Ο Θάνος Τοκάκης μιλά για την αγάπη και το θέατρο που πρέπει να… «ανοίγει μύτες»!

«Θα πρέπει η παράσταση να σε αφήνει άφωνο. Να βγαίνεις από το θέατρο και να λες “τι ήταν αυτό που είδα;” Να είναι το σάστισμα που θα σε κάνει να σκεφτείς!»

Λίγο πριν ολοκληρωθούν οι παραστάσεις της «Επανένωσης της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» στο θέατρο Τέχνης (μέχρι 21 Ιανουαρίου) και ενώ κάνει πρόβες για την «Πενθεσίλεια» στη Στέγη (14 – 23 Φεβρουαρίου), ο Θάνος Τοκάκης μιλά στο www.tospirto.net για την Αγάπη, που… «δικάζεται» στο έργο του Πομερά, την προσωπική του «ευτυχία», μερικούς από τους σκηνοθέτες που έχει δουλέψει, όπως τον Λευτέρη Βογιατζή, τον Νίκο Μαστοράκη και τον Γιάννη Χουβαρδά, αλλά και το θέατρο στη δύσκολη εποχή μας, ένα θέατρο που θα πρέπει να… «ανοίγει μύτες», να σαστίζει, να ταρακουνά, να κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται…

Κύριε Τοκάκη γιατί συμμετέχετε σε αυτό το… μανιφέστο εναντίον της αγάπης; Στην παράσταση «η Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» η αγάπη εμφανίζεται απατηλή – ίσως και άχρηστη…
Η τοποθέτηση απέναντι στην αγάπη δεν μπορεί να είναι πολιτική ή δογματική, αλλά καθαρά προσωπική, ψυχική και συναισθηματική. Ο Πομερά καταθέτει τη δική του ματιά – ή εμπειρία, αν προτιμάτε, η οποία έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, χωρίς να υποχρεώνει κάποιον να την αποδεχτεί.

Προσωπικά ενστερνίζεστε την «απατηλότητα» της αγάπης;
Τουλάχιστον σε αυτή τη φάση της ζωής μου πιστεύω ότι υπάρχει αγάπη. Και είναι πολύπλευρη. Δεν είναι μόνο ένα συναίσθημα, είναι και απόφαση. Είναι κάτι που πρέπει να το επιλέξεις και ταυτόχρονα να το θέλεις. Επίσης η αγάπη είναι ένας αγώνα για διάρκεια. Δεν είναι καθόλου εύκολη κατάκτηση.

Παντρευτήκατε πρόσφατα, να ρωτήσω πως… εκδηλώθηκε σε εσάς η αγάπη;
Είναι δύσκολο να διαχωρίσεις τον έρωτα από την αγάπη. Στις περισσότερες γλώσσες άλλωστε, η έννοια δεν διαχωρίζεται με δύο λέξεις. Αγάπη και έρωτας είναι ένα και σε εμένα εκδηλώθηκε συνολικά: σωματικά, ψυχικά και εγκεφαλικά. Με τη γυναίκα μου ένιωσα την έλξη, την πίστη, την ασφάλεια, την επικοινωνία, τη συντροφικότητα, όλα τα συστατικά του έρωτα και της αγάπης που ήρθαν και «έδεσαν», σχηματίζοντας ένα ανώτερο συναίσθημα. Όταν ένιωσα αυτό το «ανώτερο» συναίσθημα, είπα «εδώ είμαι».

Θα το λέγατε «ολοκλήρωση» – αν και είναι κλισέ;
(Χαμογελά) Αλίμονο, για τα κλισέ ζούμε… Ναι, θα το έλεγα «ολοκλήρωση», αν και προτιμώ το «προοπτική», γιατί το «ολοκλήρωση» έχει ένα τέλος. Για εμένα ανοίγεται κάτι τώρα. Υπάρχει η ζωή «πριν» και η ζωή «μετά».

Τόσο πολύ καθοριστική σχέση;
Ναι, δεν λέω ότι όλα πριν ήταν χάλια και όλα τώρα είναι τέλεια. Είναι όμως μία άλλη ζωή. Η ζωή πριν, με τις χαρές και τους πόνους της, με οδήγησε να γνωρίσω αυτή τη γυναίκα και να προχωρήσω μπροστά μαζί της. Ασφαλώς πάντα υπάρχουν φόβοι για το αύριο αλλά υπάρχει όμως και εμπιστοσύνη, στον εαυτό σου και στον άνθρωπό σου, και υπάρχει ένας κοινός στόχος: να είμαστε ευτυχισμένοι. Τώρα τι σημαίνει «ευτυχία»; Ο καθένας μπορεί να δώσει τον δικό του ορισμό, εγώ θα μείνω στον πιο απλό: να είσαι καλά, να πατάς γερά, να νιώθεις όμορφα, να βρίσκεις την ανακούφιση που χρειάζεσαι στον άνθρωπό σου…

Πιστεύετε στη σχέση «για πάντα»;
Ναι, αλίμονο αν δεν την πίστευα… Την πιστεύω και την εύχομαι.

