Απόσπασμα από την κριτική του Roger Ebert για την ταινία «Μ-Ο Δράκος του Ντίσελντορφ»

M_poster_2

«Ο τρόμος των προσώπων: αυτή είναι η εικόνα που σου μένει από τη θέαση της διάσημης ταινίας του Φριτς Λανγκ, του 1931, «Μ, ο δράκος του Ντίσελντορφ», για έναν δολοφόνο παιδιών στη Γερμανία. Όπως το θυμόμουν, η ταινία περιστρεφόταν γύρω από έναν δολοφόνο, τον αλλόκοτο,  μικροκαμωμένο Φραντς Μπέκερ, που τον υποδυόταν ο Πίτερ Λόρε. Αλλά ό Μπέκερ εμφανίζεται σχετικά λίγο στην οθόνη και έχει μόνο έναν σημαντικό μονόλογο –αν και ανατριχιαστικό. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας είναι αφιερωμένο στο ψάξιμο για τον Μπέκερ, τόσο από την αστυνομία όσο και από τον υπόκοσμο, και πολλές από αυτές τις σκηνές έχουν γυριστεί με κοντινά πλάνα. Ψάχνοντας λέξεις που να περιγράφουν πώς φαίνονται τα πρόσωπα των ηθοποιών στην ταινία, αναγκαστικά μου έρχεται μόνο μια έκφραση: «γουρουνίσια».

Τι είχε στο μυαλό του ο Λανγκ; Ήταν ήδη ένας διάσημος σκηνοθέτης, με βουβές ταινίες όπως το «Μετρόπολις», που είχαν παγκόσμια επιτυχία. Ζούσε στο Βερολίνο, όπου τα αριστερά έργα του Μπέρτολτ Μπρεχτ συνυπήρχαν με ένα παρακμιακό κοινωνικό περιβάλλον, τέτοιο όπως παρουσιάζεται σε ταινίες όπως το «Καμπαρέ». Μέχρι το 1931, το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα των Ναζί παρήλαυνε στη Γερμανία, αν και όχι ακόμα πολύ ισχυρό. Η ίδια του η γυναίκα, η Τέα Φον Χάρμπου, θα γινόταν αργότερα μέλος του ναζιστικού κόμματος. Ο Λανγκ έκανε λοιπόν μια ταινία που έχει θεωρηθεί ότι διαμόρφωσε δύο κινηματογραφικά είδη: την ταινία για σίριαλ κίλερ και την αστυνομική ταινία, με τις εγκληματολογικές διαδικασίες ανεύρεσης του εγκληματία. Υπήρχε λοιπόν κάτι κάτω από την επιφάνεια, κάποιο αποτρόπαιο αίσθημα σχετικά με αυτή την κοινωνία, που μπόρεσε να εκφράσει ο Λανγκ με αυτή την ιστορία;

Όταν παρακολουθείς το «Μ», βλέπεις ένας μίσος για τη Γερμανία των αρχών της δεκαετίας του ’30, που είναι ορατό και απτό. Πέρα από λίγα βιαστικά πλάνα της καθημερινής ζωής των μπουρζουά (όπως τη θλιβερή σκηνή που η μητέρα περιμένειτο κοριτσάκι της να γυρίσει από το σχολείο), όλη η υπόλοιπη ταινία περιλαμβάνει σκηνές με άντρες σε σκιές, καπνισμένα λημέρια, απαίσια καταγώγια και συνωμοτικές συνεδριάσεις. Και τα πρόσωπα όλων αυτών των ανθρώπων είναι σκληρές καρικατούρες: φουσκωτά, παραμορφωμένα, με μεγάλα φρύδια και έντονα πηγούνια, ασύμμετρα.

Αισθάνομαι ότι ο Λανγκ μισούσε τον κόσμο τριγύρω του, μισούσε το Ναζισμό και μισούσε τη Γερμανία που επέτρεψε την ύπαρξή του. Οπωσδήποτε, το «Μ» είναι ένα πορτρέτο μιας αρρωστημένης κοινωνίας, ένα πορτρέτο πολύ πιο παρακμιακό από άλλα που είχαν γίνει για το Βερολίνο τη δεκαετία του ’30. Οι χαρακτήρες του δεν έχουν αρετές αλλά ούτε και ελκυστικά βίτσια. Σε άλλες ιστορίες της εποχής εκείνης βλέπουμε νάιτκλαμπ, σαμπάνιες, σεξ και διαστροφή. Εδώ, όμως, όταν ο δολοφόνος επισκέπτεται ένα μπαρ, βλέπουμε μόνο κοντινά πλάνα από λιγδιασμένα λουκάνικα, χυμένη μπύρα, σάπιο τυρί και μπαγιατεμένα αποτσίγαρα πούρων.

Η ιστορία της ταινίας ήταν εμπνευσμένη από έναν σίριαλ κίλερ στο Ντίσελντορφ. Στο «Μ» ο Φραντς Μπέκερ έχει ως λεία του παιδάκια, που αφού τους προσφέρει γλυκά και φιλία, ύστερα τα σκοτώνει. Όλοι οι φόνοι γίνονται εκτός πλάνου και ο Λανγκ υπονοεί τον πρώτο φόνο με ένα κλασικό μοντάζ, που περιλαμβάνει το άδειο πιάτο του μικρού θύματος στο οικογενειακό τραπέζι, τη μητέρα της να την φωνάζει έξαλλη στην άδεια στριφτή σκάλα και το μπαλόνι της –που της το είχε αγοράσει ο δολοφόνος- να έχει πιαστεί στα σύρματα.

