Συνέντευξη του Χρίστου Στυλιανού

«Η συνθήκη “ηθοποιός κρατικού θεάτρου” σου παρέχει ένα εχέγγυο “βιωσιμότητας”».

Γεννήθηκε στη Μόσχα. Οι γονείς του Κύπριοι φοιτητές που σπούδαζαν στη ρωσική πρωτεύουσα. Μεγάλωσε κι ανδρώθηκε στην πατρίδα τους αποφοιτώντας τελικά από το τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Εκεί, στα χρόνια τα φοιτητικά, ο σπόρος του θεάτρου έμελλε να ριζώσει μέσα του. Εισαγωγικές εξετάσεις στις καλύτερες δραματικές σχολές της Ελλάδας κι έκτοτε πολιτογραφημένος Ελλαδίτης. Για την ακρίβεια Θεσσαλονικιός. «Η Ελλάδα είναι ο τόπος που με καθόρισε αφού εδώ έφτιαξα κι εγώ την οικογένειά μου και ζω κι εργάζομαι σχεδόν 15 χρόνια» εξηγεί σήμερα.
Ο Χρίστος Στυλιανού, μέλος του ανσάμπλ ηθοποιών του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος την τελευταία δεκαετία μα με τους πρόσφατους ρόλους που ανέλαβε – ως Αγγελιαφόρος στην περσινή «Ιφιγένεια στην χώρα των Ταύρων» από το Θωμά Μοσχόπουλου και ως Ετεοκλής στους «Επτά επί Θήβας» του Τσέζαρις Γκραουζίνις – να δίνουν ώθηση στη φήμη και στο ταλέντο του ώστε να δει και το φως της Αθήνας, κάνει, περιοδεύων, την πρώτη επίσημη κάθοδο του στα αθηναϊκά θέατρα και μιλάει για τις μικρές πατρίδες του στην καλλιτεχνική και προσωπική του περιπέτεια.

Πότε και με ποια ερεθίσματα μπαίνει το θέατρο στη ζωή σας;
Ουσιαστικά αυτό έγινε στα χρόνια του Πανεπιστημίου. Αν και υπήρξαν στο παρελθόν διάφορα καλλιτεχνικά ερεθίσματα – κάποια χρόνια κιθάρα, παραδοσιακοί χοροί, μικρά θεατρικά στα σχολικά χρόνια – καταλυτικό ρόλο έπαιξε η εμπλοκή μου στο θεατρικό όμιλο του Πανεπιστημίου Κύπρου. Μέσα από την πολύπλευρη συμμετοχή που έχει ένας φοιτητής σε έναν τέτοιο όμιλο – κατασκευή σκηνικών, οργάνωση παραγωγής, οικονομική διαχείριση, υποκριτική – αγάπησα πολύ το σύνολο της θεατρικής διαδικασίας. Εκεί αποφάσισα πως ήθελα να ασχοληθώ με το θέατρο σε συστηματική βάση και έδωσα εξετάσεις στις σχολές του Εθνικού, του ΚΘΒΕ, του Θεάτρου Τέχνης και του Σατιρικού Θεάτρου στην Κύπρο. Πέτυχα στις τρεις τελευταίες και αφού μέτρησα διάφορους παράγοντες επέλεξα να ανέβω Θεσσαλονίκη, κάτι που δεν μετανιώνω καθώς μου άνοιξε κι άλλους δρόμους πιο προσωπικούς…

Τι σας απωθεί στον τρόπο που λειτουργεί η ζωή στην Αθήνα;
Η Αθήνα είναι μια πόλη που μου ασκεί μια περίεργη επιρροή. Από τη μια, μια μυστηριώδη έλξη, κι από την άλλη έναν απροσδιόριστο φόβο. Δεν μπορώ να είμαι κατηγορηματικός, έχω ζήσει πολύ λίγο στην Αθήνα -πέραν των πολλών επισκέψεων για περιοδείες ή για φίλους και παραστάσεις – και δεν μπορώ να πω ότι με απωθεί ως πόλη. Αυτό που μου είναι ξένο είναι οι φρενήρεις ρυθμοί που βλέπω πως έχει και που δεν είμαι σίγουρος πως μπορώ να τους ακολουθήσω.

