Εγώ, Ο Κολοκυθάκης

Η ιστορία ενός ορφανού αγοριού σε ένα ευχάριστο ίδρυμα, και οι σχέσεις του με παιδιά σε ανάλογη κατάσταση και φροντιστικούς ενήλικες, δοσμένη με μια τρυφερή μελαγχολία μέσα από άψογο stop motion.

Η πρώτη σκηνή αυτής της πολύ ξεχωριστής ταινίας, που ήταν φέτος υποψήφια για Όσκαρ κινούμενου σχεδίου, μας δείχνει κάτι ωραίες και παιδικές ζωγραφιές πάνω στον τοίχο. Θα μπορούσε να ήταν σκηνή από κανονική ταινία ζωντανής δράσης. Μετά, όμως, εμφανίζεται ο Κολοκυθάκης… Βαφτισμένος Ίκαρος, αλλά ζώντας με το παρατσούκλι-ζαρζαβατικό που του επιφύλαξε η αλκοολική κι εγκαταλειμμένη από σύζυγο μάνα του, ο 9χρονος ήρωας είναι μια κούκλα 10 εκατοστών φτιαγμένη από ρητίνη, με μπλε μαλλί, υπερμέγεθες κεφάλι σαν πατάτα, κόκκινη μύτη και δυο μεγάλα ολοστρόγγυλα μάτια με… μπλε κύκλους να υπογραμμίζουν την μελαγχολία του μικρού. Μας αφηγείται τη ζωή του. Τότε που –από δικό του λάθος;– η μάνα του έμεινε στον τόπο, κι ήρθε και τον πήρε ο κύριος Ρεϊμόν, ένας γλυκύτατος αστυνομικός όλο ενσυναίσθηση και κατανόηση, και τον πήγε να ζήσει στα Συντριβάνια. Σ’ αυτό το ζεστό κι αρκούντως χύμα ίδρυμα-σπίτι ζουν πέντε παιδικία και τον ευχάριστο δάσκαλο, κύριο Πολ, και την γενικών καθηκόντων, γλυκιά Ροζί. Τα παιδιά που ζουν στα Συντριβάνια –προδήλως ένα ίδρυμα που απέχει παρασάγγας από το λογοτεχνικοκινηματογραφικό στερεότυπο, τύπου Όλιβερ Τουίστ– είναι όλα τους χωρίς γονείς: του ενός οι γεννήτορες είναι πρεζόνια, της άλλης η μαμά απελάθηκε πίσω στην Αφρική, ένα ξανθό κοριτσάκι με φοβισμένο βλέμμα και τικ απομακρύνθηκε από τον πατέρα που της έκανε «κακά πράματα». Κι η νεοφερμένη Καμίγ, που θα ερωτευτεί ο Κολοκυθάκης, ήταν αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας-αυτοκτονίας των γονιών της…

Ε, ναι, δεν πρόκειται για τυπικά γλυκανάλατη ταινία για παιδιά. Είναι, όμως, μια ταινία που –όπως και το μυθιστόρημα του Ζιλ Παρί, «Η αυτοβιογραφία ενός κολοκυθιού», στο οποίο βασίζεται– μιλάει με πολύ μεγάλη τρυφερότητα για τα παραμελημένα παιδιάˑ για εκείνες τις άγουρες, εύπλαστες ψυχές που χαράχτηκαν από συμπεριφορές ανεύθυνων, ή επικίνδυνων, ή άβουλων ενηλίκων. Μόνο που παρακολουθώντας την καθημερινότητά τους στο ίδρυμα, σε εκδρομές, ή στο σπίτι του αστυνομικού Ρεϊμόν (αυτός κι αν ανατρέπει το στερεότυπο περί μπάτσου) δεν σου πιάνεται η ψυχή. Γιατί πάντα κάπου υπάρχει η ελπίδα. Γιατί υπάρχουν μεγάλοι που νοιάζονται πραγματικά. Και γιατί τα παιδιά, είτε είναι κούκλες των 10 εκατοστών είτε αληθινά πλασματάκια με σάρκα και ψυχή, είναι κατά κανόνα πρόθυμα να προχωρήσουν, να επουλώσουν τις πληγές τους –όσο μπορούν… Ή να θέσουν μεγάλα και μικρά ερωτήματα, όπως μόνο εκείνα ξέρουν. Φτιαγμένη εξαιρετικά με την τεχνική του stop motion, με ένα υπέροχο κιθαριστικό μουσικό θέμα, και προσεγγίζοντας με ειλικρίνεια δύσθυμες αλήθειες περί ζωής, αλλά κυρίως τα παιδικά συναισθήματα, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Μπαρά (οι προηγούμενές του ήταν φιλμάκια των βία 10 λεπτών!) οφείλει πολλά στο υπέροχο σενάριο-διασκευή της Σιαμά (σκηνοθέτιδα του θαυμάσιου «Τα κορίτσια»). Να πάτε –αλλά μόνο στην πρωτότυπη γαλλόφωνη εκδοχή. Μαζί με τον «Κολυκυθάκη» προβάλλεται και το μικρού μήκους ελληνο-αλβανικό clay animation «Ethnophobia».