Συνέντευξη της Μαρία Κίτσου

Ναι, αισθάνομαι διαφορετική».

Τους τελευταίους μήνες προγυμνάζει παιδιά που θέλουν να δώσουν εξετάσεις στη δραματική σχολή του Εθνικού. Και το κάνει χωρίς να περιμένει αμοιβή γιατί όπως λέει «το θέατρο είναι και λειτούργημα». Είναι ο τρόπος της Μαρίας Κίτσου να προσφέρει όπως μπορεί, μέσα από την τέχνη της σε μια εποχή όπου όλα στενεύουν. Στο πίσω μέρος του μυαλού της, έχει χαθεί το όνειρο να γίνει γιατρός και να γυρίζει τον κόσμο με αποστολές των Γιατρών Χωρίς Σύνορα• μα τώρα μοιάζει να έχει ανακαλύψει καινούργια μέσα για να συμμετέχει κάπως σ’ αυτό που μας συμβαίνει. «Δεν μας χρειάζονται οι εγωισμοί. Πρέπει να μάθουμε στους νεότερους από εμάς να μην είναι ανταγωνιστικοί, να φροντίζουν εκτός από το δικό τους καλό και το καλό των άλλων, να νοιάζονται» λέει• κι όσο κι αν ακούγεται βαθέως ρομαντικό αυτό που λέει – μπορεί και να είναι – την ίδια ώρα είναι και βαθιά πολιτικό. Η Μαρία Κίτσου βρίσκεται σε μια περίοδο δράσης. Η ενασχόλησή της με τη θαμμένη τραγωδία της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη (τη σκηνοθετεί ο Μάνος Καρατζογιάννης) στα σκοτεινά χρόνια της εμφυλιακής σύγκρουσης έρχεται να το επιβεβαιώσει μ’ έναν ακόμα τρόπο. Φορτωμένη με βιβλία κι ένα μεγάλο θερμός για καφέ, συναντιόμαστε στο θέατρο «Σταθμός» του Μεταξουργείου όπου κάνει πρόβες «Για την Ελένη». Κι έχει «πωρωθεί μ’ αυτή την ιστορία»• το παραδέχεται.

Πώς είναι να παίζεις ένα πρόσωπο πραγματικό και συνάμα τόσο σπιλωμένο;
Μου αρέσει να υποδύομαι πρόσωπα που υπήρξαν στην πραγματικότητα, το βρίσκω τρομερά γοητευτικό. Από την άλλη, με συνοδεύει ένα βάρος γιατί η μνήμη της είναι αμαυρωμένη, γιατί κάποιοι θεατές θα έρθουν με επιφυλακτικότητα, ωστόσο δεν κάνουμε την αγιογραφία της Παπαδάκη.

Η παράσταση αυτή αποκαθιστά με έναν τρόπο τη μνήμη της;
Η καριέρα της Ελένης Παπαδάκη στο θέατρο διήρκησε 19 χρόνια – αν και στο διάστημα αυτό έλαμψε και οι κριτικές ήταν διθυραμβικές. Θεωρείται το μεγαλύτερο αστέρι της γενιάς της, μεγαλύτερο κι από την Παξινού, άξια διάδοχος της Μαρίκας Κοτοπούλη. Η πορεία της, ωστόσο, συνέπεσε με τις πιο μαύρες σελίδες της νεότερης ελληνικής Ιστορίας, την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Δυστυχώς, ο κόσμος δεν την γνωρίζει. Η ιστορία της ξύνει πληγές γι’ αυτό και όλα αυτά τα χρόνια έχει μείνει στο σκοτάδι. Οπότε πρώτο μου μέλημα είναι να αποκαταστήσω την αλήθεια και να την δικαιώσω σαν άνθρωπο.

Αισθάνεσαι πως έχεις κάποια συγγένεια μαζί της;
Μπορεί να ακουστεί υπερβολικό ή πομπώδες όμως έχω πολλά κοινά με την Παπαδάκη. Ο τρόπος που προσέγγιζε τους ρόλους της, η τρομερή μελέτη που έκανε (για κάθε ρόλο διάβαζε τα πάντα, ότι πηγές διέθεται) ήταν τρομερά τελειομανής, κάτι που χαρακτηρίζει κι εμένα. Της έλεγαν πως ερμηνεύει τόσο διαφορετικά κάθε ρόλο, κάτι που προσπαθώ κι εγώ να πετύχω. Ήταν μποέμισσα, καθόλου νοικοκυρά, κουβαλούσε μαζί της βιβλία για να διαβάζει – όπως κι εγώ. Της άρεσε πολύ να προσφέρει, ήταν πολύ δοτικός άνθρωπος, κάτι που με αφορά πάρα πολύ ειδικά σε σχέση με τη δουλειά και τη νεότερη γενιά ηθοποιών. Κάποια τέτοια στοιχεία με φέρνουν λοιπόν, πολύ κοντά της.

