Κριτική του Βασίλη Ραφαηλίδη για την ταινία «Το Τελευταίο Μετρό»

Le_Dernier_Metro_Poster_2

Ο πόλεμος, βγάζοντας τη ζωή απ’ τη φυσική της πορεία, την κάνει θέαμα σουρεαλιστικό ή γκρανγκινιολικό, ενώ το θέαμα, με την τρέχουσα έννοια, έρχεται να πάρει τη θέση της στραπατσαρισμένης ζωής και να την υ­ποκαταστήσει: Οι ρόλοι αλληλομετατίθε­νται: Το πραγματικό εκλαμβάνεται για φιχτίφ (φτιαχτό) και το φιχτίφ, το θέατρο για παράδειγμα, παίρνει τη θέση του πραγματι­κού.

Το θέαμα αρχίζει εκεί που τελειώνει η ζωή. Και τούτη ακριβώς είναι η μεγάλη απο­στολή της τέχνης: Να υποστυλώνει τη ζωή όταν κινδυνεύει ν’ αφανιστεί.

«Θέατρο εν πολέμω» θα μπορούσε να ‘ναι ένας δεύτερος τίτλος τούτης της υπέροχης ταινίας του Τριφό. Σε μια ανισόρροπη ιστο­ρική περίοδο, το θέατρο, απ’ την ίδια του τη φύση σαν «μεσάζων» ανάμεσα στο πραγμα­τικό και το μυθικό, θυμίζει στην πραγματι­κότητα την οφειλή της στο μύθο: Η ανθρω­πότητα δε θα μπορούσε να ζήσει χωρίς μύ­θους που μορφοποιούν τα οράματα της, τους πόθους της, τις ελπίδες της. Αυτός είναι ο κοινωνικός ρόλος της τέχνης: Δημιουργεί προοπτική σ’ ένα τώρα που μοιάζει χωρίς διέξοδο. Κι αυτό ακριβώς επιχειρεί εδώ ο Τριφό: Στο ζόφο του πολέμου ανοίγει διά­πλατα την έξοδο κίνδυνου που λέγεται θέα­μα. Οι Παριζιάνοι δεν μπορούν πια να ζή­σουν (στο κατεχόμενο Παρίσι), αλλά τουλά­χιστον μπορούν να είναι θεατές. Κι αυτό ση­μαίνει πως βρίσκουν τελικά τον τρόπο να ε­πιβιώσουν μέσα απ’ την καταφυγή στο όνει­ρο. Άλλωστε, το Παρίσι είναι η πόλη του ο­νείρου, κάτω απ’ οποιεσδήποτε συνθήκες.

Τούτη η άποψη για το φιλμ, που βγαίνει από ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης του (αυτό που δε γίνεται άμεσα αντιληπτό απ’ τη δράση αλλά που τεκμαίρεται απ’ αυτή), προϋποθέτει ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, αυ­τό στο οποίο παραμένει ο χωρίς πολλές απαιτήσεις θεατής. Ας το δούμε.

Το φιλμ έχει να κάνει με μια ομάδα θεατρίνων που προσπαθούν να επι­βιώσουν στο κατεχόμενο Παρίσι του 1940. Γύρω τους, αλλά σε απόσταση ασφαλείας για το θέατρο, γίνεται ένας πόλεμος που δε φαίνεται να ‘χει σοβα­ρές επιπτώσεις πάνω στη δουλειά — πέρα απ’ τα τεχνικά, θα λέγαμε, προ­βλήματα που προκαλεί: κακός φωτισμός, κακή θέρμανση, κακή διατροφή κλπ. Κατά τα άλλα, το θέαμα είναι άψογο, γιατί οι θεατρίνοι είναι καλά εξοικειωμένοι με τους ζωογόνους μύθους, αυτούς που καταργούν τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το μυθικό.

Όλοι οι θεατρίνοι της ταινίας επιβιώνουν, γιατί είναι πρόσωπα με δυο όψεις, σαν τον Ιανό. Το ένα είναι το πρόσωπο της καθημερινής συμβατικής συμπεριφοράς, της καθορισμένης απ’ τους κανόνες του κοινωνικού παιχνιδιού, και το άλλο μοιάζει σαν φτιαγμένο απ’ το υποσυνείδητο. Όμως, δεν πρόκειται εδώ για την τυπική περίπτωση της σχιζοφρένειας ή της υστερίας. Ο θεατρίνος δεν είναι υστερικό πρόσωπο. Είναι ένας άνθρωπος σωστά μοιρασμένος στα δυο: Ζει αλλά και υποδύεται τη ζωή, είναι ένα ον με σάρκα και οστά, αλλά ταυτόχρονα και α ήρωας που υποδύεται κάθε φορά. Και τούτος ο ήρωας είναι που τελικά τον σώζει απ’ τη μιζέρια της καθημερινότητας. Ο ηθοποιός, λοιπόν, είναι το προνομιούχο πλάσμα που βιώνει χους μύθους. (Βλέπε Το παράδοξο με τον ηθοποιό του Ντιντερό). Ωστόσο, τούτη η βίωση του μύθου περνάει και στην καθημερινή του ζωή, που γίνεται έτσι «διπρόσωπη».

Όλοι οι ήρωες-ηθοποιοί της ταινίας έχουν δυο πρόσωπα, ένα ομαλό κι ένα «ανώμαλο». Η Κατρίν Ντενέβ είναι ερωτευμένη με το σκηνοθέτη άντρα της (που είναι Εβραίος και κρύβεται στο υπόγειο του θεάτρου), αλλά δε διστάζει να δημιουργήσει και μια σχέση με τον καινούργιο πρωταγωνιστή (Ζεράρ Ντεπαρντιέ), ο οποίος με τη σειρά του είναι μεν αντιστασιακός, αλλά παραμένει πάντα ένας φανφαρόνος θεατρίνος.

Το τρίγωνο συμπληρώνεται με μια κρυμμένη τρίτη γωνία, τον σκηνοθέτη (Χαντς Μπεντ) που είναι έως θανάτου ερωτευμένος με το θέατρο του, βάζοντας έτσι σε συνεχή κίνδυνο την ίδια του τη ζωή.

Τούτο το παράδοξο τρίγωνο θυμίζει πολύ το Ζιλ και Τζιμ. Μόνο που εδώ ο παραλογισμός υπαγορεύεται απ’ το «τρελό» επάγγελμα του θεατρίνου, ένα επάγγελμα που ασκείται σταθερά στα όρια του πραγματικού και του μυθικού κι όπου όλα είναι δυνατά.

Πριν απ’ το καθετί, τούτη η ταινία είναι ένα εγκώμιο στο επάγγελμα του ηθοποιού χου θεάτρου — ένα επάγγελμα που δηλώνει την αξία του μύθου στη ζωή μας. Και που ο Τριφό το ξέρει καλά — τόσο καλά όσο και το επάγγελμα των άλλων μυθοποιών, των ανθρώπων του κινηματογράφου, που μας έδειξε στη δίδυμη μ’ αυτήν εδώ ταινία του Αμερικάνικη, νύχια.

«Το Βήμα», 27-10-1981.

Πηγή:Εταιρεία Διανομής New Star