Συνέντευξη του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου

12

«Η αποτυχία είναι πολύ αναγκαία για να χαράξεις ένα σωστό δρόμο».

Πέρασαν τρία χρόνια από την τελευταία συνάντηση με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο – κι ας ήταν τότε, όπως και τώρα, αφορμή το ίδιο πρόσωπο, ο ίδιος ρόλος. Μολονότι πολλά έχουν αλλάξει γύρω έκτοτε, εκείνος μένει πεισματικά συνδεδεμένος με τον «Συρανό» – ίσως ακόμα περισσότερο από πριν – αυτό το καλοκαίρι που τον συναντά για τέταρτη φορά και όπως όλα δείχνουν με την ίδια αποδοχή. «Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να βρω ξανά έναν ήρωα τόσο πολύπλευρο. Μόλις φοράω τη μύτη του Συρανό γίνομαι, με ένα μαγικό τρόπο, κάποιος άλλος• αλλάζει η κίνηση μου και ο τρόπος που κοιτάζω τον κόσμο. Σταματάω να παίζω σαν τον Βασίλη». Ο Βασίλης (Χαραλαμπόπουλος) – είκοσι χρόνια μετά τα πρώτα του βήματα στο θέατρο – «σταματάει» να είναι ακριβώς ο πρωταγωνιστής που ξέραμε. Δηλώνει πως δεν του αρκεί να κάνει τον κόσμο να γελάει και πως βρίσκεται σε εκείνο το σημείο που του επιτρέπει ένα καινούργιο βήμα: Να αφοσιωθεί στα κλασικά κείμενα αφού «μου αρέσει να βουτάω στο παλιό, έστω και μέσα από μια νεωτερική ματιά».
Χωρίς να απαρνείται την «ετικέτα» του κωμικού ηθοποιού, μοιάζει να έχει πάψει μέσα του να αναμετράται με το στερεότυπο ή την υπόλοιπη πιάτσα και λέει: «Θέλω να ζηλεύω δημιουργικά τους συναδέλφους μου, χαίρομαι δηλαδή με την επιτυχία των άλλων αφού αυτό σημαίνει πως το θέατρο πηγαίνει μπροστά κι αυτό τελικά βοηθάει κι εμένα. Όμως, δεν μπορώ να συγκρίνω τον εαυτό μου με άλλους κωμικούς. Σίγουρα πάντως, διακρίνω τα καλά στοιχεία και με ευχαριστεί που ξεπετάγονται νέα ταλέντα, μου δημιουργεί τη διάθεση να συνεργαστώ μαζί τους».

Είναι το πρώτο καλοκαίρι μετά από πολύ καιρό που δεν παίζεις Αριστοφάνη. Φοβήθηκες την τυποποίηση ως αριστοφανικός ηθοποιός;
Το να είσαι κωμικός ή αριστοφανικός ηθοποιός είναι μεγάλο βραβείο. Από την άλλη, ο Αριστοφάνης είναι εκεί, τα έργα του είναι εννιά κι επειδή πράγματι κάναμε ένα σερί με έργα Αριστοφάνη σκεφτήκαμε πως δεν υπήρχε λόγος να το συνεχίσουμε. Άλλωστε, ο «Συρανό» είναι ένα έργο τόσο όμορφα λαϊκό – κι ας μην έχει την κωμωδία του Αριστοφάνη – που περιμένω πως και πως να το ταξιδέψω και να νιώσω τι θα πει ο κόσμος που δεν έχει συνηθίσει να έρχεται σε επαφή με τέτοια έργα στην επαρχία. Βεβαίως, δεν πρόκειται ποτέ να ισχυριστώ ότι είμαι δραματικός ηθοποιός. Με ενδιαφέρει η αλήθεια, η οποία εμπεριέχει και την κωμωδία και το δράμα.

Πιστεύεις στους ρόλους ζωής; Είναι ο Συρανό ένας από αυτούς;
Καταρχάς, είναι ένας ρόλος αναμέτρησης με τον εαυτό μου. Προσπάθησα να δω τα όρια μου στο τι μπορώ να κάνω• αν έχω τη δυνατότητα, αν αξίζω να κάνω κάτι τόσο μεγάλο και πολύπλευρο. Ξέρεις πως, ότι και να πιστεύουμε εμείς οι καλλιτέχνες για τους εαυτούς μας – ότι είμαστε καλοί ή καλύτεροι – στην πραγματικότητα αγωνιούμε μέσα μας αν «μέχρι εδώ» είμαστε.

