Η Συντεύξη της Λένα Κιτσοπούλου

116

«Να μην πήγαινε ούτε ένας Έλληνας να ψηφίσει. Για μένα θα ήταν τέλειο».

Νομίζεις ότι μια συνάντηση μαζί τους είναι αρκετή. Όχι, δεν είναι. Πάντα κάτι περισσεύει, κάτι ξεχειλίζει, κάτι χάνεται, πάντα κάτι μένει σε εκκρεμότητα. Και πάντα κάτι καινούργιο θα βρεθεί να ειπωθεί. Αυτή είναι η εντύπωση που αφήνουν μέσα σου οι ευφυείς, οι ταλαντούχοι άνθρωποι. Δεν έχω καμιά αμφιβολία πια, ότι η Λένα Κιτσοπούλου, που πρωταγωνιστεί στην «Λυσιστράτη» του Μιχαήλ Μαρμαρινού, είναι μια τέτοια περίπτωση. Κι ας μην ακούγεται πολιτικά ορθό να θαυμάζεις εκείνον με τον οποίο συνομιλείς για επαγγελματικούς λόγους. Αλλά πάλι, οι κανόνες είναι για να τους παραβαίνεις και η Κιτσοπούλου δεν έπαιξε και πολύ σ’ αυτό το παιχνίδι∙ οπότε βολεύεσαι κι εσύ μέσα σ’αυτό και χαίρεσαι με την ωραία αυθάδεια της συνέντευξης που ακολουθεί.

Πριν από καιρό είχε πει ότι δεν έχεις αγωνία για να παίξεις με ρόλο στην Επίδαυρο; Άλλαξε μέσα σου η αίσθηση σου;
Όχι, νομίζω πως εξακολουθώ να έχω την ίδια αίσθηση. Φυσικά και έχω την αγωνία, όπως την έχω με κάθε τι που κάνω. Δεν έχω όμως φόβο, δεν θέλω να έχω τίποτα που να με εμποδίζει ή που να καταστέλλει τη διάθεσή μου. Αντιμετωπίζω την Επίδαυρο σαν μία ευκαιρία που μου δίνεται να παίξω σε ένα τόσο ωραίο θέατρο και σε ένα μαγικό τοπίο. Δεν κάνω αυτή τη δουλειά για να αποδείξω κάτι ή για να μου πουν καλά λόγια. Την κάνω γιατί μου αρέσει. Κάθε μέρα είναι μία κερδισμένη μέρα και έτσι θέλω να είναι και η μέρα της Επιδαύρου. Μια μέρα την οποία θα ζήσω, όσο καλύτερα μπορώ. Δεν θέλω να είμαι κλεισμένη μέσα σε δικές μου απαιτήσεις και ούτε κατά διάνοια σε απαιτήσεις άλλων. Θέλω να είμαι ανοιχτή στην ατμόσφαιρα και στα γύρω ερεθίσματα και θέλω η αδρεναλίνη της στιγμής να μου φέρει χαρά.

Ωστόσο, αισθάνεσαι ακόμα τον αρχικό φόβο να περιοριστείς με μια μόνον υποχρέωση στο πλαίσιο μιας θεατρικής παράστασης, αυτήν την ερμηνείας του ρόλου;
Δεν σκέφτομαι τίποτα περιοριστικό αυτή τη στιγμή. Υπάρχει μία παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού, την οποία όλοι καλούμαστε να υπηρετήσουμε, με ό, τι έχουμε δουλέψει και με ό, τι δεν έχουμε δουλέψει, δηλαδή, με το απρόσμενο που εμπεριέχει πάντα ένα ζωντανό θέαμα. Από τον ήχο ενός πουλιού, μέχρι την επίσκεψη άξαφνων δαιμόνων εντός μας.

Μέσα στη διαδικασία των προβών μήπως αναθεώρησες τη λειτουργία σου ως ηθοποιού;
Σίγουρα κατάλαβα πράγματα για τον εαυτό μου. Ανακάλυψα τρόπους που δεν ήξερα και αυτό με προχώρησε.

