Συνέντευξη του Γιώργου Χρυσοστόμου

«Είμαι πολύ πιο αστείος όταν είμαι θλιβερός».

Φρέσκος, κομψός κι ευδιάθετος. Παρότι είναι 09.00 το πρωί κι ούτε καν η εσπρεσιέρα στο μπαρ του Εθνικού δεν έχει πάρει μπροστά. Παρότι μελετούσε Σαίξπηρ μέχρι τα μεσάνυχτα της προηγούμενης βραδιάς και παρότι τον περιμένει μια ιλιγγιώδης μέρα με διπλές πρόβες για το θέατρο και τηλεοπτικά γυρίσματα για τη σειρά «Μην αρχίζεις την μουρμούρα». Κι όμως, ο Γιώργος Χρυσοστόμου βρίσκεται ήδη εκεί, περιμένοντας την πρόβα της «Δωδέκατης νύχτας» να ξεκινήσει. «Δεν σκέφτομαι τίποτε άλλο όταν είμαι εδώ. Ούτε τα δικά μου προβλήματα, ούτε τα προβλήματα τα κοινωνικά• τίποτα απολύτως. Κι αυτό μου δίνει μια ασφάλεια και μια πύκνωση στη δουλειά».
Απολύτως προσηλωμένος, όπως όλα δείχνουν, στη νέα παράσταση όπου πρωταγωνιστεί, τη μεγάλη πρεμιέρα στο χειμερινό πρόγραμμα του Εθνικού σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, ο Γιώργος Χρυσοστόμου ανταποκρίνεται στους στόχους που ο ίδιος έθεσε στον εαυτό του. «Όταν έμενα στην περιοχή περνούσα έξω από το Εθνικό κι έλεγα – απευθυνόμενος στο κτήριο του Τσίλερ – “σου ‘ρχομαι”. Μάλιστα ήθελα να το κάνω με Σαίξπηρ. Το πλέον σημαντικό είναι πως δουλεύω με το Δημήτρη Καραντζά – γιατί κι αυτό εγώ το ζήτησα». Κι αυτή είναι μόνο η αρχή σε μια νέα φάση στη ζωή του.

Θα έλεγες πως σε ακούει η τύχη σου;
Ναι. Όπως με ακούει και η κακοτυχία μου. Απλώς πιστεύω ότι και η μία και η άλλη ξέρει πότε να έρθει. Και δεν μιλάω φιλοσοφικά, μιλάω ως άνθρωπος φοβισμένος. Είμαι πολύ φοβισμένος και για τα καλά και τα κακά που μου έρχονται.

Αντιμετωπίζεις τη συνεργασία στο Εθνικό σαν καταξίωση;
Ε, δεν είναι; Αισθάνομαι πολύ μεγάλη περηφάνια.

Έχεις δουλέψει πολύ μέχρι να φτάσεις να αναγνωριστείς σε σχέση με άλλους συναδέλφους σου της ηλικίας σου;
Δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι συνάδελφοι μου. Εγώ έχω δουλέψει πολύ, έτσι κι αλλιώς, για την επιβίωση. Από εκεί και πέρα αγαπώ πάρα πολύ τη δουλειά μου. Ακόμα και τις ώρες της ξεκούρασης μελετάω, διαβάζω συνεχώς. Και δεν έχω δουλέψει μόνο σωματικά, έχω δουλέψει και πολύ ψυχικά. Φύσει ανυπόμονος άνθρωπος, έπρεπε να εξασκήσω πολύ την υπομονή μου για να συμβούν αυτά που ήθελα.

Θέλεις να ορίζεις τα επόμενα σου βήματα;
Ναι, μα όχι επιλέγοντας τι θα κάνω, αλλά τι δεν θα κάνω. Το πιο δύσκολο κομμάτι σ’ αυτή τη δουλειά είναι να μην ξοδευτείς αλλού, με βασικό γνώμονα το οικονομικό. Ό,τι έχω παίξει στο θέατρο το έχω θελήσει και μακάρι να μπορέσω αυτό να το κρατήσω.

