Συντευξη της Στεφανίας Γουλιώτη

10

«Λαμβάνει μια μεγαλύτερη καλλιτεχνική αξία αυτό που κάνεις όταν δεν σε νοιάζει να αποδείξεις πως είσαι ο καλύτερος».

Η σημερινή συνάντηση θα μπορούσε να θεωρηθεί σίκουελ της συνέντευξης που μου έδινε πέρυσι η Στεφανία Γουλιώτη. Το διαπιστώνουμε και οι δύο για, λιγότερο ή περισσότερο, προφανείς λόγους. Ήταν τον Ιούλιο του 2015 όταν δοκίμασε την πρώτη της αυτοσκηνοθεσία στις «Ευμενίδες» του Αισχύλου ενώ σήμερα, ένα χρόνο αργότερα, πρωταγωνιστεί στην τριλογία της “Ορέστειας”. Φέτος, όπως και πέρυσι, ερευνά, μέσα από τις ίδιες αρχετυπικές φιγούρες, τον φόβο του ανθρώπου να διακρίνει την σκοτεινιά μέσα του. Φέτος, όπως και πέρυσι, εξημερώνει το ατίθασο Εγώ της, αντιστέκεται στις προσδοκίες των άλλων από εκείνη και υπερασπίζεται τη θέση του θεατή στο μυστήριο του θεάτρου.
Τελικά, μιλάμε για την απνευστί πρόοδο, χρόνο με το χρόνο, στην πορεία μιας ηθοποιού. Έχουν περάσει σχεδόν 15 από το ντεμπούτο της στο κοίλον της Επιδαύρου, δέκα χρόνια από την παθιασμένη «Ηλέκτρα» της σε σκηνοθεσία Πίτερ Στάιν που την έστεψε πρωταγωνίστρια – στην οποία αυτό το καλοκαίρι επιστρέφει για τέταρτη φορά – και η Στεφανία Γουλιώτη αναζητά και βρίσκει τον εαυτό της μέσα κι έξω από τη σκηνή, έχοντας πια επίγνωση αυτών που θέλει και που μπορεί.

Αληθεύει ότι έχεις παίξει την πρώτη σου «Ηλέκτρα» ως έφηβη;
Για την ακρίβεια στα 15 μου, στο πλαίσιο μαθητικών παραστάσεων, ναι, έκανα την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή.

Δέκα χρόνια μετά την «Ηλέκτρα» του Στάιν, θα έλεγες ότι είναι ένας ρόλος που σε ακολουθεί;
Ένας φίλος μου λέει πως «είναι καλό να παίζεις τους μεγάλους ρόλους νωρίς για να μπορέσεις να τους ξαναπαίξεις». Με την έννοια ότι ωριμάζοντας θα βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά, συνεπώς και θα τους υποδυθείς καλύτερα. Εκείνο πάντως, που μου αρέσει στην τωρινή μου συνάντηση με την Ηλέκτρα, είναι κάτι που δεν είχα καν αντιληφθεί την πρώτη φορά. Γιατί ειδικά στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή από τον Πίτερ Στάιν το μόνο που με απασχολούσε ήταν να επιβιώσω, ν’ αντέξουν οι δυνάμεις μου. Έτσι, δεν έδωσα την πρέπουσα σημασία σ’ αυτό το κορίτσι. Και παρότι τώρα, ο ρόλος είναι μικρός σε διάρκεια, μου δίνεται η ευκαιρία να τη φανταστώ καλύτερα σαν άνθρωπο. Μπορώ να επικεντρωθώ ποιοτικά σε κάποιες εκφάνσεις της και ειδικά εστιάζω στη στιγμή που γεννιέται μέσα της το μίσος. Η Ηλέκτρα δεν είναι μόνο μια κόρη που τρέφει άγριο μίσος για τη μητέρα της, που θέλει να εξεγερθεί, να βγει από τον εαυτό της. Κοιτάζοντας την προσεκτικότερα αντιλαμβάνομαι τη στιγμή που γεννιούνται όλα αυτά τα συναισθήματα• κι αυτό θέλω να το φωτίσω όσο το δυνατόν καλύτερα, δεν θέλω να μείνω στην αυτονόητη εικόνα της.

