Συντευξη της ρενης πιττακη

«Το θέατρο είναι και παιχνίδι, και παιδεία, και κραυγή… Είναι ένας τρόπος να πεις πράγματα για τον κόσμο, για την ύπαρξη, για την κοινωνία, για την ανισότητα, για τα πάντα… Είναι ταξίδι στις ζωές των άλλων, παιχνίδι και παίδεμα μαζί…»

Τη ρωτάω εάν θέλει να ξεκουραστεί πριν αρχίσουμε τη συνέντευξη. Ο σκηνοθέτης Τάκης Τζαμαργιάς σπεύδει να με διαβεβαιώσει ότι «η Ρένη δεν έχει ανάγκη ξεκούρασης. Αντέχει στα δύσκολα!». Και πραγματικά, μετά από μία 5άωρη εξαντλητική πρόβα για το Misery – μέρος της οποίας είχα την τύχη να απολαύσω – η Ρένη Πιττακή είναι πρόθυμη και ευδιάθετη να μιλήσει για το θέατρο και τα «ταξίδια στις ζωές των άλλων», τους καλλιτέχνες και τις Ερινύες τους, την «οικογένεια» του Καρόλου Κουν και τους νέους «ζιζανεμένους» σκηνοθέτες (έχουν το «ζιζάνιο»), τους προσωπικούς της φόβους και το «φως της ζωής». Μία μοναδική κυρία του ελληνικού θεάτρου με εκθαμβωτικές ερμηνείες και συνεργασίες με εξαιρετικούς δημιουργούς μιλά στο tospirto.net…

-Τι είναι το θέατρο κυρία Πιττακή;
Κάποιος φίλος μου βρήκε σε παλαιοπωλείο ένα τεύχος του περιοδικού «Επίκαιρα» – θα πρέπει να ήταν του ’71-’72, όταν είχα πάρει το βραβείο Κοτοπούλη. Με είχαν ρωτήσει τότε την ίδια ακριβώς ερώτηση, «τι είναι το θέατρο;» και είχα πει: «το θέατρο είναι και παιχνίδι, και παιδεία, και κραυγή… Είναι ένας τρόπος να πεις πράγματα για τον κόσμο, για την ύπαρξη, για την κοινωνία, για την ανισότητα, για τα πάντα. Το θέατρο είναι μαζί το παίδεμα και το παιχνίδι…» Τα ίδια πιστεύω και σήμερα. Δεν έχει αλλάξει κάτι μέσα μου.

-Δεν έχει αλλάξει ούτε η ορμή να ανεβαίνετε κάθε βράδυ στη σκηνή;
Όχι, ούτε αυτό μπορεί να αλλάξει όσο υπάρχει το κέντρισμα να πεις πράγματα μέσα από ρόλους και έργα. Να κάνεις ταξίδια σε άλλες ζωές, άλλες τόπους, άλλες καταστάσεις. Να προσπαθείς να γνωρίσεις και να κατακτήσεις το «ξένο» μέσα από τα δικά σου βιώματα.

-Το «ταξίδι στο ξένο» που κάνετε τώρα στο Misery, είναι μάλλον σκοτεινό…
Ναι, είναι πολύ σκοτεινό. Αλλά ταυτόχρονα και ιδιοφυές. Ο Στίβεν Κινγκ σε πρώτο επίπεδο παρουσιάζει μία ιστορία θρίλερ και σε δεύτερο μιλά για τη σχέση του συγγραφέα με το κοινό του. Η «νούμερο 1» θαυμάστρια του συγγραφέα, η Άννυ Γουίλκς, τον κρατά αιχμάλωτο και τον υποχρεώνει να γράψει ένα βιβλίο όπως το θέλει εκείνη (όπως το θέλει δηλαδή το κοινό του). Αυτό το πλάσμα βγαίνει από τους εφιάλτες του ίδιου του Κινγκ. Σαν να κοιτάει ο συγγραφέας στον καθρέφτη και να αναμετριέται με τα «τέρατα» της επιτυχίας του.

