Συντευξη με την μαρια τζιμα

«Το ΚΘΒΕ μπορεί να γίνει ακόμα πιο τολμηρό και καινοτόμο».

Η αναπληρώτρια διευθύντρια του ΚΒΘΕ Μαρία Τσιμά μιλάει από τη θέση της ηθοποιού, για το ρόλο της μάνας που θα ενσαρκώσει στο έργο του Άκη Δήμου «Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα». Το έργο αναφέρεται σ΄έναν έρωτα απαγορευμένο «που είναι ανάρμοστος και την ίδια στιγμή θαλερός και νοσηρός» σχολιάζει. Ανεξάρτητα λοιπόν από την εποχή και τις στερεοτυπικές συμπεριφορές… που γίνεται λόγος στο έργο «συναντιέται , λοιπόν, σήμερα με τις δικές της αγωνίες και τους προσωπικούς της φόβους», όπως επισημαίνει.

Παράλληλα, κάνει αναφορά στην ανοδική πορεία του ΚΘΒΕ, στη μείωση των εξόδων και εξηγεί ότι «παρά τις πολλές και χρόνιες παθογένειές του δείχνει ότι μπορεί να μπει σε μια εντελώς νέα, διαφορετική τροχιά».

Τι ακριβώς πραγματεύεται το έργο και ποια είναι τα ζητήματα που θίγει;
Είναι μια ερωτική ιστορία. Ένας έφηβος ερωτεύεται μια γυναίκα 15 χρόνια μεγαλύτερη. Η μάνα του βάζει εμπόδια σε αυτή τη σχέση. Τον στέλνει στο βουνό να μάθει να κυνηγάει και να ενηλικιωθεί. Όμως η ερωτική αφύπνιση έχει ανατροπές, ξεσπάσματα, απελπισία, κορύφωση. Τέσσερις άνθρωποι -τέσσερα σώματα επιθυμούν, προδίδουν, καταστρέφονται και ξεσπάει η καταιγίδα που θα τους ενώσει. Ο έρωτας που απαγορεύεται, που είναι ανάρμοστος και την ίδια στιγμή θαλερός και νοσηρός. Μια καταβύθιση στη σκοτεινή μας περιοχή που μας ζητάει συμφιλίωση. Κι όπως λέει και ο Άκης Δήμου: «Να τ’ αγαπάς τ’ ανήμερα που μέσα σου φωλιάζουν».

Τι σας γοήτευσε ιδιαίτερα;
Ο Α. Δήμου μεταγράφει την «Πρώτη αγάπη» του Ιωάννη Κονδυλάκη και μας υπενθυμίζει ότι οι ερωτικές μας ιστορίες δεν έχουν να κάνουν με τους έρωτες που ζούμε, αλλά με τον τρόπο που τις αφηγούμαστε όταν τελειώσουν. Η μεγάλη γοητεία και πρόκληση είναι ο συνδυασμός του ρεαλιστικού διαλόγου μαζί με γερές δόσεις λυρισμού. Αντιμετωπίζει με σύγχρονο τρόπο μια γλώσσα που έρχεται από τη λογοτεχνία και δεν επεξηγεί τις καταστάσεις. Ο χώρος και ο χρόνος είναι μόνο αφορμές για την ανατομία της ψυχής. Είναι πολύ σημαντικό να μιλάς για ανθρώπους που τους αφανίζει η αγάπη.

Εσείς υποδύεστε τη μάνα. Πού- και αν- συναντηθήκατε με το ρόλο σας;
Σε συνεννόηση με τον σκηνοθέτη Πάνο Δεληνικόπουλο αποφασίσαμε να μην κινηθώ σε ηθογραφικές περιγραφές. Η σκληρή ζωή, η απαγόρευση και η ενοχή είναι το περιβάλλον αυτής της μάνας. Όμως, την ίδια στιγμή είναι μια γυναίκα με επιθυμίες, με ανάγκη να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Είναι ερωτευμένη με έναν νεότερο άντρα και ζει χρόνια μέσα στη σιωπή. Εγκλωβισμένη σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον δεν μπορεί παρά να οδηγηθεί η ίδια και οι αγαπημένοι της άνθρωποι στην καταστροφή. Ανεξάρτητα λοιπόν από την εποχή και τις στερεοτυπικές συμπεριφορές είναι μια προσπάθεια να συνδεθώ με τα ερωτήματα που βάζει η ίδια η ηρωίδα: Πώς φτάνεις να γερνάς; Να περισσεύεις; Πώς γίνεται να ζεις χωρίς αγάπη; Συναντιέμαι , λοιπόν, σήμερα με τις δικές μου αγωνίες και τους προσωπικούς μου φόβους.