Πώς εξελίχθηκε η συνεργασία με το Μιχαήλ Μαρμαρινό;
Προέκυψε μία κοινή ανάγκη, μία κοινή συνομωσία για το τι πάμε να κάνουμε και μία απόλυτη εμπιστοσύνη μεταξύ μας, που εμένα μου άφησε το χώρο να εκφραστώ με τρόπους δικούς μου, που ίσως δεν μοιάζουν με τους δικούς του. Αυτό, από πλευράς του, ήταν πολύ γενναιόδωρο.

Πώς σου φαίνεται τελικά ο Αριστοφάνης; Μήπως το πρόβλημα δεν είναι ο ποιητής αλλά οι ερμηνείες του;
Ο Αριστοφάνης είναι πάνω απ’ όλα ένας σπουδαίος ποιητής, ένας μεταμοντέρνος, υπερμοντέρνος, ευφυής, κακός, απαισιόδοξος και βαθιά ρομαντικός. Χτυπάει χωρίς έλεος πρόσωπα της εποχής του. Σε όλα του τα έργα κάνει την ανατροπή εξ’ αρχής. Μιλάει με πουλιά, με βατράχια, κατεβάζει τον ουρανό στη γη και το ανάποδο. Όπως συμβαίνει με όλους τους σπουδαίους κωμικούς από τον Τσάρλι Τσάπλιν, μέχρι τον Γούντι Άλεν, το χιούμορ του Αριστοφάνη βρίσκεται στην ανθρώπινη τραγωδία. Είναι απελπισμένος από το ανθρώπινο είδος και αυτή η απελπισία κατά την γνώμη μου γεννάει την αληθινή κωμωδία. Η πραγματική κωμωδία βρίσκεται εκεί που βρίσκεται και η συγκίνηση, δεν έχει καμία σχέση με φτηνά σεξουαλικά αστεία τηλεοπτικού τύπου. Ο Αριστοφάνης είναι σπουδαίο υλικό για μας σήμερα, μπορείς να χαθείς μέσα του όσο τον ψάχνεις και δίνει πάρα πολλές δυνατότητες για να τον κάνεις παράσταση, αν τον διαβάσεις σωστά.

Τι έχεις εντοπίσει ως στοιχειώδες, πυρηνικό στοιχείο στο έργο της Λυσιστράτης;
Η Λυσιστράτη νομίζω προσπαθεί να πει ότι το όποιο πολιτικό ή κοινωνικό πρόβλημα, λύνεται μόνο αν κανείς αποφασίσει να κοιτάξει τον εαυτό του. Προτείνει ένα πολιτικό σύστημα πολύ μοντέρνο ακόμα και για σήμερα, εξηγώντας στους άντρες πολιτικούς ότι η οικογένεια, ο γάμος, η φροντίδα, ο έρωτας, το σπίτι σου, το δωμάτιό σου, αυτά όλα είναι το θεμέλιο για ένα πιο υγιές κράτος. Καταργώντας το σεξ, δηλαδή μία φυσική σωματική ανάγκη, αποδεικνύει την άρνηση του ανθρώπου να συνδιαλλαγεί με τον διπλανό του, ή έστω να σκεφτεί τα λάθη του, παρά μόνο αν του στερήσεις κάτι τόσο βασικό, όπως το φαΐ ή το νερό (ή στην περίπτωση της Λυσιστράτης το σεξ). Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο απαισιόδοξος είναι ο Αριστοφάνης για έναν καλύτερο κόσμο.

