Το Κόκκινο Φεγγάρι

«ΝΑ ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ ΤΙΠΟΤΑ», ΣΟΥ ΕΙΠΑ, «ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ». Με κοίταξες χωρίς να πεις λέξη, ρούφηξες μια γουλιά από το μοχίτο σου και ύστερα ακόμα μία. Μύριζε η νύχτα δυόσμο και πανσέληνο, «είναι το πιο μεγάλο φεγγάρι του χρόνου» σου είπα και εσύ γύρισες το κεφάλι προς τον ουρανό με το καλαμάκι του μοχίτο να κρέμεται ακόμα από τα χείλια σου. «Το απόγευμα, την ώρα που έβγαινε, το είδα και ήταν ολοκόκκινο», σου είπα, «έμοιαζε σαν ένα γκράφιτι, έμοιαζε λες και κάποιος άνοιξε τα φτερά του και έφτασε μέχρι εκεί για να ρίξει κόκκινη μπογιά στη Σελήνη». Τέτοια θέλω πια να συμβαίνουν, σκέφτηκα, να ζω με την πεποίθηση πως κάπου εκεί έξω υπάρχει κάποιος που δεν αρκείται να ζωγραφίζει τους τοίχους γύρω και μέσα του, αλλά βάζει πείσμα να φτάσει στον ουρανό και να κάνει μέχρι και το φεγγάρι να κοκκινίσει.«ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ» ΣΟΥ ΕΠΑΝΕΛΑΒΑ και εσύ έπαιζες με τα παγάκια του μοχίτο και ύστερα με μια τούφα από τα μαλλιά σου που έπεφτε στο μέτωπό σου και χάιδευε τις δύο ρυτίδες ανάμεσα στα φρύδια σου. «Μόνο τους γερμένους ώμους να φοβάσαι» μουρμούρισα και δεν είμαι σίγουρη αν με άκουσες. Θέλω να πω πως δεν ήμουν σίγουρη αν ήθελα να με ακούσεις, γιατί αυτή ήταν μια κουβέντα αλλιώτικη που μέσα της δεν είχε κόκκινα φεγγάρια, ούτε και μυρωδιές από δυόσμους. Μέσα της είχε θλίψη, κανένα άρωμα, καμία μυρωδιά. «Και όλα αυτά που λένε για το άρωμα της θλίψης να μην τα πιστεύεις» σου είπα.ΑΟΣΜΗ ΕΙΝΑΙ Η ΘΛΙΨΗ, ΤΙΠΟΤΑ ΔΕ ΜΥΡΙΖΕΙ, ΟΥΤΕ ΑΡΩΜΑ, ΟΥΤΕ ΒΡΟΜΑ, εμείς είναι που τη ραντίζουμε με μυρωδιές γιατί φοβόμαστε να απαλλαγούμε από αυτήν. Αλλά έτσι είναι που γέρνουν οι ώμοι από τη θλίψη, σ’ το λέω, γιατί το είδα μπροστά μου να συμβαίνει, το είδα την ώρα που τον είδα να κάθεται στην άκρη της καρέκλας με τις πυτζάμες και να βάζει μια κουταλιά γιαουρτιού στο στόμα του. Απέναντί του έπαιζε η τηλεόραση, πλάι του σιγόκαιε στο γκάζι το φαγητό σε μια κατσαρόλα, μπιζέλι κοκκινιστό με μπόλικα καρότα, και πίσω του ήταν η πόρτα της βεράντας ανοιχτή και του χτυπούσε ένας υπόγειος αέρας στο σβέρκο. «Κρυώνεις;» τον ρώτησα, δεν απάντησε, έγνεψε με το κεφάλι του ένα νεύμα που δεν ανταποκρινόταν σε καμία απάντηση. Και ύστερα έβαλε το κουτάλι πίσω στο γιαούρτι χωρίς να μιλήσει, χωρίς να βλέπει, πουθενά δεν έβλεπε, καμία περιέργεια στο βλέμμα του, κανένα παιγνίδι στις κόρες των ματιών του.ΤΟΝ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΣΑ ΚΑΙ ΕΝΙΩΘΑ ΠΩΣ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΚΙΒΩΤΟΣ ΓΕΜΑΤΗ ΑΠΟ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΟΥ ΝΑΥΑΓΗΣΑΝ και ευχές που δεν κατάφεραν ποτέ να κολυμπήσουν μέχρι την επιφάνεια για να πάρουν μια ανάσα καθαρού αέρα. Τον παρατηρούσα και μου φαινόταν τόσο μακρινή η φωνή του, τότε που τον άκουγα σχεδόν κάθε μέρα να μου φωνάζει να μην ξεχάσω την ομπρέλα. Μια ζωή μού φώναζε πως