Συνέντευξη της Ελένη Κοκκίδου

13

         «Αισθάνθηκα την ανάγκη να προχωρήσω μόνη μου κι όπου με βγάλει».

Στο στενάκι της Φειδίου και παρά το θόρυβο της πόλης που συμπυκνώνεται κατά μήκος του ακούγεται συχνά – πυκνά το γάργαρο γέλιο και η χαρακτηριστική φωνή της. Κι έτσι πολλοί από αυτούς που μας προσπερνούν – μέχρι εκείνη τη στιγμή βιαστικοί ή αμέριμνοι – γυρίζουν να κοιτάξουν προς το μέρος μας. Το περίεργο είναι πως η Ελένη Κοκκίδου, μετά από 30 χρόνια αδιάκοπης θεατρικής παρουσίας, ποτέ δεν επιζήτησε την αναγνωρισιμότητα και τώρα που την βιώνει-χάρις στην τηλεοπτική «Μουρμούρα»- της φαίνεται «πρωτόγνωρο, ωραία πρωτόγνωρο». «Αισθάνομαι πολύ χρήσιμη μ’ αυτή τη δουλειά στην τηλεόραση. Δεν ξέρεις πόσοι άνθρωποι μου λένε συνέχεια ότι τους δίνουμε χαρά σ’ αυτή τη δύσκολη περίοδο. Συμμετέχω δηλαδή σε κάτι το οποίο δίνεται στους άλλους. Είναι σαν να βρίσκεσαι σ’ ένα έρημο νησί και ξαφνικά ν’ ανακαλύπτεις έναν από τους ελάχιστους κατοίκους που σου ανοίγει το σπίτι του και σου λέει “έλα να φάμε”. Έτσι νιώθω κι εγώ κι αυτό είναι πολύ ελληνικό πράγμα».

Η Ελένη Κοκκίδου μπαίνει σε μια καινούργια περίοδο της ζωής της. Λιγότερο συνδεδεμένη με την πρόσφατη επιτυχία και περισσότερο με την ανάγκη να χαράξει ένα προσωπικό δρόμο. Χωρίς μεγαλύτερες φιλοδοξίες, από το να ζήσει μια «καινούργια περιπέτεια» όπως λέει. Το ευχάριστο είναι πως δεν την ζει μοναχικά.

Τα τελευταία χρόνια έχετε αναπτύξει μια εκλεκτική σχέση με το θέατρο. Τι δηλώνει αυτό;
Πάντα δούλευα ασταμάτητα στο θέατρο. Διέκοψα όταν κουράστηκα πολύ και γιατί έκλεισε ένα μεγάλος κύκλος ζωής και – προσωπικής και επαγγελματικής – και είχα την ανάγκη να μείνω έξω από τα πράγματα. Ένιωθα πως έπρεπε να αλλάξω κατεύθυνση, να μείνω με τον εαυτό μου, να ανασυνταχθώ, να πετάξω ψυχαναγκασμούς, οφειλές σε τρίτους. Ήθελα να συνεχίσω πιο ελεύθερη και δημιουργική κι έβλεπα ότι τα πράγματα με οδηγούσαν να ορίσω εγώ ένα δρόμο πια. Βλέπεις, όταν μεγαλώνεις μοιάζει να δημιουργείται ένα πλεόνασμα ψυχής και ενέργειας ώστε αυτά που σου ζητούν να κάνεις δεν σου αρκούν. Πρέπει λοιπόν, να δημιουργήσεις εσύ τις προϋποθέσεις.

Κάπως έτσι φτάσατε στη «Φαύστα»;

Έκανα την κίνηση μου και βρήκα παραγωγό, έργο. Ωστόσο η «Φαύστα» ήταν πάντα στο μυαλό μου σαν ρόλος και έργο που επιθυμούσα. Επίσης ήθελα η κωμωδία στην τηλεόραση να συνδυαστεί με μια κωμωδία στο θέατρο για να δω κι εκεί τις δυνατότητες μου. Κι ύστερα από τις αποφάσεις μου άρχισαν να έρχονται τα δώρα: Η Μάρθα Φριντζήλα που έδειξε από την πρώτη στιγμή μεγάλη προθυμία να δουλέψουμε μαζί – η οποία έχει ένα μποστικό χιούμορ – και η πρόταση του Άγγελου Παπαδημητρίου, μια ακόμα μποστική φιγούρα, να μου φτιάξει τα σκηνικά και τα κοστούμια.