Στην άλλη «αγάπη», το θέατρο, η σχέση σας επισημοποιήθηκε πολύ νωρίς με το «βραβείο Χορν».
Ήρθε τον πέμπτο χρόνο που δούλευα επαγγελματικά. Ήταν από τις πιο ωραίες μέρες της ζωής μου, αλλά –προσέξτε- δεν κάθισα να το αναλύσω ορθολογικά για το τι σημαίνουν γενικά τα βραβεία, τι σημαίνει το συγκεκριμένο βραβείο, ποια επιτροπή το βγάζει κλπ. Απήλαυσα απλά τη στιγμή.

Ένα βραβείο είναι μερικές φορές και περιοριστικό για τη συνέχιση μίας πορείας.
Αν έμπαινα στη διαδικασία να «υπερασπιστώ έναν τίτλο» θα βρισκόμουν πραγματικά να κάνω βήματα σημειωτόν. Όχι, δεν εγκλωβίστηκα σε μία τέτοια ιδέα.

Πώς κάνετε λοιπόν τις επιλογές σας στη σκηνή;
Πάντα ενστικτωδώς. Η πρώτη αντίδραση είναι αυτή που θα παίξει καθοριστικό ρόλο. Και μετά πηγαίνουν: έργο, σκηνοθέτης, ρόλος, συνάδελφοι.

Είστε από τους ηθοποιούς που έχουν δουλέψει με πολύ σημαντικούς σκηνοθέτες.
Είχα αυτή την τύχη.

Θα ήθελα να μου μιλήσετε για κάποιους από αυτούς. Ο Λευτέρης Βογιατζής, για παράδειγμα, ο μέγιστος κατά τη γνώμη μου, ήταν πραγματικά ένας τύραννος για τους ηθοποιούς;
Ο Λευτέρης Βογιατζής ήταν για εμένα ένα σημείο αναφοράς θεατρικά. Κι από τότε που έφυγε, χάθηκε αυτό το σημείο. Σκεφτείτε το λίγο… Δεν υπάρχουν σήμερα παραστάσεις που να λέμε «α, αυτή η παράσταση είναι σαν του Λευτέρη Βογιατζή»… Ο Λευτέρης είχε γνώση, καλλιέργεια, παιδεία, όραμα, αγάπη, είχε όμως και αγαρμποσύνη, και νεύρα… Ήταν μία πάρα πολύ έντονη προσωπικότητα που σου παρουσίαζε όλα τα στοιχεία της μαζί… Αν άντεχες τα αρνητικά, κέρδιζες πολλά περισσότερα από τα θετικά. Έτσι ήταν ο Βογιατζής. Δεν διαπραγματευόταν τον εαυτό του. Εσύ, ως ηθοποιός, έπρεπε να αντέξεις για να βγεις κερδισμένος…

O Νίκος Μαστοράκης με τον οποίο έχετε δουλέψει σε τρεις παραστάσεις;
Νομίζω ότι είναι ένας μεγάλος σκηνοθέτης, ο οποίος με κάποιο τρόπο συνεχώς εξελίσσεται. Κάθε φορά έχει να μου πει κάτι καινούργιο και αυτό με ενθουσιάζει. Με πηγαίνει πάντοτε κάπου παραπέρα. Και πλέον, επειδή έχουμε δουλέψει μαζί, συνεννοούμαστε με «ενέργειες».

Ο Γιάννης Χουβαρδάς;
Θεωρώ πως είναι σημαντικότατο κεφάλαιο του θεάτρου, έκανε τεράστια τομή με το «Αμόρε», δημιουργώντας ένα είδος θεάτρου που δεν υπήρχε πιο πριν. Ο Χουβαρδάς «εκπαίδευσε» ένα κομμάτι του κοινού να δει διαφορετικά το θέατρο κι επίσης, αργότερα, έδωσε ταυτότητα στο Εθνικό θέατρο, κάτι που βρίσκω τρομακτικά δύσκολο. Εκείνος το πέτυχε.

Έχετε δουλέψει και με νεότερους με μεγάλη επιτυχία…
Μα βέβαια κι είναι πάντα χαρά μου να συναντιέμαι με σκηνοθέτες με όραμα σαν τον Χάρη Φραγκούλη, τον Σύλλα Τζουμέρκα, παλαιότερα με τον Θωμά Μοσχόπουλο, τον Ακύλλα Καραζήση – ο ορισμός του θετικού και ακομπλεξάριστου καλλιτέχνη! – και άλλους πολλούς… Καταπληκτικές «δουλειές» όλες!

