Η Τιμωρός

 

ΤΖΙΝΑ ΚΑΡΑΝΟ (Μάλορι Κέιν)
ΤΣΑΝΙΝΓΚ ΤΑΤΟΥΜ (Άαρον)
ΜΑΪΚΛ ΦΑΣΜΠΕΝΤΕΡ (Πολ)
ΓΙΟΥΑΝ ΜΑΚ ΓΚΡΕΓΚΟΡ (Κένεθ)
ΑΝΤΟΝΙΟ ΜΠΑΝΤΕΡΑΣ (Ροντρίγκο)
ΜΑΪΚΛ ΝΤΑΓΚΛΑΣ (Κόμπλενζ)
Σκηνοθεσία ΣΤΙΒΕΝ ΣΟΝΤΕΡΜΠΕΡΓΚ
Σενάριο ΛΕΜ ΝΤΟΜΠΣ
Παραγωγή ΓΚΡΕΓΚΟΡΙ ΤΖΕΪΚΟΜΠΣ, ΡΑΪΑΝ ΚΑΒΑΝΟ
Φωτογραφία ΣΤΙΒΕΝ ΣΟΝΤΕΡΜΠΕΡΓΚ
Μοντάζ ΣΤΙΒΕΝ ΣΟΝΤΕΡΜΠΕΡΓΚ
Καλλιτεχνική Διεύθυνση ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΚΑΜΙΝΓΚΣ
Κοστούμια ΣΟΣΑΝΑ ΡΟΥΜΠΙΝ
Μουσική ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΧΟΛΜΣ
Διάρκεια  93’
Πρώτη Προβολή 10 ΜΑΪΟΥ
Διανομή VILLAGE

 

 

Η υπόθεση

Στο νέο συναρπαστικό θρίλερ κατασκοπείας του βραβευμένου με Όσκαρ σκηνοθέτη Στίβεν Σόντερμπεργκ (Traffic, Oceans’ 12), μια μυστική πράκτορας ανακαλύπτει ότι οι άνθρωποι που εμπιστευόταν μία ζωή την έχουν εξαπατήσει, θέτοντας αυτήν και ό,τι είναι σημαντικό για εκείνη σε κίνδυνο. Η Μάλορι Κέιν (Τζίνα Καράνο) είναι άριστα εκπαιδευμένη να φέρνει σε πέρας, επικίνδυνες μυστικές αποστολές για μία εταιρεία που δουλεύει για την κυβέρνηση, στις πιο επικίνδυνες γωνιές του πλανήτη.  Μετά την επιτυχή απελευθέρωση ενός Κινέζου δημοσιογράφου που κρατείτο όμηρος στη Βαρκελώνη, ανακαλύπτει ότι ο ίδιος άνθρωπος δολοφονείται και ότι όλα τα στοιχεία υποδεικνύουν εκείνη ως την κύρια ύποπτο. Από τη μία στιγμή στην άλλη, γίνεται στόχος πληρωμένων δολοφόνων που γνωρίζουν από πριν το κάθε της τέχνασμα. Και έτσι η Μάλορι αντιλαμβάνεται ότι κάποιος την έχει προδώσει. Αλλά ποιος; Και γιατί;
Σε συνεχή καταδίωξη και μακριά από τη βάση της, η Μάλορι εκτελεί μια σειρά από τολμηρούς ελιγμούς προκειμένου να σβήσει τα ίχνη της και να ξεφύγει από τη τοπική ομάδα SWAT. Όμως στην πορεία καταδιώκεται από πολύ πιο σκληρές δυνάμεις. Οι επιλογές της είναι λίγες. Όλο και πιο απελπισμένη να καθαρίσει το όνομά της και να αποκαλύψει αυτόν που την πρόδωσε, η Μάλορι  θέτει σε εφαρμογή όλα τα όπλα, τις γνώσεις και τη σκληρή εκπαίδευσή της, για να στήσει μία ιδιοφυή και επικίνδυνη παγίδα.  Όμως όταν τα πράγματα ξεφεύγουν από τον έλεγχο, η Μάλορι συνειδητοποιεί ότι κινδυνεύει να χάσει τη ζωή της. Εκτός και αν βρει έναν τρόπο να φέρει τους αντιπάλους της, στη δική της θέση…

 