Το έργο μιλάει για την αγάπη και τον έρωτα. Τελικά τι είναι αυτό που κάνει την αγάπη τόσο δύσκολη;
Είναι μια δύσκολη ερώτηση και η απάντηση φαντάζει ακόμα πιο δύσκολη. Είναι συνάρτηση πολλών, σύνθετων όσο και προσωπικών παραγόντων. Στo πλαίσιo μιας συνέντευξης μπορώ να πω επιγραμματικά ότι δυσκολεύουν την αγάπη: ο εγωϊσμός, ο φόβος, οι προκαταλήψεις, η παραφορά και η δυσκολία των συνθηκών.

Πού αγγίζει το σήμερα το έργο;
Μια παράσταση που αναφέρεται στον ανεκπλήρωτο, τον αδιέξοδο, τον απελπισμένο έρωτα, που αγγίζει και διερευνά τα όριά του μέσα από την οπτική της γυναίκας και του άντρα δεν μπορεί παρά να είναι επίκαιρη. Το έργο παίρνει ήχους, χρώματα, φως και μυρωδιές από παλιά (1919 γράφτηκε η Πρώτη αγάπη του Ι. Κονδυλάκη) αλλά και σήμερα , έναν αιώνα μετά , θα ανατρέχουμε στο μεγάλο ερώτημα: Τι είναι ο έρωτας; Είναι σίγουρο ότι δεν γεννηθήκαμε όλοι για τα ήσυχα και όπως οι ήρωες του έργου ψάχνουμε για να νιώσουμε.

Ποια η γνώμη σας για τη νεοελληνική δραματουργία;
Από τον Ιάκωβο Καμπανέλλη (Η αυλή των θαυμάτων) μέχρι τον Άκη Δήμου (Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα) μπορεί κανείς να θαυμάσει μια μεγάλη σειρά θεατρικών συγγραφέων που έχουν δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής. Τα τελευταία χρόνια έρχεται μια νέα γενιά που ψάχνει να βρει τη δική της γλώσσα. Σε όλη την Ευρώπη σήμερα υπάρχει κρίση στη δραματουργία. Φαντάζει δύσκολο να καταγράψει η θεατρική συγγραφή την αμηχανία απέναντι στις καινούριες συνθήκες.

Παράλληλα είστε αναπληρώτρια καλλιτεχνική διευθύντρια του ΚΘΒΕ. Σε παλαιότερη συνέντευξή σας είχατε πει ότι το «ΚΘΒΕ προσπαθεί να βρει ένα βηματισμό». Αισθάνεστε πως τον έχει βρει σήμερα και σε ποια φάση βρίσκεται;
Η προσπάθεια που γίνεται στο ΚΘΒΕ με κάνει αισιόδοξη. Το βηματισμό και τη γραμμή πλεύσης τη δίνει ο Kαλλιτεχνικός Διευθυντής Γιάννης Αναστασάκης. Με τη βοήθεια της Πολιτείας και με σκληρή δουλειά από όλους τους εργαζόμενους και με την καίρια συμβολή του Διοικητικού Συμβουλίου είμαστε σε ανοδική πορεία. Το χρέος μειώθηκε από 8,5 εκατομμύρια σε 2 εκατομμύρια, έχουμε αύξηση 49% των θεατών (περίπου 200.000 παρακολούθησαν τις παραστάσεις του θεάτρου το 2017), έχουμε αύξηση των εσόδων 35%, συνδεόμαστε δημιουργώντας δράσεις σε συνεργασία με όλους τους φορείς της πόλης, η τιμολογιακή πολιτική των 5 ευρώ Τετάρτη και Πέμπτη βοήθησε τους πολίτες να δουν ποιοτικές παραστάσεις, πάνω από 12.000 άνεργοι παρακολούθησαν δωρεάν θέατρο, δημιουργήθηκαν εργαστήρια για παιδιά, εφήβους, ενήλικες, ΑΜΕΑ, ενεργοποιήθηκαν ξανά οι διεθνείς σχέσεις του θεάτρου, έγινε η πρώτη μόνιμη συλλογή κοστουμιών στο Βασιλικό , η 1η Συνάντηση Νέων Καλλιτεχνών Ν.Α Ευρώπης , το Διεθνές Φεστιβάλ Δάσους με συμμετοχή 5 χωρών κ.ά. Αλλά το ίδιο το καλλιτεχνικό έργο, οι νέοι δημιουργοί και το ρεπερτόριο μας επιτρέπουν να σχεδιάσουμε με ακόμη μεγαλύτερη ενέργεια και πίστη τα επόμενα βήματα.