Η Ελένη Παπαδάκη αντιστάθηκε σε κάθε είδους στράτευση. Συμφωνείς μ’ αυτή τη στάση ζωής;
Κάποιοι της καταμαρτυρούν πως δεν είχε ασκημένο ένστικτο, δεν είχε καταλάβει πόσο κινδύνευε σε μια πολωτική εποχή όπως εκείνη. Σκέφτομαι πως αν ήταν πράγματι συνεργάτιδα των Γερμανών όπως την κατηγόρησαν, θα είχε προσπαθήσει να ξεφύγει, θα είχε την αγωνία της ενοχής. Εκείνη, παρά τις προειδοποιήσεις, δεν έλαβε ποτέ υπόψη της τον κίνδυνο. Έλεγε «δεν έχω κάτι να φοβηθώ, δεν έχω κάνει κάτι». Ήταν τόσο σίγουρη για την αθωότητα της και το δίκαιο και πίστευε ότι αυτό θα λάμψει, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ακόμα, κι όταν διεγράφη από το Σωματείο των Ηθοποιών η ίδια ζήτησε να της γνωστοποιήσουν βάση ποιων αποδείξεων ελήφθη μια τέτοια απόφαση. Η στάση της λοιπόν, δεν ήταν στρατευμένη, αλλά ήταν ηρωική μέχρι την τελευταία στιγμή. Όταν οι Αριστεροί μπήκαν στο σπίτι του Μυράτ και ρώτησαν που είναι η Παπαδάκη εκείνη αρνήθηκε να φυγαδευτεί και εμφανίστηκε μπροστά τους, λέγοντας «Εγώ είμαι η Ελένη Παπαδάκη, τι θέλετε;». Στη φυλακή, έδειξε πολύ αξιοπρεπή στάση, εμψύχωνε τις συγκρατούμενες της. Μόνο στο τέλος, ικέτευσε τους εκτελεστές της, κι αντί να την δολοφονήσουν με τσεκούρι όπως συνηθιζόταν να την πυροβολήσουν στον αυχένα.

Ποια νομίζεις ότι πρέπει να είναι η στάση του καλλιτέχνη σε μια οριακή στιγμή;
Πολλοί κατηγορούν την Παπαδάκη ως ένα απολιτικό πρόσωπο. Τελικά όμως, ήταν πολύ πιο πολιτικό πρόσωπο από πολλούς άλλους «στρατευμένους». Είχε σώσει αθόρυβα ανθρώπους από το εκτελεστικό απόσπασμα• αυτή δεν ήταν πολιτική συνεισφορά; Και μάλιστα πολύ πιο επιδραστική; Όσο για τις κατηγορίες που τη συνέδεαν με Γερμανούς αξιωματικούς υπάρχουν πολλές μαρτυρίες, ακόμα και από αριστερούς ηθοποιούς, ότι οι ηθοποιοί αναγκάζονταν να παρίστανται σε γιορτές αξιωματικών. Θεωρώ λοιπόν τη στάση της δόκιμη. Φέρθηκε σαν πραγματική καλλιτέχνις. Με κουράγιο και παρρησία. Και με πίστη στο δίκαιο.

Στο μυαλό μας έχουμε τον κόσμο της Τέχνης ως ένα θύλακα σκέψης και πνεύματος. Η ιστορία της Παπαδάκη το διαψεύδει. Σήμερα τι συμβαίνει;
Παραδοσιακά, ακόμα και στο ΣΕΗ, το σωματείο των ηθοποιών τα πράγματα είναι χωρισμένα. Από τη μια το ΚΚΕ κι από την άλλη οι πιο φιλελεύθερες απόψεις. Με εκπλήσσει που ανάμεσα σε καλλιτέχνες μπαίνουν τέτοια διαχωριστικά. Η Τέχνη είναι πολύ πιο πάνω απ’ όλα αυτά, θα έπρεπε να γεφυρώνει κι όχι να χωρίζει τους ανθρώπους. Είναι υποχρέωση της να στηρίζει το διαφορετικό, την ετερότητα• κάθε είδους. Το να υποστηρίζεις την ετερότητα είναι ένας από τους θεμέλιους λίθους της Δημοκρατίας.

Παρόλα αυτά, η διαφορετικότητα πάντα πληρώνει το τίμημα.
Αυτό είναι αλήθεια. Μπορεί να αναγνωριστεί, να θαυμαστεί αλλά ναι, προηγουμένως πληρώνει το τίμημα.