Πάντως ο Μποστ δεν είναι μια τυπική κωμωδία;

Ο κόσμος του Μποστ είναι μια τρέλα. Αποτυπώνει το αλαλούμ που ζούμε εδώ και πολλά χρόνια αλλά κυρίως αυτή την εποχή. Διακωμωδεί τη σοβαροφάνεια του Έλληνα, τη σχέση του με το παρελθόν, το πως κρατιέται ένα ολόκληρο έθνος από το τι είχαν δημιουργήσει οι πρόγονοι του – γι’ αυτό και οι ήρωες του μιλούν σε μια παραποιημένη καθαρεύουσα όπως όλοι μας κακοποιούμε την ελληνική γλώσσα. Ένας λαός που δεν έχει συνείδηση του τι είναι και πελαγοδρομεί ανάμεσα στο αρχαίο παρελθόν, την Ευρώπη, την Ανατολή, ψηφίζει «όχι» και γίνεται «ναι», αφήνει ανθρώπους να πεθαίνουν αβοήθητοι στα νοσοκομεία, και σπίτια να μπαίνουν σε πλειστηριασμό για μια χαμένη δόση. Αυτό περιγράφει ο Μποστ με τρομερή ακρίβεια και τρομερή σοβαρότητα. Η σοβαρότητα του όμως, προκαλεί το γέλιο. Παρουσιάζει ως λογικά όσα είναι παράλογα. Βάζει το θεατή μέσα σε ένα παραμύθι κι αποδέχεται σιγά – σιγά ότι το παράλογο είναι λογικό αναγκάζοντας τον να δει τον εαυτό του στον καθρέφτη και να μειδιά. Και προκαλεί παιδικό, διαυγές γέλιο, μέσα από την καρδιά. Οι ήρωες του είναι αφελείς και αθώοι και ταυτόχρονα μεγάλοι υποκριτές και ένοχοι. Γελάμε μαζί τους κι αυτό μας λυτρώνει.

Η κωμωδία σάς λυτρώνει ή λυτρώνει τους άλλους;

Λυτρώνει κι εμένα και τους άλλους. Αυτό είναι το χάρισμα της κωμωδίας, λυτρώνει και το λειτουργό της. Για να παίξεις κωμωδία πρέπει να αυτοσαρκαστείς. Πρέπει πρώτα απ’ όλα να κοροϊδέψεις τον εαυτό σου. Πρέπει να είσαι ταπεινός όταν κάνεις κωμωδία, να μην είσαι πιο έξυπνος από το ρόλο που υποδύεσαι. Αυτό είναι τρομερά απελευθερωτικό, γιατί σε αναγκάζει να λειτουργήσεις με το ένστικτο.

Φαντάζομαι πως και εξαιτίας της τηλεοπτικής παρουσίας έχετε εγγραφεί ως κωμική ηθοποιός. Έχετε κατατάξει κάπου τον εαυτό σας;
Είμαι σε στάδιο διερεύνησης. Έχω παίξει λίγες φορές σε κωμωδία στο θέατρο. Όμως, αυτό που κάνω στην τηλεόραση, ειδικά όσο περνάει ο καιρός, με οδηγεί να ακουμπάω στις παλιές, ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες. Άρχισα να παρατηρώ με άλλο μάτι την τέχνη των σπουδαίων αυτών ηθοποιών προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω το παίξιμο τους. Και αναγνώρισα αυτή την ταπεινότητα απέναντι σ’ αυτό που κάνουν, ότι δεν αισθάνονται καθόλου σπουδαίοι, έχουν μια αφέλεια και μια απορία, την οποία έχει ο βαθιά λαϊκός άνθρωπος, που λειτουργεί πολύ περισσότερο με την καρδιά και πολύ λιγότερο με το μυαλό του. Είναι ο άνθρωπος της ζωής, ο βιοπαλαιστής. Όλοι αυτοί οι ηθοποιοί ήταν βιοπαλαιστές. Καλλιεργώ την τέχνη μου παρατηρώντας τους λοιπόν.

Ενσωματώνετε αυτά τα χαρακτηριστικά στο δικό σας λεξιλόγιο;
Προσπαθώ. Η τηλεόραση είναι ένα μέσο ταχύτητας οπότε χρειάζομαι περισσότερο χρόνο να μετατοπιστώ. Στο θέατρο μου δίνεται χρόνος αλλά δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά. Η υποκριτική είναι ένας δρόμος ατέλειωτος που συνεχώς μπαίνουν καινούργιες γνώσεις, μαθαίνεις να πετάς, να αμφισβητείς, αυτό που έχεις κάνει την προηγούμενη στιγμή.

Πιστεύετε πως θα μεγαλώσει το κοινό σας μετά την τηλεόραση;
Δεν είχα ποτέ αυτό που λέτε «κοινό μου». Αλλά σίγουρα πια με ξέρει πολύς κόσμος εξαιτίας της «Μουρμούρας». Το αν θα έρθουν στο θέατρο ή όχι δεν το ξέρω. Νομίζω ότι θα έρθουν.