Απάντησες τελικά στις αγωνίες και τα «αν» μέσω του Συρανό;
Ευτυχώς, δεν βρήκα το όριο μου στο ρόλο. Είπα ότι μάλλον θα φάω κάπου αλλού τα μούτρα μου. Βλέπεις πάντα ξεκινάω με αφετηρία την αποτυχία σε κάτι• με απελευθερώνει. Δεν είναι ζήτημα ηττοπάθειας, είναι η προσωπική μου συνταγή για να βγω από το άγχος. Δεν είπα δηλαδή ποτέ πως «αν δεν τα καταφέρω στο Συρανό, τότε έχω τελειώσει». Ξεκινάω όμως, με το «τι έγινε κι αν δε τα καταφέρω;». Είναι μια πιο ελαφριά και πιο υγιής προσέγγιση προκειμένου να μην χάσω τον εαυτό μου.

Θα έλεγες ότι πλέον τα έχεις καλά με την αποτυχία;
Έχω νιώσει πως έκανα παραστάσεις κατώτερες των προσδοκιών μου. Επίσης έχω κάνει εκπτώσεις και θα κάνω στο μέλλον αλλά πάλι μέχρι ενός ορίου. Επιδιώκω δηλαδή να κάνω πράγματα που δεν τραυματίζουν την αξιοπρέπεια μου. Πάντως, ξέρω ότι η αποτυχία είναι αυτό που σε κάνει καλύτερο. Η αποτυχία είναι πολύ αναγκαία για να χαράξεις ένα σωστό δρόμο.

Ποιοι άλλοι ρόλοι ή συγκυρίες σε έχουν καθορίσει στο θέατρο;
Το «Μαγειρεύοντας με τον Έλβις» ήταν ένας σταθμός για μένα, ο πρώτος μου κεντρικός ρόλος σε μια κωμικοτραγική παράσταση. Επίσης, η πρώτη μου Επίδαυρος με τους «Βατράχους» και ύστερα το ντεμπούτο μου σε αρχαία τραγωδία, στις «Βάκχες». Ακόμα θυμάμαι τη φοβερή άπνοια κατά την διάρκεια του μονολόγου μου, όπου ένιωθα χιλιάδες ανάσες… Και φυσικά, ο Συρανό που, κατά κάποιο τρόπο, με στιγμάτισε. Με έχει στιγματίσει προτού τον συναντήσω πάνω στη σκηνή. Γιατί είναι ο μοναδικός ρόλος που ζήλευα από τότε που ήμουν στη σχολή – κι ας μην τον είχα δει ποτέ στο θέατρο. Είχα αγαπήσει τον Συρανό γιατί μ’ αρέσουν πολύ αυτοί οι ρομαντικοί τύποι, οι άνδρες που δεν τους νοιάζει να τσαλακωθούν, να δακρύσουν• ίσως γιατί νιώθω ότι πολλές φορές έχω έρθει στη θέση τους. Κι ούτε που με νοιάζει αφού το αντριλίκι δεν το πάω και πολύ, έχω δει πολλούς άνδρες που δεν το «πουλάνε» μα είναι περισσότερο άνδρες από αυτούς που το πουλάνε. Μ’ αρέσει ο άνδρας να κάνει μια γυναίκα να αισθάνεται ότι είναι το κέντρο του κόσμου. Και μπορεί όλοι εμείς να τρώμε τα μούτρα μας αλλά πάντως κοιμόμαστε ήσυχοι. Από μικρή ηλικία διάλεξα αυτό το στρατόπεδο, αν και μπορώ να πω πια πως δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Άγγιξε κάποιος άλλος από τους ήρωες που έχεις υποδυθεί πράγματα που έχεις απωθήσει ως άνθρωπος της σύγχρονης εποχής;
Είμαστε αναγκασμένοι να κρατιόμαστε στην πραγματική ζωή – όχι γιατί θα μας κοροϊδέψουν αλλά γιατί θα μας εκμεταλλευτούν. Μη γελιόμαστε, είναι διαφορετικός όποιος λειτουργεί με το συναίσθημα. Κι ένας λόγος που παίζω ξανά τον Συρανό είναι γιατί μου δίνει το δικαίωμα να είμαι τρομερά τρωτός σε ένα ασφαλές περιβάλλον όπως είναι η σκηνή. Βεβαίως, ως συναισθηματικός τύπος παραμένεις και έξω τρωτός.