-Η «Άννυ Γουίλκς» είναι από τις πιο εμβληματικές «κακές» του Χόλιγουντ και της λογοτεχνίας. Στη σχετική λίστα αμερικανικών sites (με ψηφοφορία κοινού) βρίσκεται στη θέση 4, ψηλότερα από τη Λαίδη Μάκβεθ, την πρωταγωνίστρια του «Γεννημένοι δολοφόνοι» ή το κορίτσι του «Εξορκιστή». Ένας πραγματικά παρανοϊκός χαρακτήρας…
Είναι μία «ερινύα» για τον συγγραφέα. Ενώ τον σώζει από το ατύχημα και υποτίθεται τον φροντίζει μέχρι να έρθει ιατρική βοήθεια, στη συνέχεια αποκαλύπτεται ότι δεν έχει ειδοποιήσει κανέναν αλλά τον κρατά αιχμάλωτο, τον τιμωρεί και τον βασανίζει για το συγγραφικό του έργο. Ασκεί πάνω του μία βίαιη εξουσία. Είναι η εξουσία του κοινού προς τον καλλιτέχνη. Κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά παντού στον κόσμο. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη, για παράδειγμα, είχε μεγάλο ταλέντο και καλλιτεχνική ενέργεια. Στις γενικές δοκιμές των έργων της ήταν εξαιρετική αλλά στις παραστάσεις την έβλεπες να κάνει τυποποιημένες κινήσεις που ήξερε ότι θα αρέσουν στο κοινό της: το στυλιζαρισμένο χαμόγελο, το δάκρυ που έτρεχε με συγκεκριμένο τρόπο, το μαλλί που θα έπεφτε στα μάτια της και εκείνη θα το έφτιαχνε… Η Αλίκη παραδινόταν σε αυτή την «εξουσία του κοινού» παρόλο που είχε πολλά περισσότερα να δώσει γιατί είχε πάντα σκηνική λάμψη.

-Ήταν ένας «εγκλωβισμός», τον οποίο εσείς δεν θα πρέπει να νιώσατε, αφού κάνατε συνεχώς καινούργια πράγματα…
Όλοι μας κάποια στιγμή εγκλωβιζόμαστε. Τη δεκαετία του ’80 είχα μεγάλη ανησυχία μήπως επαναλαμβανόμουν στα όρια του Θεάτρου Τέχνης. Γι αυτό και μετά τον θάνατο του Κουν, άρχισα να βγαίνω από το Τέχνης και να δουλεύω με άλλους σκηνοθέτης ώστε να αποκτώ νέες ματιές στη δουλειά μου, νέους τρόπους και αντιλήψεις. Δούλεψα σε Φεστιβάλ, σε σπουδαίες παραστάσεις με Μαρμαρινό, Χουβαρδά και άλλους, πειραματίστηκα ακόμα και στο Πάρκ, παίζοντας «Σφαίρες πάνω από το Μπρόντγουει».

-Στα θεατρικά παρασκήνια λένε ότι είστε πολύ καλή «μαθήτρια» των σκηνοθετών. Προσπαθείτε να πάρετε πράγματα από κάθε συνεργασία.
(χαμογελά). Είναι «πετριά» από τον Κουν. Όταν έχεις ξεκινήσει από έναν τόσο μεγάλο δάσκαλο, αναζητείς να πάρεις πράγματα από κάθε καλλιτέχνη που θα συναντήσεις. Προσπαθώ πάντα οι συνεργασίες μου να είναι δημιουργικές. Παίρνω τις οδηγίες και επιδιώκω να μην τις εκτελώ μηχανικά αλλά να τις επεξεργάζομαι μέσα μου, ώστε να βγαίνει το σωστό αποτέλεσμα.

-Μετά από τον Κουν, θα πρέπει να ήταν δύσκολη η αλλαγή των συνθηκών…
Ο Κουν, εκτός από τεράστιος δάσκαλος, ήταν και δημιουργός μίας οικογένειας. Το υπόγειο του Κουν ήταν το σπίτι μας. Σήμερα όλοι είμαστε περιπλανώμενοι. Κανείς δεν έχει «στέγη» για πολλά χρόνια, δεν έχει τον «πόλο» που θα τον τραβήξει κοντά του. Ο Λευτέρης Βογιατζής, με άλλη ματιά βέβαια, ήταν της ίδιας αντίληψης με τον Κουν. Δηλαδή κι αυτός δημιούργησε μία «οικογένεια» και είχε γύρω του 24 ώρες το 24ωρο τους ανθρώπους του. Το «Αμόρε» ήταν επίσης ένας πόλος που μπορούσε να κρατήσει γύρω του καλλιτέχνες. Σήμερα ο μόνος που διατηρεί έναν πυρήνα γύρω του είναι ο Θεόδωρος Τερζόπουλος, αλλά κι αυτός δουλεύει περισσότερο στο εξωτερικό πλέον.