Σημαίνει πια κάτι να δηλώνει κανείς Αριστερός ή Δεξιός;
Δεν είναι πια ακραίοι οι διαχωρισμοί όπως ήταν κάποτε, μετεμφυλιακά ή αργότερα. Ο κόσμος νομίζω έχει απομακρυνθεί από τους φανατισμούς και τα βάρη της οικογενειακής κληρονομιάς. Δεν είναι τυχαίο που εξελέγη κυβέρνηση με αριστερή ταυτότητα παρότι – και είναι αδιανόητο αυτό – έχασε πολύ γρήγορα όποια σύνδεση είχε με την αριστερή ιδεολογία. Πλέον, ο κόσμος έχει απογοητευτεί και εξαντληθεί από τους πάντες και από την Αριστερά και από τη Δεξιά. Τώρα, ο διαχωρισμός είναι ΣΥΡΙΖΑ και αντιΣΥΡΙΖΑ.

Παρόλα αυτά είναι εύκολο να βρεθούμε σε περιβάλλον πόλωσης;
Με έναν τρόπο υπάρχει αυτή η αίσθηση του εμφύλιου μίσους. Φυσικά είναι συγκαλυμμένο. Το δημοψήφισμα του περασμένου καλοκαιριού, η τραμπάλα του «ναι» και του «όχι», η συμπεριφορά των κομμάτων όλα τα χρόνια της μεγάλης κρίσης, το αποδεικνύει. Τη φοβάμαι αυτή την ένταση.

Συνεπώς είμαστε ώριμοι να συναντήσουμε το παρελθόν μας;
Λόγω της κρίσης και της τρέχουσας δυσκολίας νομίζω είμαστε επικεντρωμένοι στο πως θα επιβιώσουμε, παρά να πάμε πίσω. Γυρίζουμε στο παρελθόν μόνο αναπολώντας το, όχι με την πρόθεση να μάθουμε από τα λάθη μας και να επαναδιαπραγματευτούμε τις θέσεις μας. Κάποιοι μέσα στο σύνολο ίσως να καταφέρουν να μετακινηθούν αλλά η πλειοψηφία δε νομίζω να αναλάβει τις ευθύνες της. Θα εξακολουθήσει να αποδίδει τις ευθύνες στους άλλους, όπως κάνει πάντα – κάτι που ειλικρινά δεν έχω ξανασυναντήσει στη συμπεριφορά άλλου λαού.

Η Τέχνη θα μπορούσε να μας βοηθήσει να δούμε έστω και πτυχές της καταγεγραμμένης ιστορίας αναποδογυρισμένες;
Αισθάνομαι ότι η Τέχνη μπορεί να επενεργήσει πάνω στη σχέση μας με την πραγματικότητα, γιατί όχι και στη σχέση μας με την Ιστορία. Μπορεί να γίνει μια αφορμή, ένα ερέθισμα για κάποιον να ψάξει ένα γεγονός από μόνος του.

Θα μπορούσες να συνεργαστείς με ανθρώπους με τους οποίους έχεις σοβαρές ιδεολογικές διαφορές;
Εξαρτάται από την πολιτική ιδέα που πρεσβεύει κανείς και από το αν φέρνει το φανατισμό του στη σκηνή. Αν δεν το κάνει, νομίζω ότι μπορώ να συνυπάρξω. Αν όμως είναι ένα άτομο που κάνει αισθητή την παρουσία όσων υποστηρίζει δεν θα μπορούσα. Κυρίως γιατί δεν θα μπορούσα να προδώσω αυτά που πιστεύω.

Αισθάνεσαι διαφορετική;
Ναι. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν θα κυνηγήσει πράγματα, που δεν θα κάνει δημόσιες σχέσεις, που δεν του αρέσει η προβολή. Δεν νιώθω ότι ανήκω σε ένα μέσο όρο και για την ψυχοσύνθεση μου, τις ευαισθησίες μου. Είμαι αισιόδοξη, έχω θετική εικόνα των πραγμάτων, προτιμώ το φως από το σκοτάδι. Δεν ζηλεύω, δεν φθονώ τους άλλους, χαίρομαι με τις επιτυχίες των συναδέλφων μου, θέλω πολύ να συνεργάζομαι με ταλαντούχους ανθρώπους – σε καμία περίπτωση δεν επιλέγω συνεργασίες που θα με αναδείξουν.