Αυτήν τη στιγμή παίζονται πάνω από 1.500 παραστάσεις στην Αθήνα για ένα κοινό που δεν μπορεί να στηρίξει οικονομικά (με το εισιτήριό του) ούτε διακόσιες. Πολλοί συνάδελφοί σας δεν πληρώνονται – θα το γνωρίζετε καλύτερα από εμένα…
Η οικονομική κρίση έχει συμπαρασύρει πολλά πράγματα και κυρίως έχει σμπαραλιάσει την ηθική στις συνεννοήσεις και τις συμφωνίες των ανθρώπων… Στο θέατρο ανεβαίνουν και κατεβαίνουν παραστάσεις πριν καν το καταλάβει το κοινό, αλλάζουν πρόσωπα, άλλα εξαφανίζονται, και όλα γίνονται πάρα πολύ εύκολα. Οι ηθοποιοί αναγκαζόμαστε να παίζουμε σε δύο ή και τρεις παραστάσεις γιατί δεν ξέρουμε από ποια τελικά θα πληρωθούμε με αποτέλεσμα να μειώνονται οι χρόνοι της πρόβας και τελικά η ποιότητα.

Θα ήταν λύση να ξεκινήσουν ξανά οι επιχορηγήσεις;
Σε μία χώρα δέκα εκατομμυρίων δεν γίνονται καλές παραστάσεις χωρίς επιχορηγήσεις. Δεν υπάρχει το πλήθος του κοινού για να τις στηρίξει.

Θα μπούμε όμως πάλι στο πρόβλημα «γιατί πήρε αυτός και όχι εγώ»…
Είναι το κλασικό «ελληνικό ζήτημα» που δεν μπορεί όμως να λυθεί γιατί στην τέχνη δεν υπάρχουν «αντικειμενικά κριτήρια». Πάντα θα υπάρχουν γκρίνιες, πάντα θα υπάρχουν και αδικίες, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να επιβιώσει το καλό θέατρο χωρίς κρατική βοήθεια. Σκεφτείτε το: θα μπορούσε ο Λευτέρης Βογιατζής να έκανε παραστάσεις, που απαιτούσαν 9-10 μήνες προβών, χωρίς επιχορήγηση; Σε καμία περίπτωση. Απλώς δε θα άντεχε οικονομικά.

Οι συνθήκες της κρίσης μπορούν να δημιουργήσουν νέα έργα, νέα τέχνη;
Αυτό θα έπρεπε. Το να αναμασάμε τη θλίψη μας, δεν παράγει κάτι. Η τέχνη πρέπει να βγει ένα βήμα μπροστά. Να δει πως θα είναι το «μετά». Ή έστω να ταρακουνήσει τους θεατές, ώστε εκείνοι να αναρωτηθούν πως θα ήθελαν αυτό το «μετά» της κρίσης. Πρέπει να κάνουμε θέατρο που να «ανοίγει μύτες», να συγκλονίζει τους θεατές. Δεν είναι εποχές για παραστάσεις «κοινωνικής ψυχαγωγίας» που θα πάρεις την άλλη μέρα τον φίλο σου και θα πεις «α, είδα χτες μία παράσταση πολύ ωραία…». Όχι! Θα πρέπει η παράσταση να σε αφήνει άφωνο. Να βγαίνεις από το θέατρο και να λες «τι ήταν αυτό που είδα;» Να είναι το σάστισμα εκείνο που θα σε κάνει να σκεφτείς.

Να είναι παραστάσεις προκλητικές;
Προκλητικές στη σκέψη, όχι στη μορφή. Να μιλάνε κατευθείαν στην ψυχή και όχι στην αναλυτική λογική. Με ρωτάνε πολλοί για τις «Κορέες», τι σήμαινε αυτή η σκηνή και τι η άλλη… Μα, δεν χρειάζεται τόση ανάλυση! Άσε την ψυχή σου να προσλάβει την παράσταση, όπως έναν πίνακα ζωγραφικής που ενδεχομένως να μην μπορείς να εξηγήσεις στις λεπτομέρειές του αλλά σου αρέσει, σε συγκινεί. Άσε το «τι σημαίνει;» και νιώσε το! Ακούω άλλους να λένε «θέλω να βλέπω μόνο ευχάριστα και εύκολα θεάματα γιατί δεν θέλω να κουράζομαι με σκέψεις…». Μα αυτό μας οδηγεί στο τέλμα. Αυτό είναι ο θάνατος της σκέψης! Και η τέχνη δεν μπορεί να υπηρετεί αυτόν τον θάνατο…

Ποιο είναι το “μανιφέστο” της ζωής σας;
Η αυτοαναίρεση. Μόλις καταφέρνω κάτι, το υποβάλω σε φοβερή κριτική για να κρατήσω κάποια στοιχεία και να τα χρησιμοποιήσω σε κάτι άλλο. Καμία επανάπαυση. Χαρά ναι, για μία «επιτυχία», αλλά όχι επανάπαυση. Σε καμία περίπτωση επανάπαυση. Είναι αυτοκαταστροφή.

Πηγή: tospirto