δεν πρέπει να ξεχνάω την ομπρέλα, να με προστατεύσει ήθελε από τις μπόρες, αυτό ήθελε, φοβόταν τις μπόρες, φοβόταν μήπως και με βρουν απροετοίμαστη. Και τώρα μου φαινόταν τόσο περίεργο, που ενώ ήξερε τόσα πολλά πράγματα για τη ζωή, δεν είχε μάθει το πιο σημαντικό. Πως οι ομπρέλες δε σε προστατεύουν, αλλά σε κρύβουν από τον ουρανό. Και ο ουρανός δεν έχει μόνο σύννεφα, έχει και ήλιο, έχει και ένα φεγγάρι, που το δειλινό γίνεται κόκκινο και μοιάζει σαν γκραφίτι. Έχει και αστέρια που τρεμοπαίζουν και ύστερα πέφτουν με ταχύτητα στη θάλασσα για να πιστέψεις εσύ σε ένα όνειρο. Έχει και άλλα ο ουρανός που σ’ τα κρύβουν οι ομπρέλες και δεν τα αφήνουν να σου ραντίσουν το δέρμα με ζωή.ΑΥΤΟ ΕΝΙΩΣΑ ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΗΤΑΝ ΠΟΥ ΤΡΟΜΑΞΑ. Αυτό ήθελα να σου πω. Πως τρόμαξα. Και μέσα από τον τρόμο συνειδητοποίησα πως μόνο αυτό έχεις για να φοβάσαι. Μόνο αυτό. Γιατί τίποτα από όλα εκείνα που έχεις τώρα σαν φόβους δεν είναι ικανό να σου κρύψει το φεγγάρι. Λίγο να σκύψεις το κεφάλι δεξιά και λίγο αριστερά, λίγο να περπατήσεις πιο πέρα ή να αλλάξεις στενό, λίγο να στρίψεις στην επόμενη γωνιά, κάπου θα το πετύχεις να ρίχνει το φως του στο επόμενό σου βήμα. Μα όταν όμως οι ώμοι σου γέρνουν, δε θα το δεις, δε μπορείς πια να το δεις, και όχι γιατί πέρασαν τα χρόνια ούτε γιατί το σώμα σου άρχισε να μικραίνει και να μοιάζει ξανά ανυπεράσπιστο. Όχι, δεν είναι αυτοί οι λόγοι που γέρνουν οι ώμοι, ξεκαθάρισέ το από τώρα στο μυαλό σου πως δεν είναι γι’ αυτό που γέρνουν οι ώμοι.ΓΕΡΝΟΥΝ, ΓΙΑΤΙ ΠΑΕΙ ΚΑΙ ΚΑΘΕΤΑΙ ΠΑΝΩ ΤΟΥΣ Η ΘΛΙΨΗ ΓΙΑ ΝΑ ΔΗΛΩΣΕΙ ΤΗ ΝΙΚΗ ΤΗΣ. Τη νίκη της απέναντι στη ζωή που δεν έζησες, εκείνη δηλαδή που ευχήθηκες να ζούσες, αλλά δεν τόλμησες. Για εκείνη τη ζωή σου μιλάω, που την πίστεψες λιγότερη από το φεγγάρι και την έκρυψες κάτω από μια ομπρέλα προστασίας, περιορίζοντάς την έτσι σε ανείπωτες ευχές και σε σκέψεις που δε βγήκαν ποτέ στην επιφάνεια για να πάρουν μια ανάσα καθαρού αέρα. Για εκείνη τη ζωή σου μιλάω, για εκείνη θέλω να σου μιλήσω, αλλά δεν ξέρω πώς.ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΝΑ Σ’ΤΟ ΕΞΗΓΗΣΩ ΠΩΣ Ο ΜΟΝΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΣΟΥ ΝΑ ΓΕΙΡΟΥΝ είναι να πιστέψεις πως λίγο να βγάλεις το κεφάλι δεξιά ή αριστερά από την ομπρέλα, λίγο να αφήσεις το βλέμμα σου να πάει πιο πέρα από εκεί που μέχρι χθες φοβόσουν, τότε θα το δεις. Θα δεις το φεγγάρι και θα καταλάβεις πως εκείνο ήταν πάντα εκεί, στην ίδια θέση, πανέτοιμο να ρίξει το φως του στο επόμενό σου όνειρο για να σ’ το κάνει ορατό.
Η Ελένη Ξένου είναι δημοσιογράφος. Ζει στη Λευκωσία. Όταν τη χάνουμε, ταξιδεύει. Τη γνωρίσαμε ως διευθύντρια στο καλό κυπριακό περιοδικό Υστερόγραφο. Ανάμεσα στα κείμενά της που μπορείτε να διαβάσετε στο DOC TV είναι και η στήλη Το Νησί που έγραψε κατοικώντας επί 6 μήνες σε μια καλύβα στην Ταϊλάνδη. Κυκλοφορεί το βιβλίο της «ΥΓ. Γεννήθηκα έναν Απρίλη» το οποίο μπορείτε να βρείτε εδώ.