-Ο Κουν ήταν μία πατρική φιγούρα;
Σαφώς. Δάσκαλος και πατρική φιγούρα. Επικοινωνούσαμε χωρίς να χρειάζεται να μιλάμε. Από τις πρώτες φορές που με είδε στην σχολή, ένιωσα μία δυνατή σύνδεση με αυτόν τον άνθρωπο. Με μάγεψε και με έκανε να βγάλω και να δώσω ό,τι είχα μέσα μου και ακόμα περισσότερα…

-Ήταν μία κορυφαία μορφή του ελληνικού θεάτρου με τις εμμονές της όμως…
Ποτέ δεν αγιοποίησα τον Κάρολο Κουν. Το πάθος του για το θέατρο, που ήταν η κινητήρια δύναμή του, πολλές φορές γινόταν βασανιστικό, καταπιεστικό, ίσως και κακός οδηγός. Σαν χαρακτήρας ήταν πολύ έντονος και κάποιες φορές άδικος και μεροληπτικός. Είχε προσωπική εμπλοκή με τους ανθρώπους γύρω του. Θετική και αρνητική. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να εξοργιστεί με εσένα και επειδή σε συμπαθούσε να πετάξει το τασάκι – λόγου χάρη – στον διπλανό σου, ο οποίος δεν έφταιγε σε τίποτα αλλά τον συμπαθούσε λιγότερο. Εμένα μου έλεγε συνήθως «αμάν Ρένη με την αντικειμενικότητα σου!» επειδή από τη φύση μου δεν έπαιρνα μέρος στις διαφωνίες και προσπαθούσα να κρατάω αποστάσεις και «ουδέτερο βλέμμα». Εκείνος αντίθετα ήταν πάντα παρορμητικός.

-Ήσασταν από τις πιο αγαπημένες του ηθοποιούς. Τι πιστεύετε ότι είχε δει σε εσάς;
Ο Κουν μου εμπιστεύτηκε πολύ νωρίς ρόλους που απαιτούσαν μεγάλη υποκριτική ωριμότητα. Νομίζω ότι του άρεσε να με παρακολουθεί. Και μου έδινε μεγάλα προνόμια σε σχέση με τους άλλους. Μου άφηνε χρόνο να προετοιμαστώ, δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα πιεστικός μαζί μου και έδειχνε να τον ενδιαφέρει ο τρόπος που λειτουργούσα. Βλέπετε, ο Κουν δεν σχεδίαζε από πριν τις παραστάσεις. Είχε το μεγάλο χάρισμα να αντλεί ιδέες από ερεθίσματα αλλά και από την πρόβα και να συνθέτει το τελικό αποτέλεσμα. Έπαιρνε τις ψηφίδες από τον καθέναν και δημιουργούσε έναν δικό του κόσμο.

-Γιατί το Θέατρο Τέχνης δεν είχε λαμπρή συνέχεια μετά τον Κουν;
Το Θέατρο Τέχνης ήταν μία προσωπική υπογραφή. Μπορεί να υπάρχει ο τόπος, να υπάρχει το όνομα, να υπάρχει δηλαδή ο «πύργος με το οικόσημο» αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο κάθε κληρονόμος μπορεί να το προχωρήσει. Ίσως να μπορεί να το συντηρήσει για ένα διάστημα αλλά μακροχρόνια δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον γεννήτορά του.

-Αν αναβίωνε σήμερα μία παράσταση του Κουν, θα ήταν σύγχρονη ή «μουσειακή»;
Δεν θα ήταν σύγχρονη. Οι εποχές έχουν αλλάξει και η τέχνη προχωράει. Σαφώς κάποια στοιχεία από εμβληματικές παραστάσεις του Κουν, όπως οι Όρνιθες για παράδειγμα, δεν θα γίνουν ποτέ αναχρονιστικά. Η μουσική του Χρήστου στους Πέρσες επίσης, νομίζω ότι πάντα θα συγκινεί το κοινό.

-Υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά στη σημερινή θεατρική δημιουργία;
Νομίζω πως όχι. Κάθε παράσταση βασίζεται στο ταλέντο, τη φαντασία και τη δημιουργικότητα του σκηνοθέτη να ανοίγει κόσμους μαζί με τους ηθοποιούς και τους συνεργάτες του.