Τρωτός δηλαδή καλό παιδί;
Αυτό που μπορώ να σου πω για τον εαυτό μου είναι πως δύσκολα μπορώ να με θυμηθώ να τσακώνομαι. Ίσως γιατί δεν θέλω ή μπλοκάρω με την ένταση. Αυτό δεν ξέρω αν μεταφράζεται στην έννοια του καλού παιδιού κι επίσης ποτέ δεν με ενδιάφερε να με θεωρήσουν τέτοιο. Αυτό που με απασχολούσε ήταν να με εκτιμούν ως καλό ηθοποιό. Δεν ισχυρίζομαι φυσικά ότι αδιαφορώ για τις ανθρώπινες σχέσεις, ίσα – ίσα. Δεν είμαι μονοφαγάς, ποτέ δεν ξεστόμισα πως είμαι κάποιος οπότε «κάντε πέρα να περάσω». Ήδη νιώθω τρομερά ευγνώμων για ό,τι έχω ζήσει ως τώρα στο θέατρο. Είναι πολλά περισσότερα απ’ όσα ονειρευόμουν όταν ήμουν μικρός.

Τι ονειρευόσουν;
Να βρεθώ πάνω σε μια σκηνή και παίζοντας να κάνω τον κόσμο να γελάει. Τώρα που το ζω στην επανάληψη του, συνειδητοποιώ πως έχω μετακινηθεί από αυτό το στόχο πια. Η ουσία για μένα πια, είναι να βρω τον εαυτό μου, να μεγαλώσω μαζί με πολλούς ήρωες και να γνωρίζω ολοένα και περισσότερους συγκινημένους θεατές χάρη σε μια παράσταση στην οποία έχω παίξει. Δεν ενδιαφέρομαι δηλαδή μόνο να γελάει ο κόσμος με το θέατρο που κάνω αλλά και να αισθάνεται.

Νιώθεις ότι σε ακολουθεί συγκεκριμένο κοινό πια;
Μα ο κόσμος σου θυμίζει πόσο σημαντικό είναι αυτό που κάνεις ή αν αξίζεις. Τουλάχιστον 20 χρόνια μετά σε αυτή τη δουλειά νιώθω ότι δεν με πέταξε το σανίδι. Βεβαίως, στη δική μας εποχή συμβαίνει και το άλλο παράδοξο: Προσπαθούμε να αποδείξουμε ότι ο κόσμος έχει πραγματικά ανάγκη από αυτό που κάνουμε. Ότι η τέχνη δεν είναι είδος πολυτελείας. Ξέρεις πόσο τονωτικό είναι να έρχονται στα καμαρίνια παιδιά στα 15 τους χρόνια και να σου λένε πως αυτή ήταν η πρώτη φορά που είδαν θέατρο; Δεν μπορείς λοιπόν παρά να αναρωτιέσαι αν πράγματι «κάνεις κάτι». Θέλω να δουλεύω σαν να απευθύνομαι στον κάθε θεατή που βλέπει θέατρο για πρώτη φορά.

Φέτος παίρνεις και το ρίσκο της παραγωγής της παράστασης, μετά την ξαφνική αποχώρηση του αρχικού χρηματοδότη.
Πήραμε (μαζί με τον Γιάννη Κακλέα) ένα μεγάλο ρίσκο – ίσως μεγαλύτερο απ’ όσο μπορούσαν να σηκώσουν οι πλάτες μας. Όμως, δεν ήταν μόνο καλλιτεχνικός ο λόγος, να γίνει δηλαδή, η περιοδεία αλλά ήταν και μια θέση. Ήταν η στιγμή που έπρεπε να πάρουμε την απόφαση αν θα στηρίξουμε τη δουλειά και άλλων ανθρώπων που θα έμεναν άνεργοι το καλοκαίρι.

Ποιά είναι τα αδιέξοδα ενός σοβαρού θεατρικού παραγωγού;
Αν κανείς δεν είναι παραγωγός-κομήτης που θέλει να βγάλει λεφτά και να την κοπανήσει, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να μην μπορεί να «βγει» μια παραγωγή. Και παρότι είναι η πρώτη φορά που βάζω λεφτά σε μια παράσταση, πάντα με απασχολούσε η τιμή του εισιτηρίου. Στα χρόνια της κρίσης αναγκαζόμαστε να κατεβάζουμε συνέχεια την τιμή του εισιτήριου για να προσελκύσουμε τον κόσμο ενώ παρόλα αυτά τα έξοδα για το ανέβασμα μιας παράστασης είναι τα ίδια.

Πώς βλέπεις να εξελίσσεται το θεατρικό τοπίο ελλείψει χρημάτων;
Ανησυχώ πολύ πια, κοντεύω να χάσω τη φυσική αισιοδοξία μου. Γιατί το θέατρο, ότι και να κάνουμε εμείς, έχει ανάγκη από τη βοήθεια του κράτους. Δεν είναι είδος πολυτελείας, το ξαναλέω. Απεναντίας, είναι είδος πρώτης ανάγκης, πρέπει να υπάρχει στα σχολεία.