Λες λοιπόν, πως δεν έχεις κάνει εκπτώσεις.
Όχι, δεν έχω υποχωρήσει. Κάποτε, μάλιστα, είχα το θάρρος να φύγω από μια δουλειά όπου δεν λειτουργούσε. Και παρότι ήμουν απένταρος.

Θεωρείς την τηλεόραση υποχώρηση;
Θα σου πω πως το αντιμετωπίζω: Ό,τι και να κάνω το κάνω με τον καλύτερο εαυτό μου. Ακόμα και η σχέση μου με την τηλεόραση διαμορφώθηκε μέσα από την άρνηση. Έχοντας κάνει μια σειρά το 2010 και μια ακόμα τώρα, έξι χρόνια μετά, δεν έχετε ιδέα πόσες φορές έχω στο μεταξύ αρνηθεί – πάντα με πολύ πόνο στην τσέπη! Μεγάλωσα μέσα σε μια γενιά ηθοποιών όπου αν είχες παίξει στην τηλεόραση δεν ήταν εύκολο να βρεις δουλειά στο θέατρο. Όμως, σ’ αυτές τις εποχές δεν μπορούμε να σκεφτόμαστε έτσι. Θα μπορούσα, ας πούμε, να είμαι και πολύ καλός στρίπερ• δεν έχει να κάνει με το ηθικό ή το καλλιτεχνικό του πράγματος. Δεν συγκρίνω καλλιτεχνικά αποτελέσματα – η τηλεόραση απαιτεί μια άλλη αφήγηση. Και χαίρομαι γιατί με αυτό τον τρόπο κάνω ταχύρυθμα μεταπτυχιακά πάνω στη δουλειά μου. Δεν θεωρώ το ένα υποδεέστερο από το άλλο κι ούτε κάνω το ένα για τα λεφτά και το άλλο για την ψυχή μου. Και στις δύο περιπτώσεις μαθαίνω.

Φέτος επιλέγεις κωμωδίες, μια κλασική όπως είναι η «Δωδέκατη νύχτα», μία σύγχρονη κωμωδία όπως το «Πέτρες στις τσέπες τους» και την τηλεοπτική της «Μουρμούρας». Σύμπτωση;
Κάνω κωμωδία με προϋποθέσεις. Γιατί αφενός η «Δωδέκατη νύχτα» είναι ένα από τα πιο σκοτεινά έργα που έχουν γραφτεί. Κι αφετέρου, το «Πέτρες τις τσέπες του» ξεκινάει σαν καθαρόαιμη κωμωδία και μετά γίνεται υπαρξιακό. Ακόμα και στην τηλεόραση, στη «Μουρμούρα», το ζευγάρι που παίζουμε με τη Νάντια Κοντογεώργη είναι πολύ αστείο ακριβώς γιατί είναι αρκετά μελαγχολικό. Θέλω να πω λοιπόν ότι κάνω κωμωδία σ’ ένα πολύ μαύρο φόντο. Κι αυτό το χαίρομαι πάρα πολύ.

Μήπως είσαι κι εσύ κάπως έτσι;
Ναι, ταυτίστηκα πολύ με αυτά τα έργα. Είμαι πολύ πιο αστείος όταν είμαι θλιβερός. Δεν γίνεται να λειτουργείς με άξονα το διασκεδαστικό της κωμωδίας, μετά κινδυνεύεις να πέσεις στο καραγκιοζιλίκι. Το χιούμορ είναι ευφυές όταν αγγίζει πιο βαθιά πράγματα από την επιφάνεια.

Συνεπώς είσαι ένας κωμικός ηθοποιός με προϋποθέσεις ή είσαι ένας ηθοποιός που δοκιμάζεται και στην κωμωδία;
Είμαι ένας ηθοποιός που δεν κατηγοριοποιεί κάτι σε κωμωδία ή δράμα. Μου έχει τύχει να παίζω δραματική σκηνή και να ακούω από κάτω απίστευτα γέλια που κορυφώνονται σε μια συγκίνηση και σε κάνουν να συνειδητοποιείς ότι αυτά λειτουργούν μαζί, τρισδιάστατα. Είμαι ένας ηθοποιός που μου αρέσει να λέω ιστορίες σ’ ένα κόσμο ο οποίος μεταμφιέζεται συνέχεια.