Πληροφορίες για την παραγωγή

Με το τελευταίο του θρίλερ, Η ΤΙΜΩΡΟΣ, ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης Στίβεν Σόντερμπεργκ έρχεται και πάλι αντιμέτωπος με ένα δημοφιλές είδος ταινίας, ξεπερνώντας, με μαεστρία, κάθε προσδοκία του κοινού. Συνδυάζοντας την ίντριγκα, το σασπένς, τους πολύπλοκους χαρακτήρες και τα λαμπερά γυρίσματα σε όλο τον κόσμο, με την καταιγιστική δράση, τον κόσμο και τις τεχνικές των μυστικών πρακτόρων, αλλά και μία χαρισματική πρωταγωνίστρια, ο σκηνοθέτης επαναπροσδιορίζει το θρίλερ κατασκοπείας.
«Είμαι φαν των ταινιών του Τζέιμς Μποντ, των αρχών της δεκαετίας,» λέει ο Σόντερμπεργκ. Το From Russia with Love είναι η αγαπημένη μου. Σε αυτές τις ταινίες, γνωρίζεις σε βάθος τους χαρακτήρες, αντί απλά να βλέπεις τι κάνουν. Στις πιο πρόσφατες ταινίες κατασκοπείας και δράσης, δεν αφιερώνεται πολύς χρόνος στην ανάπτυξη των χαρακτήρων. Ήθελα να φτιάξω μία ταινία που να θυμίζει τις πρώτες ταινίες του Τζέιμς Μποντ. Σε αυτές, η αναλογία της ιστορίας σε σχέση με τη δράση, θυμίζει πολύ την ΤΙΜΩΡΟ.»
Το σενάριο που προέκυψε είναι λιγότερο ένας φόρος τιμής σε προηγούμενες ταινίες και περισσότερο μία νέα δημιουργία, με μία μοναδική ανατροπή, χαρακτηριστική του στιλ του Σόντερμπεργκ. «Πάντα αναρωτιόμουν γιατί ο κύριος χαρακτήρας στην ταινία μου, έπρεπε οπωσδήποτε να είναι ένας άντρας,» λέει. «Θεωρώ ότι υπάρχει ένα επιπλέον στοιχείο δράματος και σύγκρουσης εάν η πρωταγωνίστρια είναι γυναίκα. Και ταυτόχρονα υπάρχει πάντα και το στοιχείο ότι κάποιος βρίσκεται σε έναν κόσμο που διοικείται από άνδρες. Οπότε, αυτό είναι ακόμα ένα ‘τείχος’ που πρέπει να σπάσει μία γυναίκα πρωταγωνίστρια. Εκτός από την κατασκοπεία και τις μυστικές υπηρεσίες, αυτή η ταινία έχει να κάνει και με τις σχέσεις που αναπτύσσει η πρωταγωνίστρια με τους υπόλοιπους αντρικούς χαρακτήρες και το πώς λειτουργεί σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο.»
Ο σκηνοθέτης περιγράφει την ταινία Η ΤΙΜΩΡΟΣ σαν μία ταινία, την οποία θα μπορούσε να έχει σκηνοθετήσει ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, με πρωταγωνίστρια την Παμ Γκρίερ. Η ανάπτυξη των χαρακτήρων ήταν ιδιαίτερα σημαντική για αυτόν, καθώς συνεργάστηκε με τον σεναριογράφο Λεν Ντομπς, κατά την διαμόρφωση του χαρακτήρα της Κέιν. «Ήθελα ο χαρακτήρας να είναι πολυεπίπεδος,» λέει. «Για παράδειγμα, είναι μια σκηνή που διαλύει το τηλέφωνο του συνεργάτη της, ενώ αυτός είναι έξω από την αίθουσα. Σε εκείνο το σημείο, αυτή η επίθεση είναι απρόκλητη. Δεν έχει γίνει κάτι που να την κάνει να τον υποψιαστεί, αλλά θεώρησα ότι ο χαρακτήρας της, θα έκανε κάτι τέτοιο ούτως ή άλλως. «Προσθέτει ένα στρώμα ενοχής,» συνεχίζει. «Και νομίζω ο λόγος που οι ταινίες του Χίτσκοκ έχουν επιτυχία είναι όχι μόνο εξαιτίας της τεχνικής τους, αλλά επειδή στον πυρήνα τους, έχουν να κάνουν με την ενοχή. Υπάρχει πάντα κάποιος στο επίκεντρο της ταινίας που έχει κάποια σκοτεινά σημεία, που το κοινό δεν θέλει να ξέρει. Αυτό ήθελα και εγώ. Οπότε η πρωταγωνίστρια δεν είναι μία εντελώς καλοκάγαθη κοπέλα. Και όπως αποδεικνύεται, αυτής της η στάση  είναι που της σώζει και τη ζωή. Αλλά όταν τη βλέπεις να κάνει ό,τι κάνει, αναρωτιέσαι, ‘γιατί’.»
Ο Σόντερμπεργκ βρήκε τη μούσα του για την ταινία εντελώς απρόσμενα. Είχε δει ένα αγώνα της πρωταθλήτριας στις μικτές πολεμικές τέχνες, Τζίνα Καράνο, και του άρεσε πολύ η ιδέα να τη βάλει να παίξει σε μία ταινία. Η ικανότητα και οι γνώσεις της στα Muay Thai, Karate, Jiu Jitsu, Judo, wrestling, boxing, Sambo, kickboxing και Kung Fu έδωσαν στην Καράνο τη δυνατότητα να εκτελέσει τις σκηνές, όπως τις είχε οραματιστεί ο σκηνοθέτης.
»Ήξερα ότι έπρεπε να βρω μία γυναίκα  – εκτός από την Αντζελίνα Τζολί  –  η οποία θα μπορούσε να τρέχει κρατώντας ένα πυροβόλο,» λέει. «Στη συνέχεια είδα κάποιους αγώνες με την Τζίνα, και κάποιες συνεντεύξεις της, όπου φαινόταν πραγματικά γνήσιο και πολύ προσγειωμένο άτομο. Αλλά πρώτα έπρεπε να τη συναντήσω και να διαπιστώσω κατά πόσο μία τέτοια ιδέα θα της φαινόταν ενδιαφέρουσα.»
Μετά την πρώτη συνάντηση, οι δημιουργοί της ταινίας άρχισαν να προσαρμόζουν το ρόλο της Μάλορι Κέιν στην Καράνο. «Ξέραμε ότι αυτή θα ήταν σε θέση να κάνει η ίδια τις περισσότερες από τις σκηνές,» λέει ο Τζέικομπς. «Αυτό ήταν πολύ σημαντικό, επειδή ο Στίβεν δεν ήθελε πολλούς κασκαντέρ. Δεν ήθελε το κοινό να έχει την αίσθηση ότι οι σκηνές ήταν τόσο επικίνδυνες που δεν θα μπορούσε ένας άνθρωπος να τις κάνει. Το θαυμάσιο ήταν ότι με την Τζίνα δεν χρειάστηκε να μπουν ειδικά εφέ στις σκηνές της δράσης. Όλα ήταν πραγματικά.»

