Κριτική του Βασίλη Ραφηλίδη για την ταινία «Κοτόπουλο Δυναμίτης»

chicken_poster_2

«Όταν βλέπει κάποιος τον αντεργκράουντ αμερικανικά κινηματογράφο να περνάει από το «κύκλωμα διανομής Β» στις αθηναϊκές αίθουσες, διαπιστώνει ότι κάποια πολύ σοβαρή αλλαγή έχει γίνει και στον τόπο μας όσον αφορά την παραδοσιακή αντίληψη για τα κινηματογραφικό εμπόριο. Το γεγονός πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιαίτερα σημαντικό, κυρίως ένεκα των προοπτικών που ξανοίγονται για μια συστηματικότερη επαφή μας με ταινίες που δεν περνούν ποτέ στο εμπορικό κύκλωμα (ή κύκλωμα Α).

Το Κοτόπουλο-δυναμίτης προκαλεί μια έκρηξη και μια ρωγμή στον κλοιό του κινηματογραφικού μονοπωλίου των αμερικανικών εταιρειών — κλοιό που περισφίγγει ασφυκτικά τις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες.

Ο Αμερικανός Έρνεστ Πίντοφ, μ’ έναν καταιγισμό ασύνδετων και ασυνάρτητων εικόνων, προσπαθεί να κάνει το θεατή να καταλάβει μέσα από ένα είδος οπτικού παιχνιδιού που παίζεται χωρίς κανόνες, τι σημαίνει «αμερικανικός τρόπος ζωής» στην πιο γελοία, παρανοϊκή και καταστροφική του πλευρά.

Οι εικόνες-βολές του Πίντοφ θα μπορούσαν να καταταχθούν σε δύο γενικές ομάδες: αυτές που αναφέρονται σε πράγματα ή στη σχηματοποίηση τους και σ’ εκείνες που αναφέρονται σε ανθρώπους-αντικείμενα.

Τα όρια ανάμεσα στις δύο κατηγορίες είναι δυσδιάκριτα και το οπτικό λάιτ-μοτίφ του υπερτροφικού έφηβου (πρέπει να ζυγίζει περί τα 150 κιλά) που γρυλίζει κτηνωδώς κάθε φορά που πάει να μιλήσει, είναι ένα τέτοιο αντικείμενο-άνθρωπος, δημιούργημα όχι της βιολογικής εξέλιξης αλλά του βιομηχανικού συστήματος «παραγωγής ανθρώπων»: το σύστημα τον έθρεψε σαν να ήταν χήνα προοριζόμενη για την παραγωγή φουά-γκρα. Ίσως ο τίτλος να αναφέρεται υπαινικτικά σε τούτον -τον άνθρωπο-κοτόπουλο που μοιάζει σαν βόμβα έτοιμη να εκραγεί και να ξεχύσει γύρω τη δυσοσμία των παραφουσκωμένων εντέρων.

Κοντά στο οπτικό λάιτ-μοτίφ υπάρχουν και δύο οπτικολεκτικά: ο αφηγητής Πολ Κράσνερ, γνωστός Αμερικανός αναρχικός (όχι με την έννοια που δίνουν στον όρο κάποιες ελληνικές εφημερίδες), κάθε τόσο στήνεται μπροστά στο φακό αμολώντας τους ποιητικούς αλλά δύσοσμους μύδρους του κατά του συστήματος, ενώ ο νέγρος Ρίτσαρντ Πράιαρ παραληρεί αυτοσχεδιαστικά κάνοντας υπαινιγμούς για το τι μπορεί να σημαίνει η «μαύρη δύναμη» αν δεν καναλιζάρεται αιωνίως.

Οι σφήνες της Τζόαν Μπαέζ, μιας σειράς άλλων καλλιτεχνών, καθώς και των σχεδίων του ίδιου του Πίντοφ δίνουν κάποιο σαφέστερο νόημα στον καταιγισμό των εικόνων και μοιάζουν σαν να προσπαθούν να βάλουν, με τη «μαγική» δύναμη της μουσικής, μια τάξη στο χάος. Έτσι, μέσα από τη δυσαρμονία γεννιέται μια παράξενη αρμονία και η ταινία μοιάζει τελικά μ’ ένα είδος οπτικοποιημένης ποπ μουσικής.

Άλλωστε, ο Πίντοφ, πριν ασχοληθεί με το σινεμά ήταν μια αυθεντία της τζαζ και της μουσικής ποπ. Από τη μουσική πέρασε στη ζωγραφική κι από κει στο κινούμενο σχέδιο όπου έκανε μερικά πολύ ενδιαφέροντα πράγματα.