Είχες γνωρίσει μια ακόμα εκδοχή της, στον «Ορέστη» του Ευριπίδη, το 2010.
Στον Ορέστη η Ηλέκτρα αντιπροσώπευε μια πιο μητρική μορφή. Ήταν πιο ήσυχη και πιο συνειδητή απ’ όλες, ήξερε το βάρος της πράξης της κι αφού είχε χάσει τον έλεγχο και τον ξανάβρισκε, τότε άρχισε να καταλαβαίνει τι σημαίνει να είσαι ολόκληρος άνθρωπος. Δεν ήταν δηλαδή τόσο εγκλωβισμένη στο μίσος και στην αγριότητα. Εκείνη η Ηλέκτρα στεκόταν στο κλείσιμο της πορείας του ρόλου, ενώ Ηλέκτρα του Αισχύλου στην «Ορέστεια» στέκεται στην αρχή της ψυχολογικής διαδρομής της. Στο σημείο της γέννησης της.

Πόσο έχεις αλλάξει σαν άνθρωπος και ηθοποιός από τότε;
Είμαι ένας άλλος άνθρωπος, υπό την έννοια ότι έχω μάθει να ησυχάζω και να γαληνεύω, να καμπυλώνω τις γωνίες μου, να δέχομαι την παρουσία ενός άλλου ανθρώπου στη ζωή μου και στη σκηνή. Έχω μάθει ότι δεν χρειάζεται να πιέζω τα πράγματα για να γίνουν αφού υπάρχει ένας τεράστιος πλούτος μέσα στη γαλήνη• έχω μάθει το πόση μεγάλη δύναμη έχει το ασυνείδητο κομμάτι του εαυτού μας, για το πόσο ολόκληρη είμαι ενώ κάποτε έβλεπα μόνο μια πλευρά μου. Όπως είπα και νωρίτερα, πριν από δέκα χρόνια το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να επιβιώσω και να αποδείξω ότι μπορώ να τα καταφέρω. Τώρα, όλα αυτά αρχίζουν και ζυμώνονται, ακούω πολλά περισσότερα πράγματα όταν υπάρχει ησυχία.

Δεν σε απασχολεί πλέον αν μπορείς να καταφέρεις κάτι;
Όχι, όσο στο παρελθόν. Λαμβάνει μια μεγαλύτερη καλλιτεχνική αξία αυτό που κάνεις όταν δεν σε νοιάζει να αποδείξεις πως είσαι ο καλύτερος.

Ωστόσο, είσαι ευχαριστημένη με την εξέλιξη σου;
Αυτό θα έλειπε να μην ήμουν! Είμαι πολύ ικανοποιημένη και καμιά φορά τιμωρώ τον εαυτό μου γιατί ακόμα ανακαλύπτω μεγάλες ποσότητες ανάγκης επιβεβαίωσης μέσα μου. Όταν παρουσιάζεται αυτός ο παλιός εαυτός αναστατώνομαι, δεν κοιμάμαι, κλαίω την ώρα της ψυχανάλυσης… Δεν μου δίνω κανένα ελαφρυντικό, παρότι ξέρω πως είναι μια διαδικασία που θα κρατήσει άλλα τόσα χρόνια μέχρι να απαλλαγώ εντελώς απ’ όσα με καταδιώκουν. Ακόμα και ο τρόπος που με ακούω να σου μιλάω – ένας τρόπος που υποδηλώνει μια σιγουριά για όσα ισχυρίζομαι και διατυπώνω – θα είναι αργότερα μια αφορμή για να αυτοτιμωρηθώ. Θα αναρωτιέμαι για την τρομερή αυτοπεποίθηση μου, ενώ δεν θα έπρεπε να είμαι για τίποτα σίγουρη. Θα έπρεπε όλα να είναι αέρας.

Μα δεν θέλεις να υπάρχει κάποια σταθερά; Δεν αναγνωρίζεις τις δυνατότητες σου;
Οι δυνατότητες μου θα έχουν αγγίξει το 100% όταν πια δεν θα τις χρειάζομαι για να υπάρχω. Τώρα, είμαι στη φάση που ενεργοποιώ πολύ τα πρώτα μου «όπλα».

Μετά από δέκα χρόνια στενής επαφής και μέσα από διάφορες προσεγγίσεις, ποια θα έλεγες ότι είναι η σχέση σου με το αρχαίο δράμα;
Είμαι πιο κοντά στην πίστη ότι το αρχαίο δράμα είναι μια περιοχή πολύ μεγάλου ηλεκτρομαγνητικού πεδίου, το οποίο μου προσφέρει καταπληκτικές συνθήκες για να φανταστεί το σώμα μου σε ποιες άλλες συχνότητες θα μπορούσε να υπάρξει. Το αρχαίο δράμα είναι μια περιοχή μέσα στην οποία μπορείς να ανοιχτείς σε απίστευτες περιοχές αλλά για να το πετύχεις χρειάζεται να φύγεις από το Εγώ σου. Κι έτσι το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τοποθετήσεις το σώμα σου μέσα σ’ αυτήν τη συνθήκη και να την αφήσεις να σε παρασύρει. Ο Γιάννης Χουβαρδάς, ας πούμε, φτιάχνει στην «Ορέστεια» έναν ονειρεμένο κόσμο που με βοηθάει να ελευθερωθώ, μου επιτρέπει να ακούω καλύτερα – αν και πάλι πρέπει να υπηρετήσω ένα πλαίσιο. Αναγκαστικά κάτι κερδίζεις και κάτι χάνεις.