 

Η κατάσκοπος που έσπασε το καλούπι

Με μία μοναδική ηρωίδα όπως η Μάλορι Κέιν, ο Σόντερμπεργκ ήξερε ότι απαιτείτο μια ταλαντούχα ηθοποιός για να ενσαρκώσει το ρόλο. Η Τζίνα Καράνο, που μερικές φορές αναφέρεται ως «η γυναίκα των μεικτών πολεμικών τεχνών», είναι όμορφη, σκληρή και αποφασισμένη. Έφθασε στην πρώτη συνάντησή της με τον Σόντερμπεργκ με ένα μαύρο μάτι, «τρόπαιο» από τον αγώνα που είχε συμμετάσχει το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. Αν και είναι ατρόμητη στην πάλη, η Καράνο, που θεωρεί τις ταινίες Traffic και Erin Brockovich του Σόντερμπεργκ ως δύο από τις αγαπημένες της, λέει ότι ήταν πολύ αγχωμένη εξαιτίας της συνάντησης με τον σκηνοθέτη.
Το να πρωταγωνιστήσει σε μία ταινία δεν ήταν κάτι που είχε προβλέψει ότι θα έκανε ποτέ. «Όταν είμαστε παιδιά σκεφτόμαστε ότι είμαστε ικανοί για πολλά πράγματα,» λέει. «Εγώ όμως ήξερα ότι δεν διαθέτω τα προσόντα μίας σταρ. Είμαι λίγο παράξενη, δεν φέρομαι όπως ο μέσος άνθρωπος. Οπότε ήξερα ότι αν επρόκειτο να συμβεί αυτό, κάποιος θα χρειαζόταν να έχει έρθει να με βρει. Και αυτό ακριβώς συνέβη.»
Ο Σόντερμπεργκ έβαλε τα δυνατά του για να κάνει την Τζίνα να αισθανθεί άνετα. «Μπορώ να φανταστώ πόσο περίεργο θα πρέπει να είναι για κάποιον μη-ηθοποιό να συναντηθεί με ένα σκηνοθέτη που θέλει να του ζητήσει να κάνει μία ταινία βασισμένη στο πρόσωπό του,» λέει ο Σόντερμπεργκ. «Αλλά για αυτήν αυτό ήταν παιχνιδάκι. Της εξήγησα ότι θα έπρεπε να στήσουμε την ταινία με τέτοιο τρόπο ώστε να επενδύσουμε στα σωματικά της προσόντα, αλλά και στις επιδόσεις της. Δεν επρόκειτο να της ζητήσω να κάνει πράγματα που ήταν εκτός των δυνατοτήτων της.»
Σύμφωνα με τον Τζέικομπς, και οι υπόλοιποι ηθοποιοί που επιλέχτηκαν να παίξουν δίπλα στην Καράνο ήταν πρώτης διαλογής. «Ο Στίβεν και εγώ υποσχεθήκαμε στο στούντιο ότι θα διαλέγαμε διάσημους ηθοποιούς για να παίξουν δίπλα στην Τζίνα,» λέει. «Τόσο ο Γιούαν Μακγκρέγκορ όσο και ο Μάικλ Φασμπέντερ συμφώνησαν να συμμετάσχουν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Στη συνέχεια ακολούθησαν οι Μάικλ Ντάγκλας, Αντόνιο Μπαντέρας και Τσάνιγκ Τέιτουμ. Όχι μόνο ήταν όλοι σπουδαίοι ηθοποιοί, αλλά και εξαιρετικά ωραίοι άνδρες. Ο καθένας από αυτούς έδωσε σάρκα και οστά στο χαρακτήρα του. Και όλοι τους καλοσώρισαν την Τζίνα και της παρείχαν αμέριστη στήριξη και εμπιστοσύνη.»
Οι πρώτες σκηνές που γύρισε η Καράνο ήταν στο Δουβλίνο, όπου η Μάλορι αρχίζει να υποπτεύεται ότι της έχουν στήσει παγίδα. Ο Ιρλανδός ηθοποιός Μάικλ Φασμπέντερ παίζει τον Πολ, το γοητευτικό αλλά διπρόσωπο πράκτορα που συνεργάζεται με την Μάλορι, σε μία εύκολη –φαινομενικά- υπόθεση.