Δεν υπάρχει σασπένς για την ταυτότητα του δολοφόνου. Από νωρίς στο φιλμ βλέπουμε τον Μπέκερ να κοιτά τον εαυτό του στον καθρέφτη. Ο Πίτερ Λόρε, που ήταν τότε 26 χρονών, στρουμπουλός, με παιδικό πρόσωπο, και καλοξυρισμένος, καθώς κοιτά το είδωλό του που αντανακλάται, τραβά τις άκρες του στόματός του με τα χέρια του και προσπαθεί να κάνει απαίσιες γκριμάτσες, για να δει στον εαυτό του το τέρας που βλέπουν οι άλλοι σε αυτόν. Η παρουσία του στην ταινία περισσότερο υπονοείται παρά φαίνεται. Σφυρίζει σχεδόν παθολογικά τον ίδιο σκοπό από το μουσικό έργο «Πέερ Γκυντ», ξανά και ξανά, μέχρι που οι νότες να υποκαθιστούν την έννοια του φόνου.

Η πόλη είναι σε αναστάτωση. Ο δολοφόνος πρέπει να πιαστεί. Η αστυνομία έχει βάλει όλους τους άντρες της στην υπόθεση, κάνοντας το βίο αβίωτο για τα κακοποιά στοιχεία («Έχει περισσότερους μπάτσους στους δρόμους παρά κορίτσια», παραπονιέται ένας προαγωγός). Για να μειώσουν αυτή την ένταση, οι κακοποιοί της πόλης ενώνουν τις δυνάμεις τους για να βρουν τον δολοφόνο και καθώς ο Λανγκ κάνει παράλληλο μοντάζ ανάμεσα στις δύο συνεδριάσεις, αυτές των αστυνομικών και τον κακοποιών, μας κάνει έκπληξη πόσο παρόμοιες είναι αυτές οι δύο ομάδες οπτικά. Και οι δυο κάθονται σε τραπέζια μέσα σε ζοφερά δωμάτια, καπνίζοντας τόσο πολύ, που κάποιες φορές τα πρόσωπά τους δεν φαίνονται από τον πολύ καπνό.

Το «Μ» ήταν η πρώτη ομιλούσα ταινία του Λανγκ, και ήταν αρκετά σοφός ώστε να χρησιμοποιήσει τον διάλογο φειδωλά. Πολλές από τις πρώτες ομιλούσες ταινίες ένιωθαν την ανάγκη να μιλάνε συνέχεια αλλά ο Λανγκ επιτρέπει στην κάμερά του να περιπλανιέται στους δρόμους και τα καταγώγια, παρέχοντας τη ματιά ενός ποντικού του δρόμου. Ένα από τα πιο θεαματικά πλάνα της ταινίας είναι παντελώς βουβά, όταν, αφού έχουν συλλάβει τον δολοφόνο, τον σέρνουν στο υπόγειο για να αντιμετωπίσει τους κακοποιούς της πόλης που έχουν συγκεντρωθεί εκεί και η κάμερα δείχνει τα πρόσωπά τους: σκληρά, παγωμένα, κλειστά, αδιάλλακτα.

Είναι σε αυτή την ιερά εξέταση που ο Λόρε εκφέρει τον περίφημο λόγο υπεράσπισής του. Ιδρωμένος από τρόμο, με τον πρόσωπό του μια μάσκα φόβου, φωνάζει: «Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς! Δεν μπορώ να ελέγξω αυτό το κακό που είναι μέσα μου! Τη φωτιά, τις φωνές, το μαρτύριο! Προσπαθεί να περιγράψει πώς αυτός ο ψυχικός καταναγκασμός τον ακολουθεί στους δρόμους και τελειώνει λέγοντας: «Ποιος μπορεί να ξέρει πώς είναι να είμαι εγώ;»

Λέγεται ότι αυτός ήταν ο πρώτος κινηματογραφικός ρόλος για τον Λόρε, αν και ο θεωρητικός ΜακΓκίλιγκαν βεβαιώνει ότι ήταν ο τρίτος. Αναμφίβολα όμως ήταν μια ερμηνεία που παγίωσε την εικόνα του για πάντα, στη μακρόχρονη χολιγουντιανή του καριέρα, όπου έγινε ένας από τους πιο διάσημους καρατερίστες της Ουόρνερ Μπρος.

Και τι γοητευτική ταινία είναι αυτή! Η ταινία δεν ζητά τη συμπάθειά μας για τον δολοφόνο Φραντς Μπέκερ αλλά ζητά κατανόηση. Όπως λέει και στην ίδια του την υπεράσπιση, δεν μπορεί να ξεφύγει από το ψυχαναγκαστικό κακό που τον κυριεύει. Σε κάποιο άλλο σημείο της ταινίας, υποπτεύονται έναν αθώο ηλικιωμένο, ως τον δολοφόνο και του επιτίθεται ένας όχλος που δημιουργείται εκείνη τη στιγμή. Κάθε ένα από τα μέλη του όχλου ήταν θεωρητικά ικανός να ξεχωρίσει το καλό από το κακό και να ελέγξει τις πράξεις του (ενώ ο Μπέκερ δεν μπορούσε) και παρ’ όλα αυτά, ως όχλος κινήθηκε με την ίδια διάθεση να σκοτώσει.»

Πηγή:Εταιρεία Διανομής New Star