Θα ήταν ένας ρόλος, οι οικονομικές απολαβές, θα ήταν η πρόκληση της αλλαγής που θα σας έκανε να αναθεωρήσετε;
Ξέρετε, ποτέ δεν είπα στον εαυτό μου ότι η Αθήνα δεν είναι επιλογή. Επομένως δεν υπάρχει κάτι προς αναθεώρηση. Απλώς η ζωή τα έφερε έτσι ώστε να ζω και να δουλεύω στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη που αγάπησα για πολλούς λόγους. Εκεί γνώρισα τη γυναίκα μου, γεννήθηκαν τα παιδιά μου, έκανα πολλές και ωραίες δουλειές και σχέσεις. Παρεμπιπτόντως, τελειώνοντας τη σχολή υπήρξε ένα ενδεχόμενο να κατέβω στην Αθήνα για μια παράσταση με το δάσκαλό μου, τον Ανδρέα Βουτσινά, που δυστυχώς δεν ευοδώθηκε. Μετά από κάποια χρόνια συνέβη το ίδιο με τον Σταμάτη Φασουλή. Σίγουρα, μια τέτοια απόφαση τώρα είναι κάπως πιο πολύπλοκη, ωστόσο ένας συνδυασμός όλων αυτών που αναφέρετε θα μπορούσε να λειτουργήσει. Πάντοτε όμως σε σχέση με την οικογένειά μου, η οποία με κρατά σε ισορροπία και με επανακαθορίζει.

Μπήκατε ποτέ στο περίεργο τριπ να σκεφτείτε «καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη»;
Όχι, για μένα αυτό είναι μια ψευδαίσθηση. Είναι όντως ένα περίεργο σκεπτικό, μια αχρείαστη «πληροφορία» την οποία δεν μπορώ να κάνω κάτι. Κι αν κάποτε ίσχυε για κάποιους αυτό, σήμερα δεν ισχύει. Είναι δυνατόν να υπάρξει πια οπουδήποτε ένας και μόνος πρώτος; Και ποιος μπορεί να το κρίνει αυτό; Ο εαυτός μας είναι ο μόνος – κι ο πιο σκληρός – κριτής. Το μόνο μου τριπ είναι να προσπαθώ να είμαι ευτυχής με τις επιλογές μου, κάτι που μέχρι τώρα καταφέρνω σε μεγάλο βαθμό.

Εκτιμάτε ως εχέγγυο τη συνθήκη «ηθοποιός κρατικού θεάτρου»;
Πιστεύω πως από μόνος του ένας τίτλος δεν λέει και πολλά. Προσπαθώ διαρκώς να εξελίσσομαι μέσα από τη σκληρή δουλειά, να κάνω την αυτοκριτική μου και να αξιοποιώ με πάθος τις ευκαιρίες που μου δίνονται. Αναμφίβολα, η συνθήκη του «ηθοποιός κρατικού θεάτρου» σου παρέχει ένα εχέγγυο «βιωσιμότητας» καθώς είναι από τους ελάχιστους φορείς που μπορούν να σου εξασφαλίσουν αξιοπρεπείς εργασιακές συνθήκες…

Ανήκετε στο δυναμικό του ΚΘΒΕ εδώ και δέκα χρόνια κι όμως το αθηναϊκό κοινό σας γνώρισε πέρυσι με την «Ιφιγένεια» και κυρίως φέτος στους «Επτά επί Θήβας». Αισθάνεστε πως έχετε θυσιάσει πράγματα επιλέγοντας ως τόπο δημιουργίας τη Θεσσαλονίκη;
Όλα έχουν να κάνουν με τους άξονες πάνω στους οποίους θες να κινείται η ζωή σου. Για μένα εξίσου σημαντική με τη δουλειά είναι η οικογένειά μου οπότε η έννοια της θυσίας, μου ακούγεται πολύ βαριά. Τη ζωή μας την καθορίζουν οι επιλογές μας σε συγκεκριμένες στιγμές και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Εγώ αισθάνομαι πολύ τυχερός διότι όντας στο δυναμικό του ΚΘΒΕ έχω παίξει σημαντικούς ρόλους πέραν του Ετεοκλή και του Αγγελιαφόρου – όπως ο Πέερ Γκυντ, ο Βόυτσεκ – και συνεργάστηκα (που για μένα αυτό είναι πιο βασικό) με σημαντικούς σκηνοθέτες με τους οποίους αισθάνομαι ότι έχω προχωρήσει στη δουλειά μου.

