Νεα πρόσωπα: Συντευξη με την αναστασια κουμιδου

«Το διαφορετικό υπήρχε πάντα, αυτό που αλλάζει είναι τα συμφέροντα»

«Θεωρώ τον εαυτό μου ηθοποιό, εκεί είναι η καταγωγή μου. Η σκηνοθεσία είναι τα ταξίδια, οι χρόνοι και οι τόποι που ανοίγω πανιά να περιηγηθώ, είναι η συμβολή μου ως πολίτη, αλλά πάνω όλα είναι ο καλύτερος για μένα τρόπος να εκφράσω την αγάπη μου για τον Ανθρωπο» δηλώνει η Αναστασία Κουμίδου, η οποία υπογράφει τη σκηνοθεσία του “Baby” που παίζεται στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Πρόκειται για μια κωμωδία στα πρότυπα των κωμωδιών του Mel Brooks, που αν και παρουσιάστηκε 36 χρόνια πριν, πραγματεύεται με πολύ επίκαιρο τρόπο το θέμα του αυτοπροσδιορισμού της ταυτότητας του φύλου.

Η διαδρομή της μακριά. «Ήμουν απολύτως αφοσιωμένη, εθισμένη θα έλεγα στην τέχνη της ηθοποιού» εξομολογείται η Αναστασία Κουμίδου. Μετά την αποφοίτησή της από το ΚΘΒΕ δούλεψε με το Κρατικό Θέατρο καθώς και σε ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Στη συνέχεια, αποφάσισε να διευρύνει τις τεχνικές και τους ορίζοντες της και πήγε στο Λονδίνο και από εκεί στο Δουβλίνο. Οι καλλιτεχνικές ανησυχίες της όμως δεν σταμάτησαν εδώ. Επόμενος σταθμός της η Αμερική, όπου εγκαταστάθηκε για μια δεκαετία περίπου, ήταν η αφορμή να ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία. Δύο ημέρες σκέψης χρειάστηκαν, ώστε να πάρει την οριστική απόφαση και να ενταχθεί στο τμήμα σκηνοθεσίας. «Κάποια στιγμή θυμήθηκα ότι είχα πάντα μία περιέργεια για τη σκηνοθετική διαδικασία από τη σχολή, όταν “τρύπωνα” σε πρόβες του Μίνωα Βολανάκη και του Ανδρέα Βουτσινά» αποκαλύπτει.

Η πρώτη της επαφή με το έργο “Baby with the Bathwater” του Christopher Durang ήταν όταν της δόθηκε ως εργασία τριμήνου στο τμήμα σκηνοθεσίας. «Ως ηθοποιός λάτρευα την κωμωδία αλλά ποτέ δεν είχα φανταστεί πόσο δύσκολο είδος είναι σκηνοθετικά» τονίζει και συνεχίζει «Ο Durang και όλοι οι καλοί συγγραφείς ενώ δίνουν άπλετες ελευθερίες και στον ηθοποιό και στον σκηνοθέτη ορίζουν πολύ οριοθετημένες συντεταγμένες. Το είχα αγαπήσει πολύ αυτό το έργο για την ακραία συμπεριφορά των ρόλων, για τους δαίδαλους των καταιγιστών καταστάσεων, για το χειρισμό ευαίσθητων και καίριων θεμάτων με την μπαγκέτα του ιαματικού χιούμορ».

Ποιες νομίζετε ότι είναι οι προδιαγραφές για να δημιουργήσουμε μια κοινωνία σεβασμού και αλληλοεκτίμησης;
«Η απάντηση μου είναι μονολεκτική: ΠΑΙΔΕΙΑ. Και δεν εννοώ την εκπαίδευση, εννοώ την παιδεία που λαμβάνουμε μέσα από την οικογένεια, τις συναναστροφές, τις επιρροές. Εχθές σε μία συζήτηση, μια φίλη που γεννήθηκε στη Νιγηρία και είναι ελληνικής καταγωγής, μας εξιστορούσε πόσο ευτυχισμένα ήταν τα παιδικά της χρόνια, σε μια πολυεθνή κοινότητα με παιδιά από όλον τον κόσμο, που μεταξύ τους ήταν μια σφιχτή αγκαλιά. Η συνύπαρξή μας με το διαφορετικό και ο σεβασμός ήταν η υποδομή μιας κοινωνίας που έχει μέλλον. Οποιαδήποτε μορφή ζωής αναμειγνύεται με το διαφορετικό, αποκτά αντισώματα και διευρύνεται και εξελίσσεται. Σε αντίθετη περίπτωση, η “καθαρότητα” της φυλής έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι είναι επιζήμια για τη βιολογική ανάπτυξη του ανθρώπου πόσο μάλλον για την ψυχική!
Ο σεβασμός είναι μία παρεξηγημένη έννοια και δεν επιβάλλεται αλλά εμπνέεται και κατακτάται. Σεβασμός για μένα είναι να αποδέχεται κανείς τις ελλείψεις του και να ακούει, να αφουγκράζεται, να συνεργάζεται, αλλά κυρίως να είναι πάντοτε έτοιμος να προσαρμοστεί σε όλες τις συνθήκες. Τέλος, ο σεβασμός θα ανθίσει όταν καταλάβουμε οτι κανείς μας δεν είναι απόγονος του Πλάτωνα και του Ηρόδοτου και άρα ανώτερης φυλετικής αξίας, αλλά όλοι μας είμαστε υβρίδια προσμίξεων υπέροχων προγόνων από όπου κι αν κατάγονταν.