Ο Φασμπέντερ, λέει ότι συμφώνησε να παίξει στην ταινία για δύο λόγους. «Αυτό που μου άρεσε στο σενάριο ήταν η ίντριγκα. Υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν λέγονται. Είναι μία παλαιού τύπου ταινία κατασκοπείας, όπως τα θρίλερ κατασκοπείας που θυμάμαι από την παιδική μου ηλικία. Και ήμουν ενθουσιασμένος που θα συνεργαστώ με τον Στίβεν Σόντερμπεργκ.»
Ο ηθοποιός ήταν επίσης γοητευμένος με το γεγονός ότι στον πρωταγωνιστικό ρόλο δεν βρισκόταν ένας επαγγελματίας ηθοποιός. «Η Τζίνα ήταν έτοιμη να κάνει πρώτη απ’ όλες τις δύσκολες σκηνές,» λέει. «Επειδή είναι τέλεια εκπαιδευμένη, ήθελε τα πράγματα να γίνονται με το σωστό τρόπο. Αλλά είναι επίσης πολύ καλή στο να κάθεται, να ακούει και να κρατάει σημειώσεις και μετά να τα εφαρμόζει στο ρόλο της.»
Ο Γιούαν Μακ Γκρέγκορ παίζει το αφεντικό της Μάλορι και τον πρώην εραστή της, τον Κένεθ. Ο Τζέικομπς και ο Σόντερμπεργκ θεώρησαν απίστευτη επιτυχία να έχουν τον Μακ Γκρέγκορ στο καστ. «Το να έχεις έναν ηθοποιό του βεληνεκούς του να παίζει τον κακό ήταν συναρπαστικό,» λέει ο Τζέικομπς. «Ο Γιούαν έδωσε βάθος στο ρόλο.» Η συνεργασία με τον Σόντερμπεργκ ήταν μια μακροχρόνια φιλοδοξία για τον ηθοποιό. Η ποιότητα του σεναρίου ήταν το κερασάκι στην τούρτα. «Δεν μπορούσες να το αφήσεις από το χέρια σου το σενάριο,» λέει ο Μακ Γκρέγκορ. «Η δράση ήταν ζωντανή και καλογραμμένη και η ιστορία αρκετά περίπλοκη. Είναι μια ιστορία όπου ο καθένας παίζει το δικό του παιχνίδι, ιδιαίτερα ίσως ο Κένεθ. Σου δίνονται πληροφορίες εδώ και εκεί, οι οποίες ‘ξεκλειδώνουν’ πόρτες καθώς προχωρά η ιστορία. Και οι χαρακτήρες δεν είναι κινηματογραφικοί, είναι πραγματικοί χαρακτήρες.»
Ο Μακ Γκρέγκορ  βίωσε τη θρυλική ταχύτητα του Σόντερμπεργκ πίσω από την κάμερα με το που πάτησε το πόδι του στο σετ. «Πραγματικά δεν μπορείς να το πιστέψεις αυτό, αν δεν το δεις,» λέει ο ηθοποιός. «Η πρώτη σκηνή μου ήταν στην Ισπανία, όπου η Τζίνα και εγώ κατεβαίνουμε κάτι σκάλες μιλώντας, ενώ πίσω μας υπάρχει ένα όμορφο τοπίο. Ο Στίβεν γύρισε αυτή τη σκηνή χωρίς cut. Είχαν απεργία οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας εκείνη την περίοδο στη Γαλλία, οπότε είχα χρειαστεί  22 ώρες για να φτάσω από το Λος Άντζελες στην Ισπανία. Γυρίσαμε τη σκηνή μέσα σε 1,5 περίπου ώρα και μετά χρειάστηκα περίπου 22 ώρες για να ξαναγυρίσω στο σπίτι μου.»
Ο Τσάνιγκ Τάτουμ παίζει τον Άαρον που στην αρχή της ταινίας ανήκει στην ομάδα της Μάλορι στη Βαρκελώνη  – περιστασιακά είναι ο εραστής της – και αργότερα γίνεται ο διώκτης της. «Μου είπαν ότι ο Στίβεν Σόντερμπεργκ κάνει μια ταινία δράσης, και είπα ‘είμαι μέσα’», θυμάται ο Τάτουμ. «Δεν χρειάστηκε να διαβάσω το σενάριο. Ο Στίβεν είναι πάντα στην κόψη του ξυραφιού και ήθελα να είμαι μέρος της ομάδας του. Όταν το διάβασα, σκέφτηκα ότι ήταν πολύ έξυπνο από μέρους του να κάνει κάτι που δεν είχε ξαναγίνει: μια ταινία κατασκοπείας της οποίας τα νήματα να τα κινεί μία γυναίκα.»