(Γνωρίζουμε μόνο τον Βιολιστή, όπου ο μουζικάντης αποφασίζει να παίζει μόνο φάλτσα διότι, όταν παίζει σωστά…, αρρωσταίνει, πράγμα που όπως φαίνεται το παθαίνει και ο Πίντοφ.) Ως φιλμοκατασκευαστής διαφημιστικών ταινιών, έκανε μια μικρή περιουσία που την έφαγε όλη παρέα με το λόχο των αναρχικών φίλων του, ή φτιάχνοντας ταινίες σαν το Κοτόπουλο, που το παραγέμισε με δυναμίτη και το σερβίρισε στους ανύποπτους αστούς το 1971, προκαλώντας πανικό σ’ όσους γραβατωμένους έτυχε να το δουν τυχαία.

Πάντως, για τους προϊδεασμένους, το εν λόγω κοτόπουλο δεν είναι παρά ένα ουρλιαχτό που, εάν ήταν δυνατόν να γίνει ανθρώπινη λαλιά, θα έπρεπε να σημαίνει, πάνω-κάτω «Κάτω οι πάντες, κάτω και εγώ». Ο Πίντοφ πιστεύει μόνο στο σεξ: ο έρωτας είναι η μόνη γνήσια — και απελευθερωτική δύναμη που διαθέτει ο άνθρωπος, όπως δηλώνεται στο τέλος. Βέβαια, με θέσεις σαν την παραπάνω η «επανάσταση» δεν μπορεί να ξεπεράσει τα όρια της αμφισβήτησης και της χωρίς στόχο διαμαρτυρίας.»

«Το Βήμα», 20-10-1974.

«Αντιπροσωπευτική ταινία του ανεξάρτητου αμερικάνικου κινηματογράφου, η ταινία του Πίντοφ ξεφεύγοντας απ’ τα όρια κάποιου συγκεκριμένου κινηματογραφικού είδους προτείνει μια «νέα» — για την εποχή που γυρίστηκε — και αρκετά ενδιαφέρουσα αισθητική αντίληψη. Αναζητώντας ένα πρωτότυπο μοντέλο φιλμοκατασκευής κι επηρεασμένος απ’ την ποπ μουσική και τέχνη, ο Πίντοφ καταργεί κάθε δομικό στοιχείο του κλασικού αφηγηματικού κινηματογράφου (σενάριο – πρωταγωνιστές – εξέλιξη της αφήγησης) και στρέφεται στην δημιουργία ενός οπτικοακουστικού, κατά κάποιον τρόπο, παιγνιδιού. Εικόνες ασύνδετες, ανεξάρτητες η μία από την άλλη, αυτοσχεδιασμός των ερασιτεχνών ηθοποιών, η κάμερα στον «ώμο» καταγράφει εικόνες, ενώ αρκετές φορές παρεμβάλλονται γνωστοί τραγουδιστές (Μπαέζ, Λέννον, Χέντριξ) που ερμηνεύουν τα τραγούδια τους, συνθέτοντας έτσι ένα γοητευτικό οπτικοακουστικό κολλάζ.

Παρ’ όλη την αναρχική δομή της ταινίας, οι εικόνες και το μοντάζ αποκαλύπτουν ένα συνεκτικό μήνυμα: Κριτική στους θεσμούς, στον βιομηχανικό τρόπο παραγωγής, στην αστυνόμευση και στον αμερικανικό τρόπο ζωής. Ο παράλογος κόσμος της καταναλωτικής αμερικανικής κοινωνίας, μεταφορικά για τον Πίντοφ μοιάζει με κοτόπουλο γεμάτο δυναμίτη έτοιμο να εκραγεί. Απ’ όλα αυτά εκείνο που απομένει είναι η πίστη του Πίντοφ στην τέχνη, στη μουσική και στο σεξ που απελευθερώνουν τις αισθήσεις και δίνουν στον άνθρωπο την ευκαιρία να σκεφτεί διαφορετικά.

Με το πέρασμα του χρόνου το Κοτόπουλο δυναμίτης έχει γίνει μια από τις πιο περιζήτητες cult-movies (ταινίες-λατρείας), ακριβώς γιατί καταγράφει μ’ ένα αυθεντικό τρόπο το κλίμα της ότι αμφισβήτησης στην Αμερική του ’68-’69.»

Πηγή:Εταιρεία Διανομής New Star