Ακούγεσαι σαν να έχει ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στην πορεία σου.
Ναι, έτσι είναι. Είμαι σε μια φάση που έχει να κάνει με ένα γενικότερο κύκλο της ζωής μου – κι όχι μόνο τον επαγγελματικό. Τα πράγματα πια για μένα λειτουργούν περισσότερο στο μυαλό, παρά στο συναίσθημα. Τρέχω σ’ έναν άλλο δρόμο που μέχρι τώρα δεν είχα πάρει. Είναι χαρακτηριστικό πως τον πρώτο καιρό που άρχισα να δουλεύω με το Δημήτρη (Καραντζά), θύμωνα γιατί δεν καταλάβαινα πως γινόταν αυτό που ζητούσε. Μετά από νεύρα και πολλά «δεν καταλαβαίνω», άλλαξα τρόπο λειτουργίας.

Ο κύκλος έχει κλείσει και σε σχέση με την ομάδα του Θωμά Μοσχόπουλου;
Δεν έχει κλείσει κανένας κύκλος με τον Θωμά• απλώς έχει πάρει ένα διάλειμμα. Συζήτησα την πρόθεση μου με το Θωμά και αποδέχθηκε το γεγονός ότι ήθελα να πάρω μια ανάσα, ν’ ανοίξω λίγο το πεδίο. Του εξομολογήθηκα ότι είχα κατανοήσει το δικό του τρόπο κι είχα αρχίσει να αφήνομαι, να ψιλοπαραιτούμαι. Αν έμενα θα συνέχιζα να κάνω μεγάλα πράγματα χωρίς να προσπαθώ τόσο γι’ αυτά. Δεν ξέρω αν μπορώ να είμαι διαφορετικός σε κάθε παράσταση αλλά αν μη τι άλλο θα πρέπει να εξελίσσομαι. Ωστόσο, ο Θωμάς είναι η οικογένεια μου αλλά όπως έφυγα και από το σπίτι των γονιών μου στη Ρόδο, έτσι έφυγα και τώρα από την ομάδα.

Ήταν εύκολο;
Όχι. Στην ομάδα από ένα σημείο και μετά μπλέκονται τα πράγματα με το συναίσθημα, γίνεται σχέση. Και είναι πολύ όμορφο και πολύ ρομαντικό αλλά όπως μου έχει πει και ο Χρήστος Λούλης στον «πολύ ρομαντισμό η Τέχνη κλωτσάει, θέλει και λίγο κυνισμό». Τα πράγματα πρέπει να λειτουργούν μαζί και μόνα. Ο εγκλεισμός σε μια ομάδα είναι δύσκολος ψυχικά, όπως και το να φύγεις είναι δύσκολο.

Είσαι ρομαντικός δηλαδή όταν μιλάμε για Τέχνη;
Έχω φανταστεί όμορφα πράγματα αλλά δεν συμβαίνουν.

Ο ήρωας σου στην «Δωδέκατη νύχτα», ο Ορσίνο είναι η επιτομή του Ρομαντισμού. Εξυμνεί τον έρωτα ως ακόρεστο Θεό.
Ο Ορσίνο είναι ρομαντικός όσο ο έρωτας μένει στα λόγια, στη φαντασία. Με το που πραγματώνεται, όλα χάνονται. Είναι ερωτευμένος με τη φαντασίωση του έρωτα του, δεν είναι ερωτευμένος με ένα κορίτσι.

Είναι πιο δυνατός ο έρωτας ή η φαντασίωση του;
Η φαντασίωση, χωρίς αμφιβολία.