Ποιες συνεργασίες σας έχουν ως τώρα διαμορφώσει;
Πιστεύω πως όλες οι συνεργασίες κάτι αφήνουν πίσω – άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο. Καθεμιά μου αποκάλυψε και κάποια πτυχή του εαυτού μου, την οποία κρατώ βαθιά μέσα μου σαν αποσκευή για τη συνέχεια του ταξιδιού. Και είναι και μερικές ωστόσο, που σε πηγαίνουν στην αρχή, σου επαναπροσδιορίζουν την ίδια την έννοια του ταξιδιού. Ο Ανδρέας Βουτσινάς, ο Γιάννης Παρασκευόπουλος, ο Γιάννης Μαργαρίτης, ο Θωμάς Μοσχόπουλος, ο Σταύρος Τσακίρης, ο Τσέζαρις Γκραουζίνις. Όντας διαφορετικοί μεταξύ τους, μου αποκάλυψαν ο καθένας με τον τρόπο του, μια άλλη πορεία προς το στόχο. Και για μένα αυτό λειτουργεί απελευθερωτικά καθώς νιώθω πως δεν υπάρχει ένας και μοναδικός δρόμος αλλά επιλογές που εξυπηρετούν την ομάδα των ανθρώπων και το σύνολο της παράστασης.

Υπό αυτή την έννοια πώς είναι να μοιράζεστε ένα ρόλο;
Σε αυτήν την πρωτόγνωρη – για όλους, ομολογουμένως – διαδικασία είχα την τύχη να έχω δίπλα μου το Γιάννη (Στάνκογλου) και φυσικά τον Τσέζαρις (Γκραουζίνις). Και το λέω αυτό διότι καταφέραμε να διατηρήσουμε τις ισορροπίες μεταξύ μας με αλληλοσεβασμό και γενναιοδωρία και κυρίως με κοινό στόχο, την παράσταση. Είμαστε άνθρωποι με φιλοδοξίες και ανταγωνισμούς, ωστόσο πολύ νωρίς τα ξεπεράσαμε όλα αυτά και δουλέψαμε επί της ουσίας.

Τι έχετε εντοπίσει για τη δική σας προσέγγιση στον Ετεοκλή βλέποντας τον Γιάννη Στάνκογλου να τον υποδύεται;
Για μένα ήταν κάτι πολύτιμο να παρατηρώ το Γιάννη να κάνει αυτό που κάνω, διότι κέρδιζα χρόνο. Έβλεπα πιο καθαρά τα δικά μου λάθη και τις, εν δυνάμει, επιλογές που είχα. Εμπλούτισα τη σκέψη του ήρωα μου, το μυαλό του και τη σκηνική του παρουσία.

Πώς θα περιγράφατε τον ήρωα σας;
Ο Ετεοκλής γνωρίζει πως ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η πόλη. Ωστόσο, ευθύνη του είναι να υπερβεί αυτήν την κατάσταση και να ηγηθεί και να εμπνεύσει, ή αν θέλετε, να πείσει το λαό του για την «αναγκαιότητα» του πολέμου. Είναι δηλαδή ένας ήρωας βαθιά μοναχικός που βασανίζεται διαρκώς από την κατάρα του πατέρα του, την προσωπική του ευθύνη αλλά και την ευθύνη της πόλης. Στο πλαίσιο της ανάγνωσης του Τσέζαρις Γκραουζίνις, ο Ετεοκλής δεν αποτελεί εξαρχής τον ήρωα που θα σώσει την πόλη, αφού ο ίδιος είναι μέρος του προβλήματος. Σιγά-σιγά βρίσκει τη δύναμη να αντιμετωπίσει τη μοίρα του, να αποδεχτεί εντέλει την προσωπική του ήττα… «Ο έντιμος θάνατος είναι το μόνο κέρδος του ηττημένου (…) Δεν σκοπεύω να κρυφτώ απ’ το κακό που θέλουν οι θεοί», λέει.

Τι κάνει κάποιον ήρωα στα μάτια σας; Στην εποχή μας έχουμε στρεβλή σχέση με τον ηρωισμό;
Όποιος καταφέρνει να διατηρεί τον ανθρωπισμό του στις μέρες μας είναι, πιστεύω, ο ήρωας του σήμερα. Η αυταπάρνηση – ως βασικό χαρακτηριστικό του ήρωα – είναι μια πολύ απαιτητική έννοια. Οι συνθήκες πια είναι τόσο άγριες που σαφώς δεν την προάγουν και μας δημιουργούν μια στρεβλή σχέση με τον ηρωισμό. Η εικόνα του ήρωα είναι πολύ διαφορετική από την ουσία του. Γι’ αυτόν το λόγο οι άνθρωποι έχουν γίνει τρομερά καχύποπτοι μεταξύ τους και δεν αποδέχονται εύκολα κάποιες καλές προθέσεις. Πιστεύουν πως πάντα κάτι κρύβεται από πίσω. Είμαι χαρούμενος όμως, που υπάρχουν άνθρωποι που διαφοροποιούνται και τον τελευταίο χρόνο κυρίως το έχουν αποδείξει στην πράξη.