Ποια είναι η προσωπική σου ερμηνεία για τη Λυσιστράτη ως γυναίκα κι όχι απλώς ως ηρωίδα;
Νομίζω πως για να παίξει κανείς οποιονδήποτε ρόλο πρέπει να χρησιμοποιήσει τα λόγια του χαρακτήρα για να πει κάτι δικό του. Επίσης πρέπει να του δώσει σώμα και αναπνοή, τα οποία και πάλι του ανήκουν. Ως γυναίκα, λοιπόν εγώ, δεν είμαι φεμινίστρια και δεν πιστεύω σε έναν καλύτερο κόσμο. Πιστεύω ότι το ανθρώπινο είδος παραμένει το ίδιο και δεν εξελίσσεται ανά τους αιώνες. Γι’ αυτό και οι σπουδαίοι ποιητές νομίζεις ότι γράφουν για το σήμερα. Απλώς η Λυσιστράτη, ως μία ανήσυχη και σοφή προσωπικότητα, δεν μπορεί να καθίσει στα αβγά της και αποφασίζει να δράσει. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πιστεύει στο τέλος του πολέμου ή στο ότι θα σταματήσει ο άνθρωπος να τρώγεται με τον διπλανό του, να τον φθονεί και να θέλει το κακό του. Ούτε πιστεύει ότι τα δύο φύλα, θα μπορέσουν ποτέ να ζήσουν αρμονικά και να συνεννοηθούν. Μέσα στο έργο είναι εξίσου σκληρή και με το γυναικείο φύλο. Είναι μόνη, όπως κάθε έξυπνος άνθρωπος. Βλέπει καθαρά. Νομίζω ένας άνθρωπος που αποφασίζει να ανατρέψει ένα ολόκληρο καθεστώς, σίγουρα βρίσκεται σε υπερδιέγερση, αλλά όταν είναι και ένας άνθρωπος που βλέπει πόσο ανέλπιδο είναι το όνειρο, σίγουρα παθαίνει ταυτόχρονη κατάθλιψη και τραβιέται στη γωνιά του.

Εισπράττεις σήμερα ως απλοϊκό το επιχείρημα της Λυσιστράτης για αποχή από τον έρωτα; Ή θεωρείς τη σχέση με το σώμα πρωταρχική;
Δεν είναι καθόλου απλοϊκό. Είναι ίσως ο πιο σοφός τρόπος να επαναστατήσεις. Πολλές φορές άκουγα σε κουβέντες με φίλους, σε σχέση με την παρούσα πολιτική κατάσταση της χώρας μας να λέγεται «αν δεν πήγαινε κανένας να ψηφίσει, τι θα γινόταν;». Για μένα θα ήταν τέλειο. Να μην πήγαινε ούτε ένας Έλληνας να ψηφίσει. Απλώς, δεν γίνεται. Είναι ουτοπικό. Εκεί βρίσκεται η απελπισία του Αριστοφάνη και το χιούμορ του. Διαλέγει για τη Λυσιστράτη έναν τρόπο επανάστασης, αδύνατο και από εκεί και πέρα ξεκινάει το έργο.

Έχεις δουλέψει με τη συνθήκη του γυμνού – κάτι που υιοθετεί κι εδώ ο Μιχαήλ Μαρμαρινός. Θεωρείς πως το γυμνό είναι ένα στοιχείο πρόκλησης ή εργαλείο αφήγησης;
Θεωρώ πως πρέπει να είναι ένα εργαλείο αφήγησης. Θεωρώ ότι η πρόκληση δεν έχει καμία σχέση με το γυμνό. Θεωρώ ότι κάτι ντυμένο μπορεί να είναι πάρα πολύ προκλητικό και χυδαίο. Δεν θεωρώ το γυμνό τίποτα. Όπως δεν θεωρώ τίποτα και το ντυμένο.

Πώς θα ήταν ο κόσμος αν είχαμε καλύτερη σχέση με το σώμα ενδεχομένως και με τη γύμνια μας;
Αν κυκλοφορούσαμε όλοι γυμνοί, θα σήμαινε ότι δεν θα είχαν δημιουργηθεί ποτέ οι φριχτές υπάρχουσες θρησκείες, αλλά νομίζω ότι ο κόσμος θα εξακολουθούσε να έχει τα προβλήματά του: Θα έπρεπε να πηδιέται πιο συχνά. Θα πάθαινε πιο συχνά μυκητιάσεις και διάφορες ασθένειες. Οι καημένοι οι υπέρβαροι θα ένιωθαν ακόμα πιο μειονεκτικά. Δεν θα υπήρχαν παραλίες γυμνιστών. Και οι τσόντες θα γυρίζονταν με ντυμένους…