Εσύ πως τοποθετείσαι στον έρωτα;
Πλέον έχω γνωρίσει την άγνωστη περιοχή της αγάπης και μαζί με αυτό έχει έρθει η συνειδητοποίηση ότι η αθωότητα του έρωτα δεν έχει καμία σχέση με την αγάπη και καμία σχέση με την καψούρα. Είναι τρία διαφορετικά πράγματα μεταξύ τους.

Ο έρωτας είναι τρέλα του μυαλού;
Ο έρωτας είναι το πετάρισμα στην καρδιά όταν ξέρεις ότι βιώνεται έτσι και στην απέναντι πλευρά. Όταν κανείς ζει μόνος του ένα συναίσθημα μιλάμε για καψούρα. Και κανένα από τα δύο δεν είναι συνταγή για την αγάπη.

Έχεις να μεταφέρεις εμπειρία ενός έρωτα χωρίς ανταπόκριση;
Φυσικά! Είναι πολύ άσχημο, πολύ βίαιο πράγμα και μαζοχιστικό. Σχεδόν το κάνεις για να πονέσεις. Και κρύβει μια μεγάλη εγωπάθεια μέσα του. Στην καψούρα φτιάχνεις ένα συναίσθημα που το ζεις μόνος σου, θυμώνεις με τον άλλο. Ο έρωτας δεν έχει τέτοια δαιμονική υπόσταση αλλά είναι αλήτης και δεν έχει ιδέα για τις αλητείες του.

Είπες πιο πριν ότι μέχρι τώρα δεν ήξερες την αγάπη. Τι άλλαξε;
Δεν ήξερα την αγάπη γιατί δεν ήμουν έτοιμος. Δεν είχα δουλέψει την εσωτερική μου λειτουργία. Περίμενα κάποιον άλλο να με αγαπήσει και να με αφυπνίσει. Όμως μόνον αν νιώσεις έτοιμος γι’ αυτήν θα βρει χώρο η αγάπη μέσα σου.

Μιλώντας για τόσες αλλαγές είσαι όπως θέλεις να είσαι ή όπως θέλουν οι άλλοι να είσαι, σύμφωνα με το δίλημμα που θέτει και Σαίξπηρ;
Μου έχει συμβεί να το διαπραγματεύομαι – και στις διαπροσωπικές μου σχέσεις και στη σχέση μου ως ηθοποιός με τους θεατές του. Αυτή τη στιγμή, είμαι σε μια φάση της ζωής μου που παίρνω αγάπη από έναν άνθρωπο, ο οποίος δεν θα ήθελε να είμαι κάποιος άλλος. Στη σχέση μου με τους θεατές πάλι, συμβαίνει να μη με θέλουν αλλιώς από αυτό που έχουν μάθει από μένα. Μπορεί για παράδειγμα να απορρίψουν την επιλογή μου στο Σαίξπηρ για κάτι πιο λαϊκό. Αυτή είναι μια ανθρώπινη αδυναμία που θέλει τον εγκέφαλο να μην χρησιμοποιείται σαν μαχαίρι που αλείφει το βούτυρο αλλά για να σφάζει κόσμο. Είναι δυσλειτουργία του εγκεφάλου να τακτοποιεί κάπως τους άλλους, αλλά είναι υπαρξιακή ανάγκη. Και στ’ αλήθεια ξέρεις ότι άλλος δεν θα αλλάξει για να γίνει όπως τον θες.

Έχεις αλλάξει για τους άλλους;
Έχω αλλάξει για τον εαυτό μου. Έχω προσπαθήσει να φτιάξω έναν άλλο εαυτό όταν βίωνα μια φάση απόρριψης. Θυμάμαι πως μια κυρία με ήθελε πολύ κουλτουριάρη και προσπάθησα να γίνω τέτοιος αλλά sorry, δεν τα κατάφερα, βαρέθηκα. Ήταν χάσιμο χρόνου.

Κι όταν άλλαξες για σένα;
Τότε άρχισε να γίνεται πιο ωραίο και χρήσιμο για τους άλλους.

 

Πηγή:Tospirto.net