iDOCERS | Οι ψυχαναγκασμοί του έρωτα

«Σε ρώτησα γιατί πιστεύεις ότι θέλω να σε φιλήσω. Μου είπες: “Είσαι στο χώρο μου”. Σε πλησίασα και σε ρώτησα αν είσαι κι εσύ στο δικό μου χώρο. Είπες ότι είμαστε ο ένας στο χώρο του άλλου. Έμεινα κοντά σου, ένιωθα την ανάσα σου, μα μετακινήθηκα προς τα πίσω λιγάκι. “Τώρα είμαστε στα όρια”, είπες. Μετακινήθηκα μπροστά, πίσω, πιο κοντά. Άλλαζα τις αποστάσεις και σε ρωτούσα “τώρα σε ποιανού το χώρο είμαστε;”. Μέχρι που έμαθες να σβήνεις τα όρια και να μη χωρίζεις τους χώρους. Μέχρι που έμαθες να λες, “ο χώρος μας”! Κι αυτή η φράση εκείνο το βράδυ έπαιζε (με) (σ)το μυαλό του: “M’ ένα μποέμ φιλί και μια αργεντίνικη αγκαλιά διψώ για λίγη μέθη”».Εκείνο το βράδυ, η Αυγή έμαθε το πρόβλημά του. Ο ήχος ενός χαλασμένου ρολογιού στο σαλόνι ηχούσε με εκνευριστικά ψυχαναγκαστικούς ρυθμούς. Κάθε δευτερόλεπτο και φιλί, και μετά, ησυχία. Όμως η αγάπη ήταν η λύση στο πρόβλημά του κι όχι τα αντικαταθλιπτικά. Έπρεπε, είπε ο ψυχολόγος, να ταυτίσει την έννοια του έρωτα και της αγάπης. Η αγάπη είναι αέρας και γάλα -όπως η πρώτη ανάσα ενός βρέφους και το αγνό μητρικό γάλα που το κρατά ζωντανό και δυνατό.Μάιος. Χιόνι, χώμα, λάσπες. Το λευκό είχε λερωθεί -κι ο Φάνης δεν άντεχε τους λεκέδες. Έπρεπε να φύγει μακριά της. Έκανε αίτηση για μεταπτυχιακό στο Παρίσι.Η πόλη τους: Γύρισαν από το σινεμά. “Midnight in Paris”. Η Αυγή λάτρευε τον Woody Allen κι ο Φάνης λάτρευε το Παρίσι. Περπάτησαν μαζί, στη μαγεμένη πόλη, κάτω από τη βροχή. Όχι οι ήρωες της ταινίας, όχι στο Παρίσι -οι δικοί μου ήρωες, στην πλατεία Αριστοτέλους. Όταν μπήκαν στο σπίτι, ήταν βρεγμένοι. Η Αυγή έβγαλε τα παπούτσια της, μόνη. Ο Φάνης βγήκε στο μπαλκόνι, να καπνίσει, μόνος. Το ραδιόφωνο να παίζει ένα blues κομμάτι χαμηλόφωνα (όχι, δεν είναι background music, όπως στις ταινίες), η Αυγή το άνοιξε και έκατσε στην αριστοκρατική ξύλινη καρέκλα με τα σκαλισμένα τριαντάφυλλα. Ήθελε να την αγγίξει με τα χέρια του, που αυτή λάτρευε, κι ας ήταν σκισμένα και γδαρμένα από τη δύναμη του νερού -όχι από το νερό- από τις σκέψεις του. Η Αυγή ήθελε να την αγγίξει στη ματωμένη της ψυχή, όπως την άγγιξε η ποίηση -αυτή, βλέπεις, δε φοβάται το αίμα. Όρμησε στο ημερολόγιο της:«Αν ήξερα πόσο πονούσες, θα αγκάλιαζα ευχαρίστως όλες τις σκέψεις σου και θα τις πετούσα με μανία από το παράθυρο. Όμως εσύ κλειδώνεις τα πάντα 21, 23, 27 φόρες».ΤΈΛΟΣ (;): «Μ’ αγαπάς;», ρώτησε η Αυγή καθώς απομακρυνόταν. «Ίσως». Μακάρι να μπορούσα να γράψω μέσα από την ψυχή του ή έστω να έπιανα μια γωνιά στο μυαλό του, να έκανα λίγο χώρο, να άπλωνα τα βιβλία και τις αναλύσεις δίπλα σ’ ένα πινέλο κι έναν πίνακα που ποτέ δε γνωρίστηκαν μεταξύ τους και να έγραφα με τα δικά του μάτια. Ίσως σ’ ένα άλλο ταξίδι. Ίσως!;