Έχεις φτάσει σ’ ένα σημείο που μπορείς να επιλέγεις;
Νιώθω πολύ τυχερή γιατί μπορώ να προτείνω έργα που θέλω να κάνω και ακόμα πιο τυχερή γιατί μου προτείνουν έργα που θέλω να κάνω. Επίσης θέλω να τολμήσω να κάνω τα πρώτα μου βήματα στη σκηνοθεσία και τώρα ειδικά μέσα από τη διδασκαλία η ανάγκη αυτή μεγάλωσε. Φυσικά, δεν είναι πάντα ρόδινα τα πράγματα. Όπου κι αν έχει φτάσει ένας ηθοποιός, όσο αναγνωρισμένος και να είναι δεν είναι σίγουρο πως θα έχει δουλειά την επόμενη σεζόν. Κι έχω υπάρξει και σε αυτή την κατάσταση.

Η σκηνοθεσία πιστεύεις ότι θα σε κάνει πιο ολοκληρωμένη σαν καλλιτέχνη;
Πάντα πίστευα ότι ένας ηθοποιός πρέπει να περνάει από όλα τα πόστα στο θέατρο. Μόνο τότε πιστεύω ότι μπορείς να γίνεις σωστός σκηνοθέτης, όταν έχεις περάσει από τα κοστούμια, τα σκηνικά, τα φώτα, την παραγωγή. Συνεπώς, η σκηνοθεσία είναι η κορυφή όλων αυτών που ήδη κάνω. Και χαίρομαι πολύ γιατί από του χρόνου θα ξεκινήσει να λειτουργεί σχολή σκηνοθεσίας στο Εθνικό και θέλω, παρά τις υποχρεώσεις, να την παρακολουθήσω.

Εν τω μεταξύ σχεδιάζεις κάτι σκηνοθετικά;
Έχω στο μυαλό μου 2-3 έργα και είμαι σε συζητήσεις με μεταφραστές γιατί θα παιχτούν για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Για την ώρα, το πρόγραμμα μου είναι πολύ πιεστικό και θα πάρω λίγο χρόνο μέχρι να δρομολογήσω κάτι.

Την ηθοποιό που θα την τοποθετήσεις όσο σκηνοθετείς;
Δεν θα ήθελα ποτέ μόνο να σκηνοθετώ ή μόνο να παίζω. Ιδανικά θα ήθελα να τα κάνω και τα δύο. Υπάρχουν κείμενα που θέλω να παίξω κι άλλο τόσο να σκηνοθετήσω. Και πρέπει να αφήσω πίσω τη λαχτάρα του ηθοποιού για να κάνω καλά τη δουλειά της σκηνοθεσίας.

Πώς προσδιορίζεις τη λαχτάρα για το ρόλο;
Έχω τον πόθο να αναμετρηθώ με ένα ρόλο και χωρίς να χάνω τον εαυτό μου να μπω μέσα του, να νιώσω αυτό που νιώθει. Γι’ αυτό μου αρέσει να εμπλέκομαι με σύνθετους ήρωες, που δεν είναι μόνο καλοί ή κακοί, αλλά που ζουν πάθη και μεγάλες μεταπτώσεις. Γιατί σε όλους μας ενυπάρχουν αυτά τα χαρακτηριστικά.

Υπάρχει ένας ρόλος που θέλεις πάση θυσία να κάνεις;
Τη Μήδεια. Την Μπλανς Ντιμπουά. Αλλά και την Άμπι από τους «Πόθους κάτω από τις λεύκες» την οποία θα υποδυθώ σε λίγο καιρό στο Εθνικό. Κι επίσης, μου έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον πολλά λογοτεχνικά πρόσωπα.

Τώρα που καταπιάνεσαι με μια ηθοποιό που χάθηκε στη λήθη παρά το ταλέντο της, έχεις σκεφτεί πως θα ήθελες να σε μνημονεύουν χρόνια μετά;
Η σχέση του θεάτρου με τη μνήμη είναι το μεγάλο μου παράπονο. Θα ήθελα να κάνω κάποια άλλη τέχνη που να μένει στο χρόνο, ζωγραφική, γλυπτική, μουσική. Δυστυχώς, ο ηθοποιός γεννιέται και πεθαίνει κάθε μέρα στη σκηνή. Θα ήθελα λοιπόν, αν γίνεται, να με θυμούνται σαν άνθρωπο με α κεφαλαίο. Πρώτα σαν άνθρωπο και ύστερα σαν εργάτρια του θεάτρου που προσπάθησε με όλη την ψυχή και με προσωπικό κόστος – ακόμα και εις βάρος της υγείας της – να υπηρετήσει αυτό που θεωρούσε ότι πρέπει να είναι το θέατρο. Με απόλυτο δόσιμο, αξιοπρέπεια και μεγάλη προσήλωση στον «χαμαιλεοντισμό».

 

Πηγή : Tospirto.net