Ο Ψαραντώνης μιλάει για την μεγάλη συναυλία στο Καλλιμάρμαρο

Νιώθεις ένα δέος όταν μιλάς για τον Ψαραντώνη. Κάθε φορά που αναφέρεσαι σε κάποια συναυλία του, κάθε φορά που τον καλούν σε κάποιο φεστιβάλ του εξωτερικού, κάθε φορά που «τολμάς» να εισέλθεις στον κόσμο του. Όπως φυσικά νιώθεις δέος όταν ακούς τον ήχο της λύρας του. Πριν ακόμα βγουν από το στόμα του οι πρώτες λέξεις ξέρεις πολύ καλά ότι γίνεσαι μέρος μιας μυσταγωγίας.

Ακριβώς αυτό το δέος, ένιωθα όταν έπρεπε να του μιλήσω πριν λίγες ημέρες. Η μεγάλη συναυλία στο Καλλιμάρμαρο στις 3 Οκτωβρίου έγινε η αφορμή για μια συνομιλία μας. Σύντομος, ευθύς, ευγενικός και απόλυτος, ο Ψαραντώνης δεν ήταν τίποτα λιγότερο από ότι περίμενα.

Δεν του αρέσουν τα μεγάλα λόγια, ούτε να μιλάει πολύ για τον εαυτό του. Μπορεί να μιλάει ώρες όμως για την Κρήτη, τη μουσική, τον Χέντριξ, τον Νικ Κέιβ και φυσικά τη λύρα. Αν τον πετύχεις δε σε κάποιο καφενεδάκι της Κρήτης παρέα με ρακί μπορείς να περάσεις από τις πιο μυθικές ώρες της ζωής σου. Δυστυχώς το τηλέφωνο δεν δίνει αυτήν τη μαγική δυνατότητα, ωστόσο Ψαραντώνης είναι αυτός, ακόμα και μερικές κουβέντες του είναι πολύτιμες.

Στην αρχή της συνομιλίας μας τον ρωτάω αν ήταν δική του ιδέα η συναυλία και η απάντηση ήταν, όπως πάντα, ειλικρινής. «Όχι, το διοργανώσανε κάποιοι υπεύθυνοι, αλλουνού είναι οι ιδέες». Για μια ολόκληρη βραδιά το Καλλιμάρμαρο θα γεμίσει από τη φωνή του, από την μουσική του και μαζί με αγαπημένους καλλιτέχνες που θα βρεθούν για να τον τιμήσουν θα τραγουδήσουμε όλοι μαζί για την Κρήτη, τον έρωτα, τον πόθο και το θάνατο.

Ο ίδιος όμως δεν έχει άγχος. «Έχω συνηθίσει τις συναυλίες και εδώ και στο εξωτερικό» μου λέει με τη γνωστή του ηρεμία και συνεχίζει: «Σε όλα τα φεστιβάλ εμένα με καλούν από μόνοι τους. Οι ίδιοι οι μουσικοί από όλα τα είδη με καλούν σε όλο τον κόσμο, με κυνηγάνε να πάω από στάδια μέχρι μικρούς χώρους. Είναι όλοι πολύ ταλαντούχοι».

Αυτός και η λύρα του έχουν βαλθεί να κάνουν γνωστή την κρητική παράδοση σε όλη την υφήλιο αλλά οι καλλιτέχνες δεν τον καλούν μόνο για αυτό το λόγο. Θέλουν να παίζουν μαζί τους για τον τρόπο που πιάνει το δοξάρι, για τον τρόπο που «ροκάρει», για τον μοναδικό τρόπο που αυτοσχεδιάζει, ανώτερα θαρρείς και από διάσημους τζαζίστες.

«Η λύρα είναι μαγικό όργανο» μου λέει ο Ψαραντώνης «αν δεν την παίζεις καλά δεν ακούγεται, αν την παίζεις καλά βγάζεις ουσία. Άμα δεν το έχει ο άνθρωπος, αυτό δεν μαθαίνεται».

Και έχει δίκιο γιατί η ψυχή του είναι αυτή που βγαίνει από τις χορδές της λύρας του και όχι η τεχνική του. «Ή το έχεις ή δεν το έχεις αυτό. Αυτό που είναι να μάθεις στο ωδείο, το μαθαίνουνε όλοι. Όταν βλέπεις παιδιά που θέλουν να μάθουν μουσική και παίζουν δίπλα σε ένα καλλιτέχνη που αυτοσχεδιάζει φεύγουν και πάνε σε αυτούς που παίζουν, ένα, δύο, τρία, τέσσερα. Πάνε στα εύκολα».

Εκείνος, όμως δεν έμεινε στα εύκολα ποτέ. Παίζει λύρα από μικρό παιδί, από τότε που έβλεπε τον αδερφό του Νίκο Ξυλούρη και μαγευόταν. Και μέσα σε λίγα χρόνια πήρε εκείνος τη σκυτάλη να μαγεύει όποιον τύχαινε στο διάβα του. Είτε ένα άτομο, είτε χιλιάδες εκείνος κλείνει τα μάτια και γίνει ταυτόχρονα τοπικός και παγκόσμιος, αυτοσχεδιαστικός και οργανωμένος, απρόοπτος και ανανεωτής.

Την Τρίτη 3 Οκτωβρίου έχει ο ίδιος καλέσει στη σκηνή ανθρώπους που μπορεί να συνομιλήσει. «Εμείς τα βρίσκουμε εύκολα» μου λέει χαρακτηριστικά όταν τον ρωτάω πως μπορεί να συμβιώνει με μουσικούς τόσο διαφορετικών ειδών. «Εμείς ακούμε και παίζουμε. Δίνεις και παίρνεις, αλλά πρέπει να το χεις. Ακούς και απαντάς με τον τρόπο σου. Και όταν ταιριάξει είναι πολύ ωραίο».

Με τον Δημήτρη Αποστολάκη, τον Μάνο Αχαλινωτόπουλο, τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, τον Μανώλη Κονταρό, τον Μανώλη Λιδάκη, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τον Μίλτο Πασχαλίδη, την Τάνια Τσανακλίδου, τον Μιχάλη Τζουγανάκη και τον Ιταλό τραγουδοποιό Vinicio Capossela είναι αδύνατον να μην ταιριάξει. Τα υπόλοιπα επί σκηνής.

Νατάσα Μαστοράκου