Έχεις ακόμα αντιστάσεις απέναντι στους σκηνοθέτες σου;
Πάντα θα έχω γιατί στην προσπάθεια να τους καταλάβω κάνω διαδρομές μέσα μου. Σκέφτομαι τι θα χαρίσω στο σκηνοθέτη και τι θα κρατήσω από μένα. Δεν γίνεται λοιπόν να μην αντιδρώ γιατί, σ’ αυτήν την πορεία κάτι χρειάζομαι και από το δικό μου κόσμο. Δεν θα σταματήσει ποτέ αυτό. Είναι το ίδιο πράγμα με τις αντιστάσεις που εμφανίζουμε στις προσωπικές μας σχέσεις. Και στο πόσο δίνουμε ή δεν δίνουμε στο σύντροφο μας, ποιές σκέψεις κρατάμε για τον εαυτό μας…

Πάντως, πέρυσι τέτοια εποχή, δήλωνες κουρασμένη από το να υπηρετείς οράματα και προσδοκίες άλλων. Και τώρα επιστρέφεις σε αυτήν.
Μα δεν θα φύγω ποτέ από αυτή τη συνθήκη – απλώς θα μάθω να ζω μαζί της. Κι ούτε πρόκειται να κάνω την αυτοσκηνοθεσία τρόπο ζωής και δουλειάς. Η καλλιτεχνική μου ζωή θα συνδέεται πάντα με τα οράματα των άλλων, επομένως θα χρειαστώ σίγουρα διαλείμματα. Στο παρελθόν, έζησα έντονα αυτή την συνθήκη – να μπαίνω από την μια παράσταση στην άλλη, άλλα να μου ζητάει ο ένας, άλλα ο άλλος σκηνοθέτης και στο τέλος εγώ να μένω με την απορία του «ποια είμαι». Θυμάμαι να γυρνάω στο σπίτι μου κλαίγοντας επειδή δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Το μόνο που με σώζει λοιπόν είναι να παίρνω χρόνους πηγαίνοντας από τον έναν παραστασιακό κόσμο στον επόμενο, αλλιώς κινδυνεύω να καταρρεύσω. Πέρυσι, αυτό τι διάλειμμα ήρθε μέσα από τις «Ευμενίδες»• ήταν μια στιγμή που μπόρεσα να γυρίσω στον εαυτό μου.

Πώς βγήκες από αυτή τη δοκιμασία;
Είμαι ευχαριστημένη από τα επτά τελευταία λεπτά των «Ευμενίδων». Αυτή ήταν η… προσφορά μου στην Τέχνη. Γιατί κατά τα άλλα, ακόμα κι εκεί όπου ήμουν μόνη μου, κατάφερα να βάλω βούρδουλα πάνω από το κεφάλι μου. Κατάφερα να εφεύρω τον σκηνοθέτη που δεν είχα. Έβαλα τον εαυτό μου να με πιέζει.

Έρχεσαι όμως, με μια βαθύτερη κατανόηση για την «Ορέστεια»;
Σε κάθε έργο εστιάζω στο τι θέλω εγώ να πάρω από αυτό. Η σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη βία. Εγώ στέκομαι περισσότερο στον αποχωρισμό του παιδιού από τη μάνα – το πως προσπαθείς να «σκοτώσεις» τη μάνα μέσα σου, στο πως αποχωρίζεσαι αυτό σου το κομμάτι.

Θεωρητικά η «Ορέστεια» καταπιάνεται με τρία μείζονα θέματα: Την ύβρη, τον φόνο και την ενοχή. Τι εντυπώνεται μέσα σου πιο έντονα;
Επιμένω στη βία του αποχωρισμού. Ο Αισχύλος περιγράφει τον αποχωρισμό από τη μάνα χρησιμοποιώντας το γεγονός μιας σφαγής, της σφαγής της. Για εμάς τους θνητούς αυτή η πράξη του αποχωρισμού – και φυσικά δεν κυριολεκτώ ως προς το έγκλημα – χρειάζεται μιαν ολόκληρη ζωή. Μάνα δεν είναι μόνο το φυσικό πρόσωπο αλλά και οι πεποιθήσεις με τις οποίες μεγαλώνουμε.