Να περιμένουμε κι άλλα πράγματα από εσάς επομένως;
Ναι, φυσικά.

Αργήσατε να μπείτε σ’ αυτή τη διαδικασία;
Σε σχέση με άλλους συναδέλφους μου πάρα πολύ. Χωρίς να πιστεύω ότι είναι κακό να μην μπεις ποτέ σ’ αυτή τη διαδικασία. Απλώς αισθάνθηκα την ανάγκη να προχωρήσω μόνη μου κι όπου με βγάλει. Ένιωσα την ανάγκη να δώσω χώρο μεγαλύτερο σε μένα.

Θέλετε να κάνετε τις προσωπικές σας επιλογές;
Δεν έχει να κάνει με το ότι δεν με γεμίζουν αυτά που μου προτείνουν οπότε ας κάνω κάτι δικό μου. Όχι• καθόλου δεν είναι αυτό. Έκανα ένα μεγάλο κύκλο ζωής μέσα στο θέατρο κι έκλεισε με τη «Γυναίκα της Πάτρας». Αυτή η παράσταση ήταν το απάνθισμα της ζωής μου μέχρι τότε. Της προσωπικής και της θεατρικής. Σκεφτόμουν λοιπόν πως οτιδήποτε γίνεται αυτοσκοπός καταστρέφεται. Έπρεπε επομένως να αφήσω το μέρος που κάρπισε, που μου πρόσφερε χαρά κι εμπειρία και να αναζητήσω κάτι άλλο. Από τότε μέχρι σήμερα, πέρασα μια προπαρασκευαστική περίοδο για το επόμενο βήμα. Ταυτόχρονα δεν είχα προτάσεις που να συμβαδίζουν μ’ αυτή μου την ανάγκη. Αυτό κάνω τώρα. Δεν έχω φιλοδοξία θιασαρχική ή παραγωγού, καθόλου. Μπήκα σε μια καινούργια περιπέτεια στη ζωή μου. Άφησα πολλά «σκουπίδια» πίσω μου και προχωράω πιο ελαφριά σε μη γνώριμους δρόμους.

Τι είδους σκουπίδια ήταν αυτά;
Φορτία προσωπικά. Είμαι άνθρωπος που κάνω κύκλους και αναγεννιέμαι από τις στάχτες μου. Επιθυμώ συνέχεια να εξελίσσομαι. Αν πάψω να εξελίσσομαι θα πεθάνω. Δεν έχει έπαρση αυτό, είναι εσωτερική ανάγκη. Τώρα, νιώθω ότι πήδηξα ένα χαντάκι από την άλλη μεριά. Κι ήμουν τυχερή γιατί στο σάλτο αυτό βρήκα δεξιά κι αριστερά μου ανθρώπους να βαδίσουμε μαζί.

Ήσασταν τυχερή γενικότερα μέχρι τώρα στη ζωή σας;
Ναι ήμουν• αλλά έχω κοπιάσει και πάρα πολύ για αυτά που έχω κατακτήσει. Κυρίως γιατί ξεκίνησα με εμπόδια από το σπίτι μου και άργησα πολύ να συνειδητοποιήσω ότι είμαι καλλιτεχνική φύση. Χρειάστηκε δουλειά και βάσανο. Γενικώς αυτή η δουλειά είναι βασανιστική. Ειδικά το θέατρο που εμπεριέχει όλες τις Τέχνες και ειδικά σε μια χώρα σαν τη δική μας που δεν αξιολογεί το εξαιρετικό δυναμικό της. Θα έπρεπε να είναι περήφανη που έχει καλλιτέχνες τέτοιου βεληνεκούς. Αντ’ αυτού ο καλλιτέχνης στη χώρα μας δεν έχει την τιμή που του αξίζει. Δεν θεωρείται χρήσιμος ή οργανικό κομμάτι της κοινωνίας. Κι αυτό φυσικά είναι ζήτημα παιδείας.

Η «Φαύστα» είναι η επιτομή της ημιμάθειας. Εκεί χρωστάμε τα δεινά μας;
Ε, βέβαια, αυτό είναι το καταρχήν πρόβλημα. Πάντα η παιδεία μας ήταν στρεβλή. Ποτέ δεν μάθαμε ποιοί είμαστε ακριβώς, ποτέ δεν μάθαμε την πραγματική σχέση μας με τους Τούρκους ή με τους Γερμανούς. Αλλοιώθηκαν ή σβήστηκαν γεγονότα ιστορικά γιατί το θέλησαν κάποιες κυβερνήσεις. Είναι σαν να μην πατάμε σε μια σταθερή βάση, σαν να μην έχουμε πόδια. Δεν ξέρω αν τα παιδιά μαθαίνουν στα σχολεία άλλα ενδιαφέροντα πράγματα που μπορεί να τα τροφοδοτήσουν ως επαγγελματίες αργότερα αλλά σίγουρα δεν μαθαίνουν για την καταγωγή και την αυτογνωσία τους. Η Φαύστα είναι άνθρωπος χωρίς αυτογνωσία ενώ μιλά διαρκώς και νουθετεί τους άλλους.