Το έργο λειτουργεί ως μέσο για να αντιληφθούμε τις νέες δομές των πραγμάτων;
«Η ρήση “the medium is the message” του Καναδού φιλοσόφου Marsahll Mc Luhan, ήρθε να ταυτίσει την τεχνολογία με κάθε μήνυμα που λαμβάνουμε. Λίγο αργότερα, ο Mc Luhan για να ξεπεράσει το cliche’ της ίδιας του της φράσης, έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο “The Medium is the Massage.”
Έγραψε, λοιπόν, σε ελεύθερη απόδοση ότι όλα τα μέσα είναι τόσο διαβρωτικά στις προσωπικές, πολιτικές, οικονομικές, αισθητικές, ψυχολογικές, ηθικές, ηθικολογικές και κοινωνικές συνέπειες τους που δεν αφήνουν κανένα κομμάτι μας ανέγγιχτο, ανεπηρέαστο, αναλλοίωτο. Με τον ίδιο τρόπο, λοιπόν, πιστεύω πως ένα καλό θεατρικό έργο μας επανακαθορίζει ως προσωπικότητες σε όλους ή σε πολλούς από τους τομείς που αναφέρει ο Mc Luhan. Ένα έργο είναι μια εμπειρία επικοινωνίας και διάδρασης, όπου όταν ο θεατής δεν είναι ένα νησί περιτριγυρισμένο από κυμματοθραύστες, έχει την πιθανότητα να επικοινωνήσει, να δεχθεί την επίδραση και ίσως να επιρρεαστεί από αυτό. Ο ανοιχτός “τέταρτος τοίχος” είναι για μένα, σημειολογικά, τα ανοιχτά όρια επικοινωνίας του έργου τέχνης με τον θεατή και το αντίστροφο, είναι το σημείο, το ελεύθερο πεδίο αλληλοεπίδρασης, αλληλοτροφοδότησης και ίσως επαναπροσδιορισμού νέων δομών.
Όμως στο θέατρο ο αποτελεσματικός επαναπροσδιορισμός νέων δομών συμβαίνει μέσα από τη ζωή, γιατί όπως έλεγε και ο John Cage “Structure without life is dead, but life without structure is unseen.” (μετ. Η δομή χωρίς ζωή είναι νεκρή, αλλά η ζωή χωρίς δομή είναι αόρατη».

Από την πλευρά του θεατή τι είναι αυτό που σας ενδιαφέρει όταν βλέπετε ένα έργο;
«Παρακολουθώ θέατρο με τα μάτια ενός παιδιού αθώου και διαβολικού ταυτόχρονα, όπως όλα τα παιδιά. Όταν παρακολουθώ ως θεατής, σχεδόν αυτοματοποιημένα απεκδύομαι κάθε κριτικής ματιάς και συντεχνιακής μιζέριας. Οι παραστάσεις που μου μένουν χαραγμένες είναι εκείνες που έχουν καταφέρει να με μετατρέψουν, ως θεατή, σε ένα μουσικό όργανο, που μπορεί να συντονιστεί, να ακολουθήσει ή να προηγηθεί με τις αισθήσεις, τις σκέψεις, τις ιδιαίτερες προσλαμβάνουσες μου. Αυτός ο ολοκληρωτικός συντονισμός, δεν είναι παθητικός, το αντίθετο μάλιστα, είναι μία εναργής, δημιουργική και απόλυτα διαδραστική διαδικασία».

Oι Έλληνες πόσο έτοιμοι είναι να αποδεχτούν το διαφορετικό;
«Η πρώτη σκέψη που μου έρχεται στο μυαλό είναι σε ποιες κατηγορίες Ελλήνων πρέπει να αναζητήσουμε την απάντηση και δεύτερον “πώς ορίζεται το διαφορετικό;”
Όπως και σε όλες τις κουλτούρες και τις χώρες, υπάρχουν μυαλά, που είναι πιο συντηρητικά και αρτηριοσκληρωτικά και άνθρωποι που είναι πολλά έτη φωτός μακριά. Ωστόσο, θα ήθελα να επανατοποθετήσω την αρχική ερώτησή ως εξής: “Συμφέρει στην παρούσα χρηματοοικονομική κατάσταση της Ελλάδας, να γίνει αποδεκτό το διαφορετικό;” Ή ακόμα πιο λαϊκά “το διαφορετικό είναι καλό χαρτί για την corporate κατάσταση πραγμάτων που ζούμε στην Ελλάδα;” Διότι, σύμφωνα με τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα, το διαφορετικό υπήρχε πάντα, αυτό που αλλάζει είναι τα συμφέροντα που κάνουν το διαφορετικό προσφιλές ή απωθητικό».

Μετά το “Baby” τι θα ακολουθήσει;
«Παράλληλα με τις παραστάσεις του “Baby”, κάνω πρόβες για το έργο του Νίκου Σκουλά “Συνέντευξη”, που θα παιχτεί μαζί με άλλα δύο βραβευμένα μονόπρακτα στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, στις 23, 24 και 25η Μαρτίου. Έχω την ευτυχία να συνεργάζομαι με δύο πολύ αγαπημένους μου ηθοποιούς, τον Γιώργο Κροντήρη που είχε επωμιστεί το ρόλο του Καποδίστρια στο έργο μου Capo D’ Istria (Επαινος Δραματουργίας Καρολος Κουν 2014) και τον Τριαντάφυλλο Δελή, παλιό μου μαθητή από τη Θεσσαλονίκη.
Στη συνέχεια, ετοιμάζω κάποια σεμινάρια και συζητώ για μια πολύ ενδιαφέρουσα συνεργασία για το φθινόπωρο του 2018 στην Αθήνα καθώς και για μία συνεργασία με το εξωτερικό το 2019»

Πηγή: tospirto