Το να δουλέψει με αυτή τη συγκεκριμένη γυναίκα ήταν δώρο για τον Τάτουμ. «Είμαι φαν της Τζίνα εδώ και αρκετό καιρό,» λέει. «Το ομολογώ – αγαπώ τις πολεμικές τέχνες. Και αυτή είναι πρωτοπόρος στις πολεμικές τέχνες, οπότε ήταν ιδιαίτερα συναρπαστικό να συνεργαστώ μαζί της. Ήταν μία πρόκληση για μένα.»
Ο Μάικλ Ντάγκλας ήταν ο μόνος με τον οποίο ο Σόντερμπεργκ είχε εργαστεί στο παρελθόν. «Όταν ο Στίβεν και εγώ σκεφτόμασταν ποιος θα αναλάβει το ρόλο του Κόμπλενζ, ξέραμε ότι χρειαζόμασταν κάποιο σύμβολο», λέει ο Τζέικομπς, «Η παρουσία του και μόνο προκαλεί δέος. Χρειαζόμασταν κάποιον που να έχει τις ερμηνευτικές ικανότητες και τη βαρύτητά του. Το πρώτο άτομο που σκεφτήκαμε ήταν ο Μάικλ Ντάγκλας.»
Η Καράνο λέει ότι η σκηνή της με τον Ντάγκλας ήταν η πιο τρομακτική εμπειρία που είχε σε όλα τα γυρίσματα. Την επόμενη της τελευταίας ημέρας των αρχικών γυρισμάτων, γνώρισε το βραβευμένο με Όσκαρ ηθοποιό στο μικρό αεροδρόμιο Λας Βέγκας, του Νέου Μεξικό, μία παγωμένη ημέρα, που φυσούσε τόσο πολύ, που ο άνεμος σήκωνε το χιόνι από την πίστα του αεροδρομίου. «Νομίζω ότι όλοι μας είχαμε άγχος στη σκέψη ότι ο Μάικλ ήταν εκεί», λέει. «Εγώ πάντως σίγουρα ναι. Έκανε τόσο κρύο κατά τη διάρκεια των σκηνών που γυρίσαμε μαζί, που δάκρυσα. Για να μην κόψω στη μέση το γύρισμα, το αγνόησα. Όταν τελειώσαμε, ήμουν τόσο ενθουσιασμένη γιατί με χειροκρότησε γι ‘αυτό. Μου είπε ότι το γεγονός αυτό αποδείκνυε ότι ήμουν πολύ πειθαρχημένη.»
Για το ρόλο του Ροντρίγκο, ενός Ισπανού κυβερνητικού αξιωματούχου που εμπλέκεται στη συμφωνία του Κένεθ και του Κόμπλενζ, οι δημιουργοί χρειάζονταν έναν ηθοποιό με ευρωπαϊκή γοητεία και κομψότητα, αλλά και υποκριτικό χάρισμα, ώστε να σταθεί επάξια δίπλα στον Μάικλ Ντάγκλας και τον Γιούαν Μακ Γκρέγκορ. «Η σκηνή με τους τρεις τους είναι στα πρώτα δέκα λεπτά της ταινίας και προσδίδει ειδικό βάρος», λέει ο Τζέικομπς. «Μόνο στο όνειρά μας θα μπορούσαμε να έχουμε τον Αντόνιο Μπαντέρας. Αλλά τελικά αυτός δέχτηκε αμέσως!»
Ακόμα και ο Σόντερμπεργκ είναι έκπληκτος από το καστ που κατάφερε να μαζέψει για αυτήν την ταινία. «Ήμουν αρκετά τυχερός ώστε να έχω σε αυτήν την ταινία τους ανθρώπους που πάντα θαύμαζα», λέει. «Ήταν όλοι ενθουσιασμένοι από την ιδέα και από την Τζίνα. Η Τζίνα είναι εντελώς ανεπιτήδευτη και απολύτως γοητευτική. Η υπόθεσή μου ήταν ότι αυτοί οι ηθοποιοί θα της έδιναν μεγάλη ώθηση και έτσι και έγινε. Ήταν όλοι πολύ, πολύ γενναιόδωροι. Ήθελαν να τη δουν να πετυχαίνει και αυτό βοήθησε πολύ.»