Είπες πως κοντεύεις να χάσεις την αισιοδοξία σου. Και μετά;
Κοντεύω σημαίνει πως ακόμα κρατάω γερά, γιατί πρέπει να βρίσκω το κουράγιο να ονειρεύομαι. Πιστεύω πως αν έχουμε την υγεία μας, όλα τα υπόλοιπα φτιάχνονται. Από την άλλη, δεν γίνεται να μην σκέφτομαι τι έχει τραβήξει o Έλληνας τα τελευταία χρόνια. Έχουμε συνειδητοποιήσει τόσα πολλά πράγματα μαζί και είναι πολύ βάρβαρο. Γίναμε μάρτυρες της αποκάλυψης της διαφθοράς σε όλο της το μεγαλείο, κατηγορηθήκαμε πως είμαστε όλοι – ανεξαιρέτως – απατεώνες και τεμπέληδες, θρηνήσαμε και θρηνούμε για την απώλεια όλων των κεκτημένων μας. Και ξαφνικά, μέσα σ’ όλη αυτή την καταιγίδα πρέπει να είμαστε και αισιόδοξοι. Προσωπικά, δεν ξέρω κανέναν άλλο τρόπο για να διατηρώ την αισιοδοξία μου από το να κάνω κάτι καλό έστω και για έναν άνθρωπο δίπλα μου.

Πάντως, δεν πέρασε παρά ένας χρόνος και κάτι που οι περισσότεροι πίστευαν ακόμα στη συνθήκη των ηγετών ή των σωτήρων.
Το παραμύθι των ικανών ηγετών έχει τελειώσει. Από την άλλη, πιστεύω σε ήρωες που δεν διατυμπανίζουν τον ηρωισμό τους, στους ανθρώπους που έχουν μια καλοσύνη στην καθημερινότητα τους, στην οικογένεια τους και θα αφήσουν ένα θετικό ίχνος στη ζωή των άλλων.

Πιστεύεις λοιπόν πως διατηρούμε την ανθρωπιά μας;
Ναι, βλέπω πως ακόμα και στα δύσκολα ο κόσμος επιμένει να βοηθάει. Νοιαζόμαστε για τον άλλο και το κυριότερο νοιαζόμαστε έχοντας πολύ μικρότερες αντιστάσεις για το αν είναι πρόσφυγας ή ομοφυλόφιλος. Πιστεύω ότι δεν θα χάσουμε την ανθρωπιά μας ποτέ και πως είναι το μόνο που μας σώζει ως χώρα. Νομίζω ότι οι παλιές γενιές που έχουν δει το αίμα ζωντανό να ρέει κάνουν ότι μπορούν για μην επαναληφθεί τέτοιο κακό. Οι νεότερες γενιές πάλι, που δεν ξέρουν τη μυρωδιά του αίματος οδηγούν τα πράγματα διαρκώς προς τη σύγκρουση. Αν η μνήμη του πολέμου ήταν ζωντανή, δύσκολα θα είχαμε αυτή την ευρωπαϊκή στάση απέναντι στους πρόσφυγες. Αν σήμερα ζούσε και κυβερνούσε ο Ντε Γκολ ποιος θα τολμούσε να κλείσει τα σύνορα;

Και οι Έλληνες πολιτικοί δεν είναι κατώτεροι των περιστάσεων;
Η αλήθεια είναι πως τα έχω χαμένα με αυτή την ιστορία. Αν πράγματι οι πολιτικοί μας ήθελαν να πετύχουν μια διαφορά το καλύτερο που θα μπορούσαν να κάνουν είναι να παραδεχθούν, όλοι από κοινού, ότι κανένας τους δεν μπορεί να μας δώσει λεφτά, να μας σώσει ή να μας απαλλάξει από πολλά βάρη. Μακάρι να μπορούσε να νομοθετηθεί η απαγόρευση των υποσχέσεων. Κουραστήκαμε πια με τα λόγια. Ο μόνος που έχει δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι με τα λόγια μπορεί να αλλάξει τον κόσμο είναι ο ηθοποιός γιατί τα λόγια που λέει δεν είναι δικά του – είναι δανεικά και δοκιμασμένα. Το μόνο που μπορούν να κάνουν πια οι Έλληνες πολιτικοί είναι να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής μας σε επίπεδο λειτουργίας του κράτους. Βεβαίως υπάρχει και κάτι που μπορούμε εμείς οι πολίτες να κάνουμε σε σχέση με τους πολιτικούς: Να ψηφίζουμε πολιτικούς που γνωρίζουμε τι άνθρωποι είναι πριν ασχοληθούν με την πολιτική. Μπορείς φυσικά να με πεις ονειροπόλο.

Πηγη:tospirto