Τι δεν συγχωρείτε στην τωρινή κυβέρνηση;
Ότι ξεχνούν το λόγο για τον οποίο θέλησαν να ασχοληθούν με την πολιτική ή το λόγο για τον οποίο πρέπει κανείς να ασχολείται με την πολιτική. Μπορεί να ξεκίνησαν με έντιμες προθέσεις – έστω κάποιοι από αυτούς – αλλά μόλις βρέθηκαν στην εξουσία έχασαν την όποια αγνότητα. Διαπιστώνω πως περνώντας τα χρόνια μειώνεται τρομακτικά το ανάστημα των ανθρώπων που ασχολούνται με την πολιτική – οι παλαιότεροι πολιτικοί είχαν άλλη μόρφωση κι άλλο ήθος. Δεν θα διανοείτο κανείς πολιτικός πριν από 30 χρόνια να πει τέτοια απροκάλυπτα ψέματα. Να λέει άλλα, να εννοεί άλλα, να κάνει το αντίθετο από αυτό που υπόσχεται, να είναι το αντίθετο από αυτό που είναι, τόσο απροκάλυπτα. Δεν υπάρχει καν η έννοια του τακτ, του σεβασμού για τον άλλο, της αισθητικής. Η έννοια της αισθητικής και της κομψότητας έχει χαθεί παντελώς από αυτή τη χώρα. Κι αν δεν μπορείς να είσαι στοιχειωδώς συνεπής σε αυτά που προϋποθέτει η πολιτική, μείνε σπίτι σου. Πολιτική δεν είναι η κατοχή της καρέκλας, ούτε αυτό το παιχνίδι παραλογισμού που ακολουθεί μετά.

Πόσο σουρεαλιστική είναι η ζωή στην Ελλάδα; Η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει τον Μποστ;
Νομίζω πως ναι. Γιατί είναι και πολύ δύσκολο να αποτυπωθεί ο παραλογισμός τώρα πια. Παίζει σε πολλά ταμπλό.

Τι αισθήματα σας προκαλεί αυτή η μόνιμη ανασφάλεια στα πράγματα;
Δεν μπορώ να φανταστώ μελλοντικά πως θα είναι αυτή η χώρα όπως δεν μπορώ να φανταστώ τον κόσμο ολόκληρο. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε την πραγματικότητα στο μέγεθος που έχει. Είναι τόσο πολύπλοκη και παγκοσμιοποιημένη που δεν ξέρεις από που θα προκύψει το επόμενο χτύπημα. Οι αλλαγές είναι τόσο ραγδαίες και είναι αδύνατον να βαρεθείς αλλά και αδύνατον να τις παρακολουθήσεις. Ο κόσμος με τον οποίο μεγάλωσα δεν υπάρχει πια. Υπάρχει μόνο μέσα στους ανθρώπους της ηλικίας μου ή σε μεγαλύτερους• μα σε λίγο καιρό δεν θα υπάρχει τίποτα που να τον θυμίζει.

Πενθείτε αυτό τον κόσμο που χάνεται ανεπιστρεπτί;
Τον πένθησα μέσα από την απώλεια του πατέρα μου. Και μέσα από την επικείμενη απώλεια της μητέρας μου και της αδελφής της. Μέχρι εκεί όμως• γιατί η ζωή συνεχίζεται και είναι μπροστά μου. Κι οφείλω να βρω έναν τρόπο να ζω καλά μέσα σε αυτές τις συνθήκες. Εξάλλου με ενδιαφέρει πολύ τι θα κάνουν τα μικρά παιδιά – όχι κρίνοντας τα αλλά ελπίζοντας γι’ αυτά και κοιτώντας τα στα μάτια, γιατί χανόμαστε. Ξέρεις, δεν μ’ αρέσει να νοσταλγώ – η νοσταλγία σε κρατάει καθηλωμένο. Μελαγχολία όμως νιώθω γι’ αυτό τον κόσμο που χάνεται. Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να βρω το νήμα που ενώνει τον παιδικό μου κόσμο και τον κόσμο της νεότητας μου με τον τωρινό μου εαυτό για να τον χρησιμοποιήσω ως έναυσμα που θα με εκτινάξει μπροστά. Ούτως ή άλλως ένας καλλιτέχνης πάντα συνομιλεί με το παιδί μέσα του.

 

Πηγή:Tospirto.net