 

Σε όλο τον χάρτη

Η Μάλορι Κέιν γυρίζει όλο τον κόσμο, από την Ουάσιγκτον στη Βαρκελώνη και το Δουβλίνο και μετά πίσω στις Ηνωμένες Πολιτείες, με στάσεις στα βόρεια της πολιτείας της Νέας Υόρκης και στα βουνά του Νέου Μεξικό. Ο σκηνογράφος Χάουαρντ Κάμινγκς, που είχε συνεργαστεί στο παρελθόν με τον Τζέικομπς και τον Σόντερμπεργκ στην ταινία The Underneath, ανταποκρίθηκε στην πρόκληση του να στήσει μία παραγωγή που θα εκτυλισσόταν στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.
Μέρος της αποστολής του Κάμινγκς ήταν να βρει τρόπο ώστε η ταινία να μην εξελιχτεί σε ένα ατελείωτο κυνηγητό, γεμάτο εξωπραγματικές σκηνές δράσης. «Μας ενδιέφερε το πώς θα μπορούσαμε να μεταδώσουμε την αίσθηση ότι ήμασταν πραγματικά εκεί,» λέει ο Κάμινγκς. «Για να το υποστηρίξουμε αυτό, σχεδόν ολόκληρη η ταινία γυρίστηκε σε πραγματικές τοποθεσίες. Χρειάστηκε να στήσουμε μόνο τρία σκηνικά.»
«Το θέμα ήταν πώς να κάνουμε την ταινία να φαίνεται ρεαλιστική, δεδομένων των μέσων που είχαμε στη διάθεσή μας,» λέει ο Σόντερμπεργκ. «Διαλέξαμε την Βαρκελώνη επειδή φαινόταν πιστευτό μία νεαρή Αμερικανίδα, με ένα σακίδιο στην πλάτη να ‘χαθεί’ σε μία τέτοια  πόλη – ακριβώς αυτό δηλαδή που πρέπει να κάνουν οι ειδικοί πράκτορες. Και από την άλλη, η Βαρκελώνη είναι τόσο ζεστή πόλη και οπτικά ενδιαφέρουσα, οπότε έκανε καλή αντίθεση με το Δουβλίνο και το γκρίζο ουρανό του.»
«Το Δουβλίνο ήταν ιδανικό για τη σεκάνς του κυνηγητού,» λέει ο Κάμινγκς. «Έχει πολύ καλές στέγες για τη σκηνή που η Μάλορι προσπαθεί να ξεφύγει από αυτούς που την καταδιώκουν, τρέχοντας και πηδώντας πάνω από κτίρια. Αυτή η σκηνή θυμίζει πολύ κυνηγητό σκύλου- γάτας.»
Πίσω στις Ηνωμένες Πολιτείες, η παραγωγή γύρισε πολλές σκηνές στο Νέο Μεξικό: στο Terrero General Store, μία ώρα δρόμο από τη Santa Fe, στο Los Alamos, στο Εθνικό Μνημείο του Bandelier, στις Αμερικανικές Πηγές στον Εθνικό Δρυμό της Santa Fe, στο μικρό και απομονωμένο αεροδρόμιο του Las Vegas στο Νέο Μεξικό, αλλά και στη Santa Fe.
Το Νέο Μεξικό χρησιμοποιήθηκε για τις σκηνές που υποτίθεται ότι εκτυλίσσονται στα βόρεια της πολιτείας της Νέας Υόρκης, στις οποίες η Μάλορι προσπαθεί να ξεφύγει από την αστυνομία σε μια άγρια καταδίωξη με αυτοκίνητα, μέσα στο χιονισμένο δάσος.