Από την άλλη, πως αντιμετωπίζετε τους ανθρώπους που πέφτουν στις ράγες της εξουσίας και προδίδουν τον προηγούμενο εαυτό τους;
Πιστεύω πως πριν από αυτό υπάρχει ένα αδιαπραγμάτευτο αξίωμα: Η εξουσία διαφθείρει. Θέλοντας και μη, η εξουσία αλλάζει τον άνθρωπο από πολλές απόψεις. Το ζήτημα είναι σε ποιο βαθμό. Η ευθύνη που πηγάζει από την εξουσία είναι κάτι που δεν το προσμετρούμε – ωστόσο υπάρχει. Εν πάση περιπτώσει το πρόβλημα ανακύπτει όταν η ευθύνη για τους πολλούς, για την πόλη, αρχίζει να αντικαθίσταται από το προσωπικό όφελος, τα λεφτά, την υστεροφημία, τη δόξα. Τότε καταλαβαίνεις πως δεν προδόθηκε ο προηγούμενος εαυτός, απλώς αποκαλύφθηκε ο πραγματικός.

Ποιος πρέπει να είναι ο παράγοντας που ισορροπεί την εξουσία όπου αυτή κακοφορμίζει;
Ο έλεγχος των πολιτών, χωρίς όμως παρωπίδες και σκοπιμότητες. Η ενεργή πολιτική συμπεριφορά μπορεί να διασφαλίσει, στο βαθμό του δυνατού, την ύπαρξη μιας εξουσίας με γνώμονα το κοινό καλό. Ακριβώς επειδή αυτός ο έλεγχος έχει τουλάχιστον ατονήσει, ο παράγοντας πλέον που προσπαθεί να «ισορροπεί» την εξουσία είναι ο πατριωτισμός του καθενός, κάτι που κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να αποφέρει αποτέλεσμα. Είναι μια μάχη άνιση και οδηγεί στην απογοήτευση και την παραίτηση…

Οι πολίτες έχουν αποστασιοποιηθεί πλήρως από την διαμόρφωση της τύχης τους. Πιστεύετε ή ελπίζετε ότι αυτό θα αλλάξει;
Το να αφήνεις τις τύχες σου σε άλλους είναι, σε κάποιο βαθμό, κάτι ξεκούραστο! Μεταθέτεις τις ευθύνες σου σε αυτόν που ψήφισες και περιμένεις από αυτόν να δράσει. Και από την άλλη, γνωρίζοντας αυτήν τη στάση, ο αιρετός αρκείται σε παροχές και υποσχέσεις οι οποίες θα σε καθησυχάζουν ακόμα περισσότερο. Κάπως έτσι δεν φτάσαμε στα σημερινά αδιέξοδα; Μια επίπλαστη ευημερία που διάβρωσε την ίδια μας την ύπαρξη και μας στέρησε πάνω από όλα την ανάγκη για δημιουργία και ουσιαστική εξέλιξη. Δεν ξέρω αν αυτό θα αλλάξει. Σίγουρα όχι τώρα∙ όχι άμεσα. Βλέπω πως σιγά-σιγά υπάρχει συνειδητοποίηση αλλά χρειάζεται χρόνος για να βρει ο καθένας το δρόμο του και ακολούθως τον κοινό δρόμο. Πρέπει να βγούμε καθαροί πια από αυτήν την κρίση για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε…

Και που αποδίδετε την ευκολία με την οποία ο άνθρωπος ενδίδει σε μια εμφύλια διαμάχη;
Στην κατάλυση κάθε λογικής σκέψης. Αναρωτιέται ο Άγγελος μέσα από τα λόγια του έκτου Αργείου στρατηγού: «Αχ, Πολυνείκη, ατέλειωτη διχόνοια, όνομα και πράγμα. Είναι πράγματα αυτά ευχάριστα για τους θεούς και χρήσιμα για τους θνητούς που θα μας διαδεχθούν;». Αν ο πόλεμος έχει στη βάση του το μίσος και την οργή, ο εμφύλιος πόλεμος είναι ο απόλυτος παραλογισμός. Πριν την τελική αναμέτρηση λέει η Αντιγόνη στον Ετεοκλή: «Ο φόνος συγγενούς είναι σωστή αυτοκτονία. Αυτό το αίμα δε σβήνει, δεν ξεχνιέται».

Πηγή : tospirto.net