Η μάνα λοιπόν για σένα συμβολίζει τα δεσμά μας;
Ακριβώς. Είναι όλα τα σκοτεινά κομμάτια μας που φοβόμαστε να φωτίσουμε γιατί είναι μια επώδυνη πράξη. Ο Ορέστης και η Ηλέκτρα όμως τολμούν και φτάνουν ως τα σκοτάδια τους.

Αν ο Ορέστης έκανε σήμερα την ίδια πράξη πώς θα στεκόταν η κοινωνία απέναντι του ή απέναντι στην συνέργεια της Ηλέκτρας;
Θα αναποδογυρίσω το ερώτημα λέγοντας ότι αν ο τρόπος λειτουργίας της κοινωνίας είχε την τόλμη των δύο αδελφών – και πάλι συμβολικά μιλώντας – θα ζούσαμε πιο ευτυχισμένοι. Ο δυτικός τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας έχει καταπιέσει το πιο ενστικτώδες κομμάτι της ανθρώπινης φύσης. Βασίστηκε στην απώθηση του κακού και στην αποδοχή του καλού μας εαυτού. Ενέκρινε την πολιτισμένη συμπεριφορά και επέβαλλε στον άνθρωπο κανόνες που τιθασεύουν το ζωικό μας κομμάτι. Έλα όμως που αυτό θα βρει τον τρόπο να εκτονωθεί! Όμως, αν φέρναμε στο φως τη σκοτεινή μας πλευρά – μόνο και μόνο για να την γνωρίσουμε – ίσως τα πράγματα να ήταν καλύτερα.

Υπό αυτή την έννοια αθωώνεις τα δυο αυτά πρόσωπα μέσα σου;
Αυτό είναι το τεράστιο δίλημμα. Ο λόγος που διατηρώ ακόμα μεγάλη απόσταση από αυτά τα δύο πρόσωπα και σαν ηθοποιός δεν μπορώ να συνδεθώ ικανοποιητικά μαζί τους, είναι γιατί αθωώνονται. Αντιδρώ στην αθώωση τους. Εκεί αρχίζει το κομμάτι που δεν καταλαβαίνω. Κι αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περιοχή γιατί αν παριστάνω ότι καταλαβαίνω θα σας παρουσιάσω μια έτοιμη, μασημένη τροφή. Ενώ αν δεν καταλαβαίνω, τόσο εγώ όσο κι εσείς, θα βρεθούμε στην ίδια πλατφόρμα επικοινωνίας.

Θέλεις δηλαδή να μπεις στη θέση του θεατή.
Θέλω αλλά με εμποδίζει το Εγώ μου που χρειάζεται να είμαι ηθοποιάρα. Η γνήσια πάντως λειτουργία του θεάτρου, μας θέλει μαζί απέναντι στο μυστήριο.

Πώς εξηγείς ότι μένουμε απαθείς ή έκπληκτοι μπροστά σε πράξεις βίας;
Θεωρώ πως η βία άφηνε πάντα τον άνθρωπο απαθή. Απλώς τώρα που έχουμε φορέσει ένα προσωπείο πολιτισμού θεωρούμε δεδομένο ότι η βία πρέπει να μας ταράζει – ενώ είναι ένα πολύ ανθρώπινο υλικό. Οι άνθρωποι σφάζονταν στους δρόμους μέχρι πριν από κάποια χρόνια κι αυτό δεν μπορεί να αλλάξει άρδην επειδή μπήκαμε μέσα σε κανόνες. Εφόσον δεν έχουμε απαλλαγεί από την ανάγκη της επιβίωσης, θα εξακολουθήσουμε να είμαστε βίαιοι.

Κι αυτό σημαίνει ότι δεν έρχεται κάθαρση μετά από κρίσεις βίας;
Σ’ αυτό τον κόσμο της επιβίωσης θα φοβόμαστε, πάντα, τον διπλανό μας. Όσο δεν υπάρχει μια ανώτερη πρόνοια – για κάποιους λέγεται Θεός, για άλλους κράτος – που να φροντίζει για την επιβίωση μας, τότε είμαστε πιο κοντά στη βία, παρά στην κάθαρση. Η βία είναι ζήτημα χρονικής συγκυρίας για τον καθένα. Και προσωπικά, έχει πάψει να με εκπλήσσει. Ταράζομαι, συγχύζομαι, φοβάμαι σε περιστατικά βίας, αλλά η λογική μου δεν ταράζεται πια.

Πηγη: tospirto