Το να κάνει τη σκηνή του κυνηγητού να ξεχωρίσει ήταν κάτι που προκάλεσε την εφευρετικότητα ακόμα και του Σόντερμπεργκ. «Οι σκηνές με τα αυτοκίνητα είναι χρονοβόρες και υπάρχει πάντα η περίπτωση κάτι να πάει στραβά,» λέει ο Σόντερμπεργκ. «Είναι πραγματικά δύσκολο να κάνεις κάτι, που έχει ξαναγίνει ένα εκατομμύριο φορές, με τρόπο διαφορετικό και το αποτέλεσμα να είναι καλό. Θεώρησα ότι θα ήταν συναρπαστικό να έχει ο θεατής την αίσθηση ότι η Τζίνα οδηγεί το αυτοκίνητο. Πήραμε έτσι ένα μηχάνημα (go rig) που προσαρμόζεται στην οροφή του αυτοκινήτου και σου επιτρέπει να κινηματογραφήσεις τους ανθρώπους στο αυτοκίνητο, σαν να οδηγούσαν αυτοί.»
Ο Σόντερμπεργκ έκανε τα μέρη των γυρισμάτων να φαίνονται διαφορετικά χρησιμοποιώντας διαφορετικές παλέτες χρωμάτων για το καθένα. «Όταν έχω μια ταινία που έχει πολλές τοποθεσίες γυρισμάτων, αναζητώ πάντα τρόπους για να τις κάνω να ξεχωρίζουν οπτικά, έτσι ώστε και ο θεατής να νιώθει ότι βρίσκεται σε ένα διαφορετικό περιβάλλον,» λέει. «Χρησιμοποιήσαμε ψυχρά χρώματα για τις βόρειες  πολιτείες της Νέας Υόρκης, ώστε να διαμορφώσουμε μία πολύ ξεχωριστή αίσθηση σε σχέση με την υπόλοιπη ταινία.»
«Για την Ισπανία, επέλεξα μία πιο χαμηλή, ζεστή παλέτα. Οπότε, χρησιμοποιήσαμε κοραλλιογενή φίλτρα για μία πιο ζεστή χροιά. Στο Δουβλίνο είναι πιο συγκεκριμένα τα πράγματα, δεδομένου ότι τον περισσότερο καιρό επικρατεί συννεφιά. Οι σκηνές στο Νέο Μεξικό, από την άλλη πλευρά, είναι σχεδόν όλες νυχτερινές.»
Ο Σόντερμπεργκ συμμετείχε εξίσου και στο να βοηθήσει με τις ιδέες τους στο σχεδιασμό των κοστουμιών της ταινίας. «Η ταινία λαμβάνει χώρα στον πραγματικό κόσμο,» λέει. «Τα κοστούμια δεν θα μπορούσαν να είναι στυλιζαρισμένα. Θέλαμε όλοι να δείχνουν όμορφοι σε αυτά, ειδικά η Τζίνα. Συζητήσαμε πολύ σχετικά με το τι είδους ρούχα φορούν αυτοί οι άνθρωποι όταν πηγαίνουν να φέρουν σε πέρας τις αποστολές τους.» Η Σοσάνα Ρούμπιν έκανε το ντεμπούτο της ως σχεδιάστρια κοστουμιών για την ταινία The Informant το 2008 και έχει δουλέψει στην γκαρνταρόμπα πέντε ακόμα ταινιών του Τζέικομπς και του Σόντερμπεργκ. Ο Κάμινγκς της έφερε κάποιες παλιές φωτογραφίες και εκείνη σχεδίασε κάποια κοστούμια και τα έδωσε στον Σόντερμπεργκ για έγκριση.
Ο Ντέιβιντ Χολμς, ο οποίος είχε συνθέσει μουσική για τέσσερις προηγούμενες ταινίες του Σόντερμπεργκ, συναντήθηκε με τον σκηνοθέτη, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, στην πατρίδα του την Ιρλανδία. «Ήταν μία πρόκληση, γιατί δεν ήθελα η μουσική να είναι ρετρό, μιας που αυτό το είχαμε ξανακάνει με τον Ντείβιντ,» λέει ο σκηνοθέτης. «Ήθελα να συνθέσω μουσική που θα μπορούσε να ακούει θεωρητικά η Μάλορι. Δεν θα έπρεπε να σε βγάζει από το κλίμα της ταινίας. Δοκιμάσαμε πολλές μουσικές, μέχρι που τελικά μείναμε και οι δυο ευχαριστημένοι.»