-Μιλώντας από την πλευρά των θεατρόφιλων, σήμερα αντιμετωπίζουμε μεγαλύτερη δυσκολία να βρούμε τις καλές παραστάσεις. Παλαιότερα γνωρίζαμε, για παράδειγμα, ότι θα πάμε στον Βογιατζή και δεν θα απογοητευτούμε…
Έχετε δίκιο σε αυτό. Οτιδήποτε ανέβαζε ο Λευτέρης είχε ενδιαφέρον. Μπορεί κάποιες παραστάσεις να μην ήταν τόσο λαμπερές ή να μην ήταν απόλυτα ολοκληρωμένες αλλά ποτέ δεν θα ήταν κακές ή αδιάφορες. Ήταν παραστάσεις «με υπογραφή». Γνώριζες ότι φτιάχνονταν με τεράστιο «παίδεμα». Θυμάμαι τις ουρές έξω από το θέατρο, με τους θεατές να περιμένουν να δουν την παράσταση και εκείνος να συνεχίζει τις πρόβες ακόμα και όταν είχε χτυπήσει το κουδούνι…

-Υπάρχουν σήμερα τέτοιοι δημιουργοί;
Ανέφερα πριν τον Θοδωρή Τερζόπουλο. Είναι από εκείνους που έχουν «υπογραφή». Μπορεί να μην συμφωνείς με ό,τι κάνει αλλά έχει μία εμμονική προσήλωση στο να το παρουσιάζει με τον περφεξιονισμό που ο ίδιος έχει οριοθετήσει. Από τους νεότερους ξεχωρίζω τον Δημήτρη Καραντζά με τον οποίο δούλεψα σε μία πολύ δύσκολη παράσταση και διαπίστωσα από πρώτο χέρι ότι είναι «ζιζανεμένος» (χαμογελά), έχει δηλαδή το «ζιζάνιο» να ψάχνει στη λεπτομέρεια τη δουλειά του και να δημιουργεί ολοκληρωμένους κόσμους. Επίσης παραστάσεις της Κατερίνας Ευαγγελάτου με έχουν συνεπάρει.

-Συνεργαστήκατε πρόσφατα με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό στο «Υο Κι Χι», ένα έργο του Θεάτρου Νο στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής. Θα πρέπει να ήταν από τις πιο δύσκολες παραστάσεις που πρωταγωνιστήσατε… Καλυμμένη με μία μάσκα στο μεγαλύτερο μέρος του έργου, παίζατε περισσότερο με τα χέρια παρά με το σώμα…
Είχε πραγματικά απίστευτες δυσκολίες ο ρόλος. Η ακινησία που προέβλεπε ήταν συντριπτική. Είχα στη διάθεσή μου ως υποκριτικά εργαλεία μόνο τη φωνή μου πίσω από τη μάσκα και… νύξεις κινήσεων των χεριών. Η προσπάθεια επίσης να μπω σε όλο το πνεύμα του Θεάτρου Νο ήταν πολύ απαιτητική αλλά άξιζε το «ταξίδι». Ήταν μία περιπέτεια σε έναν άλλο κόσμο με οδηγό τον Μιχαήλ Μαρμαρινό – άλλον… «ζιζανεμένο» δημιουργό του θεάτρου – που με γέμισε καινούργιες εμπειρίες. Στο Θέατρο Νο δεν υπάρχει βία, ταχύτητα, σπρώξιμο, πάτημα… Υπάρχει μόνο ευγένεια και σεβασμός.

-Υπάρχει ευγένεια στην Ελλάδα σήμερα;
Δυστυχώς βλέπω στο δρόμο να σε σπρώχνει κάποιος – άθελά του – αλλά να μην γυρίζει να κοιτάξει αν χτύπησες. Βλέπω μας γονείς να αδιαφορούν τελείως αν τα παιδιά μας σπάνε πράγματα, κάνουν φασαρία, ενοχλούν μας γύρω μας… Βλέπω μία έλλειψη αγωγής, που στην πραγματικότητα είναι έλλειψη παιδείας αλλά και ευαισθησίας απέναντι στον διπλανό μας.

-Έχουμε περιχαρακώσει ίσως τις ζωές μας απέναντι στους άλλους; Είμαστε πιο κλειστοί;
Εγώ πάντοτε ήμουν επιφυλακτική στο «άνοιγμα». Ευγενική μεν προς όλους αλλά χρειαζόταν να νιώσω εμπιστοσύνη από ένα περιβάλλον ανθρώπων για να ανοιχτώ. Μάλιστα παλαιότερα είχα την εικόνα της απόμακρης και «αυστηρής». Κάποιοι φοβόντουσαν να με προσεγγίσουν… (χαμογελά). Με τα χρόνια μαλάκωσε αυτή η εικόνα…

-Σε αυτό το σημείο της πορείας σας, έχετε την αυτοπεποίθηση ότι «ναι, είμαι μία καλή ηθοποιός»;
Το έχω εισπράξει από τους άλλους αλλά κάθε ρόλος είναι μία καινούργια πρόκληση για να το επιβεβαιώνεις ή όχι. Ίσως γι αυτό μου αρέσουν τα δύσκολα έργα, όπως του Μπέκετ ή το Θέατρο Νο. Με το «Μακρύ Ταξίδι της Ημέρας μέσα στη Νύχτα», για παράδειγμα, ένιωσα πως «ανθίζω», ακολουθώντας την λεπτομερή «παρτιτούρα» του Γιάννη Χουβαρδά.