Κάνοντας μια αποτίμηση της πορείας του ΚΘΒΕ και το διάστημα των δυόμιση χρόνων στο οποίο βρίσκεστε στη θέση της αναπληρώτριας διευθύντριας, τι έχετε να πείτε; Ποιο είναι το όραμά σας γι’ αυτό;
Το ΚΘΒΕ μπορεί να γίνει ακόμα πιο τολμηρό και καινοτόμο. Έχουν να γίνουν πολλά ακόμα. Να δημιουργηθούν ακόμα καλύτερες συνθήκες για να ταξιδεύουν οι παραγωγές χειμώνα -καλοκαίρι σε όλη τη Β. Ελλάδα, να κατασκευαστεί στο Θέατρο Δάσους το Μουσείο Φροντιστηρίου, να ενισχυθούν οι σχέσεις μας με τις Βαλκανικές Χώρες και τα θέατρα της Ευρώπης, να δοθούν ακόμα περισσότερα κίνητρα στους νέους δημιουργούς, να έρθουν περισσότεροι φοιτητές στις σκηνές μας. Αλλά πάντα το όραμα εξακολουθεί να είναι ένα θέατρο που αφουγκράζεται την κοινωνία, με ένα ρεπερτόριο που αγκαλιάζει όλες τις μορφές της θεατρικής τέχνης, με παραστάσεις που να δημιουργούν καλλιτεχνικά γεγονότα.

Σε μια εποχή που πολλοί τομείς μπροστά στην ύφεση βιώνουν την απαξίωση, διαπιστώνετε ότι το θέατρο, και ειδικά το περιφερειακό, έρχεται σε δεύτερη μοίρα;
Δεν μπορώ να ισχυριστώ κάτι τέτοιο. Το ΚΘΒΕ δεν απαξιώθηκε καθόλου αυτά τα 2,5 χρόνια. Ίσα ίσα ενισχύθηκε από την Πολιτεία και παρά τις πολλές και χρόνιες παθογένειες του δείχνει ότι μπορεί να μπει σε μια εντελώς νέα, διαφορετική τροχιά. Το γεγονός ότι βρισκόμαστε μακριά από το κέντρο δε σημαίνει ότι δεν μπορούμε να παράξουμε σημαντικές παραστάσεις. Αλλά περιφερειακό θέατρο δεν είναι μόνο το ΚΘΒΕ. Είναι αλήθεια πως τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ περνούν μια δύσκολη περίοδο, αλλά ελπίζω με τη δραστική επέμβαση του ΥΠΠΟ να περάσουν σε μια καινούργια, δημιουργική φάση.

Εκτός από ηθοποιός είστε και συγγραφέας. Μελλοντικά σχέδια;
Αυτό που θέλω τώρα είναι να πάει καλά η παράστασή μας: «Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα» και να χαρώ τη συνεργασία μου στη σκηνή με τους συναδέλφους μου και το κοινό. Όσο για τα συγγραφικά όνειρα, ελπίζω να κάνει γ’ έκδοση το Λιθόστρατο (που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Στερέωμα) και να βρω λίγο χρόνο για να γράψω μια ιστορία που τη σκέφτομαι πολύ καιρό.

Πηγή : Tospirto