Ζώντας σήμερα σε μια ταραχώδη, για πολλούς εμπόλεμη πραγματικότητα, τι είδους αντίλογο θα μπορούσε να διατυπώσει μια γυναίκα σαν τη Λυσιστράτη;
Πάντοτε υπήρχε πόλεμος στον πλανήτη. Απλώς τώρα πλησίασε εμάς. Δεν μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε ότι η βόμβα θα σκάει δίπλα σε έναν καλοβαλμένο Ευρωπαίο που έχει πάει βόλτα με τα παιδιά του στο εμπορικό κέντρο. Πάντα νομίζαμε ότι οι βόμβες πρέπει να σκάνε δίπλα σε ξυπόλητα παιδάκια που ζουν σε παράγκες. Έμοιαζε πιο φυσιολογικό αυτό. Ο δυτικός κόσμος εγκλημάτισε, εξουσίασε τον πλανήτη και εν τέλει απέτυχε. Η εξουσία επιτυγχάνεται μέσω της απληστίας, η οποία είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης. Δεν συμβαίνει κάτι παράλογο λοιπόν. Συμβαίνει κάτι φριχτό, αλλά όχι παράλογο. Μία Λυσιστράτη του σήμερα, θα ήταν όπως και αυτή του τότε. Δεν θα κατάφερνε τίποτα. Νομίζω πως κανένας σημαντικός άνθρωπος δεν άλλαξε τον κόσμο. Απλώς έκανε λίγο πιο υποφερτή τη ζωή για τους όμοιούς του.

Ονειρεύτηκες ποτέ επαναστάσεις που αφορούν στο κοινωνικό σύνολο;
Ποτέ δεν είχα αυτό το όνειρο. Και αυτό το δώρο το οφείλω στον πατέρα μου.

Απέχουν πολύ από την αριστοφανική λογική τα σημερινά πρότυπα γυναικών που κατέχουν θέσεις εξουσίας;
Ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί την γυναίκα της τότε Αθήνας στην εξουσία, για να τονίσει την ουτοπία. Αναποδογυρίζει μία πραγματικότητα, φτιάχνει ποίηση, και μιλάει για ένα «αν». Αν εξουσίαζαν τα πουλιά και όχι οι άνθρωποι, αν οι άνθρωποι άλλαζαν, αν οι άνθρωποι απείχαν από το σεξ, αν δεν γεννιόντουσαν άλλοι άνθρωποι στον πλανήτη κ.λ.π. Οπότε δεν μπορώ να συγκρίνω την κατασκευή του Αριστοφάνη, την Λυσιστράτη, π.χ. με την Μέρκελ. Η Μέρκελ ενδεχομένως αν ήταν αριστοφανική να έβγαινε ολόγυμνη και να ανακοίνωνε ότι χαρίζει στην Ελλάδα όλο το χρέος. Δεν ξέρω. Γενικά, πάντως, πιστεύω πως η εξουσία φθείρει ακόμα και αυτούς οι οποίοι μπορεί να έχουν καλές προθέσεις, ανεξαρτήτως φύλου.

Θέλεις να ελπίζεις ή να πιστεύεις σε μια απόλυτη Δημοκρατία;
Μόνο εάν εξαφανιζόταν το ανθρώπινο είδος από τον πλανήτη. Ίσως τότε.

Πώς ορίζεις λοιπόν την προσωπική σου ουτοπία μέσα και έξω από την τέχνη;
Νομίζω ότι αν χαθεί η πίστη στον έρωτα, με τον τρόπο που τον βίωσες την πρώτη φορά στη ζωή σου, είτε εντός, είτε εκτός τέχνης, είναι προτιμότερο να πεθάνεις όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

Πηγή: tospirto