-Στο Misery ποια πρόκληση αντιμετωπίζετε;
Η Άννυ Γουίλκς είναι μία αγρότισσα. Πιο στιβαρή από μένα και πιο δυνατή. Σηκώνει, για παράδειγμα, τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο που έχει πέσει στο πάτωμα, και τον βάζει στο κρεβάτι. Πρέπει λοιπόν να γίνω πιο αδρή και να αποβάλω τον αστικό μου εαυτό, ενώ παράλληλα να μπω και στο ψυχωσικό μυαλό της Άννυ. Ένα άτομο ψυχωσικό δεν είναι «μονοκόμματο». Τη μία στιγμή σε πείθει ότι είναι απόλυτα λογικό και την άλλη διακρίνεις τη ψύχωσή του. Αλλά και οι μη ψυχωσικοί, έχουμε μεγάλες αλλαγές στις εκφράσεις μας ή στον τόνο της φωνής μας. Παρατηρείστε τους γύρω σας ή τον εαυτό σας πόσο αλλάζει, ανάλογα με τη διάθεσή του… Αυτές τις αλλαγές δουλεύω. Με ενδιαφέρει να είμαι πειστική. Και να μη βγει ένας τύπος «μονοκόμματος» σίριαλ κίλερ – κάτι άλλωστε που δεν ενδιαφέρει ούτε τον Τάκη Τζαμαργιά. Στη σκηνή θα δείτε μία σύγκρουση, μία πάλη του συγγραφέα με τις Ερινύες του.

-Γιατί μας ελκύει ο φόβος στη λογοτεχνία, το θέατρο και τον κινηματογράφο;
Μας ανεβάζει την αδρεναλίνη. Ταράζει μας ζωές μας. Και είναι τόσο λυτρωτικό το συναίσθημα, όταν τελειώνει η ιστορία, να βγαίνουμε ζωντανοί και χωρίς πληγές… Ζούμε για δυο ώρες τους εφιάλτες μας και βγαίνουμε σώοι… Δεν είναι καθόλου ασήμαντο.

-Οι δικοί σας «εφιάλτες» / φόβοι κυρία Πιττακή ποιοι είναι; Φοβάστε την αποτυχία μίας παράστασης;
Πάντα υπάρχει αυτή η ανησυχία. Είναι μία ομάδα ανθρώπων που δουλεύει φιλότιμα και σκληρά και κάποιοι έχουν επενδύσει τα χρήματά τους, οπότε είναι φυσιολογικό να υπάρχει αυτός ο φόβος. Προσπαθείς πάντα να τον ξεπεράσεις δίνοντας το 100% της προσπάθειάς σου.

-Ο φόβος της μοναξιάς;
Όχι, την αγαπώ τη μοναξιά, έχω συμφιλιωθεί από νωρίς μαζί της. Έχασα μικρή την οικογένειά μου και έμαθα να ζω μόνη μου με φίλους γύρω μου να μοιράζομαι στιγμές. Ευτύχισα να έχω καλούς φίλους, γυναίκες και άντρες, κάποιους παλαιότερους και κάποιους πιο νέους.

-Φόβος του χρόνου που περνά;
Χμμ… Ίσως να είμαι τύπος «τζιτζικιού» (χαμογελά). Δεν αποθηκεύω προσπάθειες και συναισθήματα για να περάσω τον δύσκολο χειμώνα… Ο χρόνος με φοβίζει μόνο όταν σκέφτομαι τις ασθένειες και την ανημπόρια που φέρνει… Αυτά με φοβίζουν πραγματικά αλλά όχι ο ίδιος ο χρόνος που, ούτως ή άλλως, δεν μπορώ να αντιστρέψω… Ξέρετε, έχω περάσει κατάθλιψη γι αυτό μπορώ να πω με περισσότερη σιγουριά ότι απολαμβάνω το φως, το θέατρο, τη δημιουργία, την παρέα, τη θάλασσα και τη χαρά. Γεύομαι όλο το ταξίδι της ζωής…

Πήγη: tospirto