 

Μετατρέποντας έναν πραγματικό παλαιστή σε έναν ειδικό πράκτορα

Για να προετοιμαστεί για το ρόλο της Μάλορι Κέιν, η Τζίνα Καράνο υποβλήθηκε σε εντατική εκπαίδευση σε συνεργασία με τον τεχνικό σύμβουλο της ταινίας και ειδικό σε θέματα ασφάλειας, Άαρον Κοέν. Ο Κοέν, ο οποίος πέρασε τρία χρόνια στην ειδική μονάδα μυστικών επιχειρήσεων του Ισραήλ, είναι ο ιδρυτής της IMS Ασφαλείας, μιας συμβουλευτικής εταιρείας που ειδικεύεται στην παροχή αντιτρομοκρατικής εκπαίδευσης. Βοήθησε τους δημιουργούς της ταινίας και τους ηθοποιούς να μπουν στον κόσμο των μυστικών επιχειρήσεων και να κατανοήσουν την πραγματικότητά του.
Η συμμετοχή του Κοέν στην ταινία ήταν ζωτικής σημασίας από την αρχή κιόλας της παραγωγής, καθώς συμμετείχε στις συναντήσεις του Σόντερμπεργκ, του Τζέικομπς και του Ντομπς σχετικά με το σενάριο. Είτε είχε να κάνει με στοιχεία της ιστορίας, είτε με θέματα επιλογής κοστουμιών, ο Κοέν βοηθούσε τους δημιουργούς της ταινίας να τηρούν την ισορροπία και να κάνουν τις σωστές επιλογές. Σύμφωνα με τον Κοέν, η ταινία καταγράφει την πραγματικά των ειδικών μυστικών αποστολών. «Τα πάντα – από το διάλογο μέχρι την ίδια τη φύση των επιχειρήσεων – είναι αυθεντικά. Σε μία περίπτωση, γίνεται μία λάθος κίνηση, αλλά είναι και αυτό μέσα στο παιχνίδι. Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να πάνε στραβά σε αυτόν τον κόσμο.»
Για να βοηθήσει ώστε να αναπτυχθεί μία αίσθηση συντροφικότητας μεταξύ τους, ο Τζέικομπς κανόνισε ώστε οι Μάικλ Φασμπέντερ, Τσάνινγκ Τάτουμ, Τζούλιαν Αλκαράζ και Μαξ Αρχινιέγκα να συμμετάσχουν στην εκπαίδευση της Καράνο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. «Αισθάνθηκα ότι ήταν σημαντικό να είναι όλοι μαζί, ώστε να συνειδητοποιήσουν το βαθμό συνεργασίας που πρέπει να αναπτύξουν προκειμένου το αποτέλεσμα να είναι επιτυχημένο,» λέει ο παραγωγός.
Η Καράνο έπρεπε να μάθει και να οδηγεί μοτοσικλέτα για τις ανάγκες της ταινίας. «Όχι μόνο δεν είχε οδηγήσει ποτέ πριν μοτοσικλέτα στη ζωή της, αλλά ούτε καν αυτοκίνητο με ταχύτητες,» λέει ο Ροντέλ. «Πριν φύγουμε για την Ευρώπη, την έβαλα να οδηγήσει μία μικρή Suzuki 125. Πώς να τη βάζει εμπρός, πώς να φρενάρει, πώς να παίρνει στροφή. Έμαθε πολύ γρήγορα. Το επόμενο  – μεγάλο – βήμα ήταν να οδηγήσει μία Ducati Monster 696. Είναι μία μηχανή μεγάλου κυβισμού, πολύ δυνατή και βαριά, αλλά η Τζίνα ανταποκρίθηκε τέλεια και σε αυτό.»