να επικοινωνήσουν και να συνεργαστούν. Την πήρα τηλέφωνο, θυμάμαι ήταν Δεκαπενταύγουστος, και της πρότεινα αν ήθελε να ταξιδέψουμε παρέα σε αυτή την πρόκληση της παράστασης. Δεν είχα γράψει καμιά λέξη, δεν είχε διαβάσει ούτε μια αράδα. Και είπε αμέσως Ναι. Αυτή η διαθεσιμότητα και εμπιστοσύνη που μου έδειξε από την πρώτη εκείνη στιγμή όπως και το ετοιμοπόλεμο που την χαρακτηρίζει είναι δυο από τα πιο όμορφα δώρα που έχω εισπράξει σε αυτή τη δουλειά τόσα χρόνια. Πλέον ήταν προσωπικό στοίχημα. Για τις επόμενες δεκαπέντε μέρες της έστελνα κάθε μέρα σελίδες από το κείμενο που γραφόταν την προηγούμενη νύχτα. Ήταν δηλαδή παρούσα από την πρώτη στιγμή. Τάιζε τα παιδιά ή άκουγα ρακέτες στην παραλία της Καρδαμύλης και σε αυτό το αγαπησιάρικο περιβάλλον εγώ της πρότεινα σκοτεινά σύμπαντα και Ευθανασίες. Δεν είχε διαβάσει ποτέ κείμενα μου οπότε δε ήξερε ούτε που το πήγαινα ενώ είχε αιφνιδιαστεί με το τρόπο που η Όλια έβρισκε μια ιδιαίτερη γυναικεία φωνή. Η παράσταση αυτή εξελίχτηκε μέσα στα χρόνια. Μετά από το ίδρυμα Κακογιάννη παίχτηκε για μια παράσταση στα Αισχύλεια στην Ελευσίνα και φέτος φιλοξενηθήκαμε στην αρχή στο Θέατρο οδού Κεφαλληνίας και τώρα είμαστε στο Ιλίσια Βολανάκης για λίγες ακόμα παραστάσεις. Και κάθε φορά η παράταση εξελίσσεται, ωριμάζει ίσως, γίνεται με έναν μαγικό τρόπο κάπως αλλιώς. Και ευτυχώς παραμένουμε ακόμα φίλοι και συμπολεμιστές σε όλη αυτή τη διαδρομή.

Διαβάζουμε στο δελτίο τύπου πως το κείμενό σας που αποκτά επί σκηνής τη μορφή τρισδιάστατης κινηματογραφικής αφήγησης. Τι εννοείτε;
Η παράσταση έχει τρεις βασικούς άξονες. Τον μονόλογο της Όλιας που ερμηνεύει η Άννα Μαρία, οι ενθέσεις κινηματογραφικής εικόνας που συνοδεύουν ενίοτε την αφήγηση της ηρωίδας και πίσω από την οθόνη ή των προβολών, δυο ηθοποιοί σαν σκιές με φωνή παίζουν όλους τους ρόλους του περιβάλλοντος της ηρωίδας… Με χορογραφημένη και εξαιρετικά ακριβή κίνηση καλούνται να συνομιλήσουν και με την Όλια αλλά και με τις προβολές και να κάνουν καθαρό και ευδιάκριτο τον κάθε ρόλο. Ο Νίκος Βαρδάκας, η Έλενα Χαραλαμπούδη και μέχρι πρότινος η Δήμητρα Λημνιού, είναι η χαρά του σκηνοθέτη. Εξαιρετικά ταλαντούχοι ηθοποιοί, και γενναιόδωροι σε αυτά που ζητώ.
Η κινηματογραφική αφήγηση ενισχύεται με τους φωτισμούς του Διευθυντή Φωτογραφίας, Γιώργου Αργυροηλιόπουλου, με τον οποίο συνεργάζομαι και στις ταινίες μου. Όμως, το σκηνικό τοπίο που εμπνεύστηκε η Ελένη Μανωλοπούλου και η κίνηση που επιμελήθηκε η Pauline Hauget δεν αφήνουν περιθώρια για να εκτραπώ σε πολλές σινεφιλικές φλυαρίες, οπότε νιώθω προστατευμένος ως προς την ισορροπία της δομής. Και έρχεται να προστεθεί και η μουσική του Θέμη Καραμουρατίδη όπου έχει προσεγγίσει μουσικά την παράσταση σαν κινηματογραφικό σάουντρακ. Έμαθα πολλά από τη συνεργασία μαζί του.

Από τον κινηματογράφο στο θέατρο… Ποια είναι η μεγάλη σας αγάπη;
Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που είχα την ευκαιρία και την τιμή να αποκτήσω πρόσβαση σε πρόβες και να συνεργαστώ κάνοντας ενθέσεις κινηματογραφικής εικόνας με ωραία μυαλά. Ο Μαυρίκιος, ο Λιβαθινός, ο Τάρλοου, η Πατεράκη, ο Τζαμαργιάς, η Μαριάννα Τόλη, ο Χουβαρδάς, ο Λιγνάδης, η Ευαγγελάτου, κ.α, όπως και από άλλες ειδικότητες για παράδειγμα ο Λευτέρης ο Παυλόπουλος ή ο Σακης Μπιρμπίλης, ή ο Κυπουργός και ο κάθε ένας από τους τεχνικούς των θεάτρων… Ερχόμενος από τον χώρο του σινεμά ένοιωσα κοντά τους κάτι σαν μαθητής. Συνεργάτης μεν, που έπρεπε και πρέπει να ανταποκριθώ με επάρκεια σε αυτό που μου ζητείται από τον κάθε δημιουργό και σκηνοθέτη, όμως κάθε φορά τους προσεγγίζω με τη δίψα του μαθητή . Έχω προστατεύσει τον εαυτό μου και αφήνομαι στην χαρά αυτών των συναντήσεων. Και αυτό που ξεχωρίζω είναι η γενναιοδωρία και το ταγμένο που κουβαλά το θέατρο. Δεν ξέρω αν θα συνεχίσω να σκηνοθετώ θέατρο. Το ζητούμενο δεν είναι τόσο η φόρμα όσο η συνάντηση. Ο Πατρικ Σερώ και ο Βισκόντι είναι παραδείγματα μαγικά το πως όλα μα όλα παντρεύονται… Προς το παρόν ακόμα μαθαίνω. Και μου αρέσει που κρατώ ακόμα την όποια αθωότητα του κάτι σαν μαθητή ακόμα και στα 50 μου.

Απωθημένο καλλιτεχνικό;
Μια ταινία στο Χόλιγουντ, μια ταινία στο Μπόλιγουντ και να σκηνοθετήσω τον Παρσίφαλ σε όπερα.

Μελλοντικά σχέδια
Για το 2018, αρχές 2019 είμαι στα σκαριά μιας ταινίας, συζητώ για ένα σήριαλ, τελειώνω τη συγγραφή ενός βιβλίου που θα πάρει την αξιοπρεπή του θέση, εντός σκονισμένου συρταριού και για πιο άμεσα μια συνεργασία που ετοιμάζω με τον Ζαχαρία Καρούνη.

Πηγή: TOSPIRTO